Book review, movie criticism

Monday, July 13, 2015

Γιασμίνα Χαντρά, Εξίσωση θανάτου



Γιασμίνα Χαντρά, Εξίσωση θανάτου (μετ. Γιάννης Στρίγγος), Καστανιώτης 2012, σελ. 323

Ο Γιασμίνα Χαντρά είναι ένας συγγραφέας που παρακολουθούμε. Έχουμε διαβάσει όλα τα έργα του που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά εκτός από το «Ο ψυχοπαθής με το νυστέρι» το οποίο οι εκδώσεις Καστανιώτη δεν επανέκδωσαν. Πρώτα πρώτα γράψαμε για το «Τρομοκρατικό κτύπημα», και στην ίδια ανάρτηση για τα προηγούμενά του τα οποία διαβάσαμε όμως μετά. Στη συνέχεια διαβάσαμε και γράψαμε ξεχωριστά για τις «Σειρήνες της Βαγδάτης», τον «Όλυμπο των αποκλήρων» και «Αυτό που η μέρα οφείλει στη νύχτα».
Ας μιλήσουμε πρώτα πρώτα για τον τίτλο, «Εξίσωση θανάτου». Το έργο δεν έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, πράγμα που μου επιτρέπει χρεώσω (ή να πιστώσω, ανάλογα πως το βλέπει κανείς) τη μετατροπή του γαλλικού τίτλου L'Équation africaine σε «Εξίσωση θανάτου» στον εκδοτικό οίκο.
Ο ιδεοψυχαναγκασμός μου να ανιχνεύω ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους σε πεζά κείμενα με έχει εγκαταλείψει, ή ίσως εγώ τον έχω εγκαταλείψει, έχοντας, πιστεύω, πείσει τους αναγνώστες μου ότι περνάει στα κείμενα ερήμην των συγγραφέων, δηλαδή εντελώς ασυνείδητα. Είναι σαν να ρέει στις φλέβες μας, ή σαν να βρίσκεται μέσα στα γονίδιά μας.
Ο άλλος ιδεοψυχαναγκασμός μου όμως δεν με έχει εγκαταλείψει, να υπογραμμίζω τις συμπτώσεις.
Την «Αφρικανική εξίσωση» όπως είπαμε ότι είναι ο γαλλικός τίτλος του μυθιστορήματος την ανακάλυψα τυχαία. Θα μπορούσα να την είχα επισημάνει πριν τρία χρόνια, όταν εκδόθηκε. Την ανακάλυψα μόλις τώρα, μια περίοδο που βλέπω Αφρικανούς σκηνοθέτες, σκηνοθέτες της μαύρης Αφρικής. Έχω ήδη παρουσιάσει τους Souleymane Cissé, Abderrahmane Sissako, Ousmane Sembène, Idrissa Ouedraogo, Djibril Diop Mambéty, Med Hondo και Cheick Oumar Sissoko, καθώς και τις ταινίες για την Αφρική του Jean Rouch και του Alain Renais. Επίσης πριν λίγες μέρες διάβασα το «Τόντα Ράμπα» του Καζαντζάκη στο οποίο ο ομώνυμος ήρωάς του, Αφρικανός, μπροστά στο φέρετρο του Λένιν φαντασιώνεται τον τόπο του, την Αφρική, αποικιοκρατούμενη τότε κατά το μεγαλύτερο μέρος της.
Ο Χαντρά τοποθετεί τις υποθέσεις των μυθιστορημάτων του σε περιοχές οι οποίες μαστίζονται από διάφορα προβλήματα, πράγμα που συχνά φαίνεται και από τους τίτλους. Εκτός από την πατρίδα του την Αλγερία έχει γράψει μυθιστορήματα για το Ισραήλ («Τρομοκρατικό κτύπημα»), το Ιράκ («Οι σειρήνες της Βαγδάτης») και το Αφγανιστάν («Τα χελιδόνια της Καμπούλ»). Στη συνέχεια ήταν η Αφρική.
