Book review, movie criticism

Tuesday, July 7, 2015

Djibril Diop Mambéty (1945-1998, Σενεγάλη)



Djibril Diop Mambéty (1945-1998, Σενεγάλη)


  Είναι η πρώτη ταινία του Μαμπέτι, μικρού μήκους, μόλις 21 λεπτών. Είναι ένα έξυπνο ντοκιμαντέρ. Ο Μαμπέτι με μια φίλη του βρίσκονται πάνω σε μια άμαξα που τους περιφέρει στο Ντακάρ, την πρωτεύουσα της Σενεγάλης. Συζητούν για αυτά που βλέπουν. Η ταινία είναι δομημένη πάνω στον άξονα των αντιθέσεων, όπως λέει και ο τίτλος. Πιστοί μπροστά σε μια εκκλησία και μουσουλμάνοι που προσεύχονται. Πλούσια κυβερνητικά κτίρια και φτωχογειτονιές. Μοντέρνες γυναίκες και γυναίκες της βιοπάλης. Το χιούμορ στο σχόλιο, στο μοντάζ, ακόμη και στη μουσική, είναι ολοφάνερο. Για παράδειγμα στην αρχή ακούμε ένα κομμάτι του Μπαχ. Κάποια στιγμή ακούγεται βραχνά, σαν να έπεσαν οι στροφές ενός πικάπ μέχρι που σταματάει εντελώς. Επίσης η φωνή ενός εκφωνητή ακούγεται σαν από πικάπ του οποίου έχουν πέσει η στροφές, να λέει: «Ο πρώτος στόχος αυτής της συνδιάσκεψης είναι να θέσουμε τις βάσεις για μια καινούρια πολιτική για την προώθηση της αφρικανής γυναίκας. Στην αυγή της ανεξαρτησίας μας πρέπει να προσφέρουμε στις σενεγαλέζες γυναίκες πλήρη πρόσβαση στην κουλτούρα». Στην επόμενη σκηνή βλέπουμε σενεγαλέζες να κοιτάζουν περιοδικά μόδας βγάζοντας κραυγές θαυμασμού, σαν κραυγές γυναικών που κάνουν έρωτα.
  Φάνηκε καθαρά ο μεγάλος σκηνοθέτης.  

Badou Boy (1970)

  Ο Badou Boy είναι ο Badou o tedy boy. Ο Μαμπέτι δεν περιπλανιέται πια με την κάμερά του σε διάφορες περιοχές του Ντακάρ σχολιάζοντας μαζί με τη φίλη του αλλά ακολουθεί στην περιπλάνησή του τον νεαρό περιθωριακό ήρωά του, με έναν αστείο χοντρό αστυνομικό που παίρνει συνεχώς εκφράσεις εξουσίας να τον καταδιώκει. Ενδιάμεσα στις σκηνές αυτής της καταδίωξης βλέπουμε και άλλους περιθωριακούς τύπους του Ντακάρ: κάποιον που έχει συνεχώς στο αυτί του ένα τεράστιο κασετόφωνο και ακούει μουσική, ένα πιτσιρικάκι που πουλάει μπαλόνια, έναν τυφλό που μάλλον δεν είναι τυφλός, κ.ά.
  Βλέπουμε σε μια σκηνή το λεωφορειάκι να σταματάει. Προφανώς έχει κάποια βλάβη. Οι επιβάτες κατεβαίνουν και σπρώχνουν.
  Μου θύμισε μια ανάλογη ιστορία στο χωριό μου, το Κάτω Χωριό. Πρέπει να συνέβη γύρω στο 1950. Ο συγχωρεμένος ο Σπ… είναι ιδιοκτήτης λεωφορείου και οδηγός του ταυτόχρονα. Πηγαίνοντας προς την Ιεράπετρα, κάπου ενδιάμεσα χάλασε το λεωφορείο. Οι επιβάτες κατέβηκαν και άρχισαν να σπρώχνουν. Το αμάξι δεν πήρε μπροστά, αλλά καθώς ο δρόμος είναι ελάχιστα κατηφορικός κατάφεραν και το πήγαν μέχρι την Ιεράπετρα. Όταν έφτασαν ο Σπ… έκοψε και τα υπόλοιπα εισιτήρια που δεν είχε προλάβει να κόψει.
  Δεν ήμουν μέσα στο λεωφορείο, μου τη διηγήθηκαν την ιστορία.
  Καθώς ξαναδιαβάζω αυτό το κείμενο θυμήθηκα και μιαν άλλη ιστορία που έχει να κάνει με τον ίδιο χωριανό. Την έχω γράψει στο πρώτο από τα αυτοβιογραφικά μου αποσπάσματα που έχει τίτλο «Το χαμόγελο». Επικολλώ το σχετικό απόσπασμα.
  «Ήμασταν μαθητές και καθόμασταν στην πλατεία του χωριού μου, στην άκρη της. Δυο επίπεδα πιο κάτω, στο δρόμο, περνούσε ένας χωριανός μας. Τον κουτσομπολεύαμε χαμογελώντας. Και φυσικά αυτός που χαμογελούσε περισσότερο ήμουν εγώ. Εκείνος, βλέποντάς μας να χαμογελάμε, κατάλαβε ότι τον κοροϊδεύαμε. Όμως καθώς δεν μπορούσε να ξέρει τι ακριβώς λέγαμε γι’ αυτόν, η μόνη αντίδραση που επέτρεψε στον εαυτό του ήταν να φωνάξει, κοιτάζοντας προς το μέρος μας: -Δερμιτζάκη, δεν μου αρέσει το χαμόγελό σου». 
  Τώρα σκέφτομαι μήπως βλέποντάς τον θυμηθήκαμε αυτή την ιστορία, και σχολιάζαμε ειρωνικά.

Touki Bouki (The Journey of the Hyena, 1973)

  Είναι η καλύτερη ταινία του Mambéty, όπως διαβάζω στο διαδίκτυο.
  Η υπόθεσή της είναι η εξής: ο Mory και η Anta αποφασίζουν να πάνε στο Παρίσι. Αποτελεί τον πιο επιθυμητό τόπο προορισμού για τους σενεγαλέζους, πράγμα που υπογραμμίζεται με το τραγούδι Paris, Paris, Paris, που ακούγεται σε αρκετά σημεία του έργου. Δεν έχουν όμως χρήματα. Πώς να βρουν; Ο Mory δοκιμάζει την τύχη του σε ένα παπατζή. Ποντάρει χωρίς να έχει χρήματα. Θα χάσει βέβαια και θα το βάλει στα πόδια. Είναι τυχερός που δεν τον προφταίνουν. Τελικά θα κλέψει χρήματα και ρούχα από έναν πλούσιο ομοφυλόφιλο.
  Φτάνουν στο πλοίο. Η Anta ανεβαίνει πρώτη. Ο Mory, πίσω της, διστάζει. Αυτή γυρνάει, βλέπει τον δισταγμό του, αλλά ανεβαίνει. Ο Mory, μετανοιωμένος φεύγει τρέχοντας. Δεν αγαπάει αρκετά την κοπέλα; Νοιώθει τόσο δεμένος με τον τόπο του;
  Η κοπέλα περιμένει να τον δει να επιστρέφει. Ίσως κάτι να ξέχασε. Μετά παραιτείται. Αυτός, ψάχνοντας για τη μηχανή του πέφτει πάνω σε ένα ατύχημα. Κάποιος του την είχε κλέψει και τράκαρε.
  Στο λιμάνι καραδοκούν για να συλλάβουν λαθρεπιβάτες. Πολλοί το σκάνε για να ξεφύγουν από τα χρέη τους. Στην «Ταχυδρομική επιταγή» του Ousmane Sembène είδαμε ότι η φτωχολογιά ζει με δανεικά, με πίστωση και ζητιανεύοντας. Το έχω ξαναγράψει, ένας από τους λόγους που θέλω να βλέπω τριτοκοσμικό κινηματογράφο είναι για τα κοινωνιολογικά και ανθρωπολογικά του στοιχεία.
  Η ταινία είναι διανθισμένη με χιούμορ, με ποιητικές εικόνες και ποιητικό μοντάζ. Σκληρή όμως σε κάποια σημεία, παρουσιάζοντας σφάξιμο αγελάδων.
  Είδαμε και έναν αγώνα πάλης, το ευγενές άθλημα των προγόνων μας, τόσο διαφορετικό από το βάρβαρο μποξ των αμερικανών.