Οι κεντρικοί ήρωες δεν είναι Αφρικανοί. Ο δόκτορ Κουρτ Κράουσμαν είναι Γερμανός. Με τον πάμπλουτο φίλο του Χανς Μάκενροτ κάνουν ένα ταξίδι αναψυχής. Με το ιστιοφόρο του Χανς, έχοντας ως πλήρωμα έναν Φιλιππινέζο, περνάνε το Σουέζ και κατευθύνονται προς τις ακτές της ανατολικής Αφρικής. Έξω από τις σουδανικές ακτές καταλαμβάνουν το σκάφος τους πειρατές και τους αιχμαλωτίζουν. Τους οδηγούν σε ένα καταφύγιο όπου συναντούν έναν γάλλο ανθρωπολόγο, τον Μπρούνο, επίσης αιχμάλωτό τους. Μέσα από τις περιπέτειες που περνάνε μαθαίνουμε για την κατάσταση της Αφρικής σε ένα ιδιαίτερα «πολυφωνικό» μυθιστόρημα, για να θυμηθούμε τον Μιχαήλ Μπαχτίν. Ξεχωριστή είναι η «φωνή» του Ζομά, που πριν μεταμορφωθεί σε αιμοσταγή πειρατή ήταν ένας ευαίσθητος ποιητής του οποίου η ποιητική συλλογή «Το μαύρο φεγγάρι» (θα διαβάσουμε δυο ποιήματά της) είχε τύχει ιδιαίτερα ευνοϊκής αποδοχής από κριτικούς και κοινό, και είχε μάλιστα βραβευθεί. Το μίσος του για τους νεοαποικιοκράτες λευκούς και τα τσιράκια τους (τι λέω τώρα) τον οδήγησε να παρατήσει το ραφτάδικό του, και με τον παραγιό του να προσχωρήσουν στο αντάρτικο.
Την περιοχή λυμαίνονται διάφορες ομάδες, που δεν είναι πάντα εύκολο να ξεχωρίσεις ποιες είναι αντάρτικες και ποιες κοινές ληστοσυμμορίες. Εξάλλου και μέσα στις αντάρτικες ομάδες δεν είναι ξεκάθαρα τα κίνητρα του καθενός.
Οι αντάρτες πόλεων ληστεύουν τράπεζες για να χρηματοδοτήσουν τον αγώνα τους. Οι αφρικανοί αντάρτες πιάνουν ευρωπαίους ως όμηρους για να χρηματοδοτήσουν με τα λύτρα τον δικό τους αγώνα. Στη συγκεκριμένη ομάδα όμως οι αρχηγοί την κοπάνησαν με το παραδάκι αφήνοντας μόνο και έρημο τον Ζομά. Δεν θέλει να το πιστέψει, όμως το πιστεύουν οι τέσσερις άντρες που του έμειναν εκτός από τον παραγιό του, ο οποίος είναι ο μοναδικός που φαίνεται να μην έχει χάσει την ανθρωπιά του. Όταν οι τέσσερις αυτοί το σκάνε με ένα τζιπ, τα πράγματα παίρνουν μια δραματική τροπή που οδηγεί στο θάνατο του Ζομά και του παραγιού του.
Ο Κουρτ και ο Μπρούνο – μια άλλη «φωνή» που εκφράζεται γεμάτη θαυμασμό για την Αφρική – είναι επιτέλους ελεύθεροι. Όμως θα περάσουν μια καινούρια περιπέτεια πριν καταφέρουν να φτάσουν σε ένα στρατόπεδο προσφύγων.
Εκεί τον Μπρούνο θα τον εντοπίσει η σύντροφός του και πρόκειται να συναντηθούν σύντομα. Κυκλοφορούσε χρόνια χωρίς χαρτιά, όμως θα καταφέρει να πάρει καινούρια από τη γαλλική πρεσβεία και έτσι θα μπορεί να μείνει στην αγαπημένη του Αφρική.
 Ο Κουρτ θα συναντήσει την Έλενα που εργάζεται για τους πρόσφυγες. Το ειδύλλιο αναπτύσσεται, αλλά δεν φαίνεται να έχει μέλλον μια και ο Κουρτ θα επαναπατριστεί. Γυρνάει στην πατρίδα του, και βυθίζεται όλο και περισσότερο στην κατάθλιψη.
Γιατί;
Διότι και το ταξίδι που του πρότεινε ο φίλος του – ο οποίος τελικά θα σκοτωθεί σε μια συμπλοκή των ανταρτών με κυβερνητικές δυνάμεις οι οποίες δεν είχαν αντιληφθεί ότι ανάμεσά τους υπήρχε και ένας όμηρος – ήταν για να τον βγάλει από την κατάθλιψη στην οποία είχε βυθιστεί μετά την αυτοκτονία της γυναίκας του.
Η αυτοκτονία της μου φαίνεται σαν αδυναμία στο μυθιστόρημα.
Η γυναίκα αυτή, όπως και η γυναίκα του γιατρού (παρεμπιπτόντως και ο Κουρτ είναι γιατρός) στο «Τρομοκρατικό κτύπημα», κάτι του κρύβει. Εκείνη, την συμμετοχή της στο παλαιστινιακό αντιστασιακό κίνημα που την οδήγησε να ζωστεί εκρηκτικά και να σκορπίσει το θάνατο. Αυτή, την τρικλοποδιά που της έβαλαν στη δουλειά με αποτέλεσμα να χάσει μια προνομιακή διευθυντική θέση για την οποία όλοι την θεωρούσαν φαβορί.
Μα είναι δυνατόν να είναι τόσο ερωτευμένοι και να του κρύβει ένα τέτοιο πρόβλημα; Και προπαντός είναι δυνατόν να του κρύβει το ψυχολογικό λούκι που περνάει, ακόμη και αν δεν τον αγαπάει; Αυτός, βλέποντάς την απόμακρη και μη ξέροντας το λόγο, βρίσκεται όλο αυτό το διάστημα σε φοβερή ανησυχία.
Εν τάξει, σ’ αυτές τις περιπτώσεις λέω πάντα «Ήταν στραβό το κλήμα, το ’φαγε κι ο γάιδαρος», εννοώντας με το κλήμα μια προδιάθεση στην κατάθλιψη. Όμως μυθιστορηματικά δεν πείθει. Νομίζω ο Χαντρά παρασύρθηκε από το «Τρομοκρατικό κτύπημα», που είχε τέτοια επιτυχία ώστε γυρίστηκε και ταινία. Ο θάνατος της γυναίκας του σε ένα ατύχημα, ένα τροχαίο για παράδειγμα, και μάλιστα για το οποίο ο ίδιος θα ήταν υπεύθυνος, θα με έπειθε περισσότερο για την κατάθλιψή του.
Αναφέρθηκα στον Καζαντζάκη πιο πάνω. Έχω γράψει πάρα πολλές κριτικές για βιβλία του, και βάζοντάς τις πρόσφατα στη φόρμα με την οποία εξέδωσα το «Μυστικό των εξωγήινων» είδα ότι πιάνουν 130 τόσες σελίδες, δηλαδή κάλλιστα θα μπορούσαν να εκδοθούν σε ένα μικρό τόμο. Ελπίζω αυτό να γίνει κάποια στιγμή.
Σε μια τουλάχιστον απ’ αυτές τις κριτικές έχω αναφερθεί στον «ηρωικό πεσιμισμό» του Καζαντζάκη. Έναν ανάλογο ηρωικό πεσιμισμό βλέπω και στον Χαντρά. Η διαφορά είναι ότι ο ηρωικός πεσιμισμός του Καζαντζάκη είναι μεταφυσικός. Πρέπει να αγωνιζόμαστε για μια ζωή που κανένα υπερπέραν δεν της δίνει νόημα ώστε να τη νοηματοδοτήσουμε εμείς. Υπαρξιστική αντίληψη, αν δεν ήταν τόσο απαισιόδοξη («δεν ελπίζω τίποτα…»). Εξάλλου ο υπαρξισμός (του Σαρτρ τουλάχιστον) μιλάει για νοηματοδότηση της ζωής μέσω των επιλογών που κάνουμε και όχι μέσω του αγώνα, χωρίς να τον αποκλείει φυσικά.
Ο ηρωικός πεσιμισμός του Χαντρά δεν είναι καθόλου μεταφυσικός. Ο πεσιμισμός του δεν οφείλεται στη μεταφυσική έλλειψη νοήματος της ζωής αλλά στα βάσανα που περνάει ο σύγχρονος άνθρωπος, σε κάθε μήκος και πλάτος της γης και σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.
Και το ηρωικός;
Παραθέτω ένα απόσπασμα από το «Αυτό που η μέρα οφείλει στη νύχτα», και με το οποίο κλείνω τη βιβλιοπαρουσίασή μου:
«Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, πήρα το λεωφορείο και επέστρεψα στο Ρίο, αποφασισμένος να ξεριζώσω την καρδιά μου με τα ίδια μου τα χέρια αν έπιανα ξανά τον εαυτό μου να κλαίει τη μοίρα του» (σελ. 253).
Και από το παρόν βιβλίο:
«Ο Αφρικανός ξέρει πως η ζωή είναι το πολυτιμότερο αγαθό του. Η θλίψη, οι χαρές και η αρρώστια είναι απλώς μαθήματα. Ο Αφρικανός παίρνει τα πράγματα όπως έρχονται, χωρίς να τους δώσει μεγαλύτερη σημασία απ’ όση αξίζουν. Μπορεί να πιστεύει πως υπάρχουν θαύματα, αλλά δεν απαιτεί να τα δει να γίνονται κιόλας. Αρκείται στον εαυτό του, καταλαβαίνετε; Η σοφία του αντισταθμίζει τις αντιξοότητές του» (σελ. 214). Είναι η «φωνή» του Μπρούνο.
Και ένα ακόμη, του Ζομά του ποιητή, με το οποίο και τελειώνει το βιβλίο.
«Ζήσε το κάθε σου πρωινό σα να ’τανε το πρώτο
Τύψεις, κακά, στο παρελθόν ας φύγουν με τ’ αγέρι
Ζήσε την κάθε μέρα σου σαν να ’ταν τελευταία
Γιατί τι φέρνει το αύριο κανείς μας δεν το ξέρει».
Θα μπορούσα να αναφέρω και κάποιο ανάλογο απόσπασμα από ένα μεγάλο φιλόσοφο ή συγγραφέα, θα ήταν πιο σικ, αλλά δεν μου έρχεται στο νου. Μπορεί και να μην ξέρω. Στο νου μου όμως έρχεται η λαϊκή σοφία (να τονε πάλι ο δεκαπεντασύλλαβος), ελληνική σοφία αυτή τη φορά, που λέει: Και με τα χίλια βάσανα πάλι η ζωή γλυκιά ’ναι.
Πρέπει να την έχουμε πάντα σαν οδηγό, ιδιαίτερα αυτή την εποχή της κρίσης.
Θέλοντας να μας εμπνεύσει την αγάπη για τη ζωή παρά τα τόσα βάσανά της ο Χαντρά δίνει αισιόδοξο τέλος στην ιστορία του. Ο Κουρτ παίρνει ένα e-mail από την Έλενα, «κρυπτογραφικό» αλλά ξεκάθαρο στο νόημα: «Σ’ αγαπώ». Απαντάει αμέσως: «Έρχομαι».
Και πήγε.
Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς δεν ξέρουμε ακόμη, είναι Δευτέρα πρωί 13-7-2015, και το eurogroup δεν έχει αποφασίσει ακόμη για τη μοίρα μας.
Post a Comment