Hyènes (1972)

  Οι «Ύαινες» είναι μια μεταφορά στην οθόνη του θεατρικού έργου του Friedrich Dürrenmatt «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας», μεταφερμένο στη Σενεγάλη. Η γηραιά κυρία επιστρέφει πάμπλουτη στην γενέθλια πόλη της. Θα μοιράσει χρήματα, αλλά υπό έναν όρο: να σκοτώσουν τον Dramaan Drameh, τον άνθρωπο που την παράτησε έγκυο και αναγκάστηκε να φύγει, κάτω από τη χλεύη των κατοίκων της. Έγινε πόρνη για να ζήσει, αλλά στη συνέχεια μεγαλοκυρία.
  Οι κάτοικοι αρχικά το παίζουν τίμιοι, όμως το δέλεαρ είναι μεγάλο. Θα αποφασίσουν να σκοτώσουν τον Drameh, όχι για τα χρήματα, λένε, αλλά για την απόδοση δικαιοσύνης.  
  Το έργο στη βικιπαίδεια χαρακτηρίζεται κωμωδία, στην πραγματικότητα όμως είναι μια δηκτική σάτιρα της ανθρώπινης κακίας και απληστίας. Υπάρχουν όμως κωμικές σκηνές που είναι καθαρά σκηνοθετική επινόηση, όπως μια κουκουβάγια που κοιτάζει με περιέργεια τη μάζωξη των ανθρώπων, το ίδιο και ένα κοπάδι ύαινες οι οποίες λειτουργούν και ως μεταφορά για τα ζωώδη ένστικτα του ανθρώπου που είναι έτοιμος να σκυλεύσει κάθε νεκρό (θυμάμαι τώρα τις σκηνές μετά τον θάνατο της μαντάμ Ορτάνς από τον «Αλέξη Ζορμπά»), ενώ ένας πίθηκος, στο άσχετο, κοιμάται του καλού καιρού, αδιάφορος για τις τρικυμίες που συμβαίνουν στον κόσμο των ανθρώπων.
  Εξαιρετικός σκηνοθέτης ο Μαμπέτι, το τελευταίο επεισόδιο με τις στυλιζαρισμένες σκηνές, ιδιαίτερα αυτή της εκτέλεσής του Drameh που θυμίζει αρχαία τραγωδία, είναι από τις καλύτερες του έργου.

Le franc (1994)

  Το έργο είναι μια απολαυστική σουρεαλιστική κωμωδία 44 λεπτών.
  Ο Marigo είναι ένας φτωχός μουσικός που χρωστάει τα νοίκια έξι μηνών στη σπιτονοικοκυρά του. Σκαρφίζεται συνεχώς τρόπους για να φεύγει από το σπίτι απαρατήρητος. Μια φορά τον παραμονεύει, και εκεί που νομίζει ότι έχει καταφέρει να της ξεφύγει τον περιλούζει με ένα κουβά νερό.
  Αγοράζει λαχείο. Είναι η μοναδική του ελπίδα να ξεφύγει από τη μιζέρια.
  Φοβάται μην του το κλέψουν. Το χώνει μέσα στη φόδρα του καπέλου του, και όταν φτάνει στο σπίτι το κολλάει με κόλλα πάνω στην πόρτα και από πάνω βάζει μιαν αφίσα.
  Στην κωμωδία η τύχη πάντα χαμογελάει. Έτσι χαμογέλασε και σ’ αυτόν. Κερδίζει τον πρώτο λαχνό. Όμως πώς να ξεκολλήσει το λαχείο; Βγάζει την πόρτα και την κουβαλάει στην πλάτη του. Παρακολουθούμε την απολαυστική οδύσσειά του μέχρι να φτάσει εκεί που είναι να το εξαργυρώσει.
  Υπάρχει όμως πρόβλημα. Στο πίσω μέρος του λαχείου είναι ο κωδικός που αποδεικνύει τη γνησιότητά του. Πώς να το ξεκολλήσει χωρίς να το καταστρέψει;
  Άλλη οδύσσεια, μέχρι τη θάλασσα αυτή τη φορά, που είναι αρκετά φουρτουνιασμένη. Βλέπουμε απολαυστικές σκηνές, με τη θάλασσα να του παίρνει τη σανίδα και αυτόν να τον ρίχνει πέρα δώθε.
  Κάποια στιγμή βλέπει ένα χαρτί μέσα στο νερό. Είναι απελπισμένος, πάει το λαχείο.
  Όμως δεν ήταν το λαχείο, ήταν η αφίσα που είχε ξεκολλήσει.
  Και το λαχείο;
  Μόνο σε κωμωδία θα μπορούσε να συμβεί αυτό.
  Κτυπάει το μέτωπό του από απελπισία, και νοιώθει ότι πάνω του είναι κολλημένο ένα χαρτί. Το πιάνει. Είναι το λαχείο. Γελάει υστερικά από την αναπάντεχη ευτυχία.


  «Η μικρή πωλήτρια του Ήλιου» είναι το τελευταίο έργο του Μαμπέτι. Η Σίλι, ένα κοριτσάκι γύρω στα 12, ζητιανεύει για να ζήσει μαζί με την τυφλή θεία του. Είναι ανάπηρη. Έχει νάρθηκα στο ένα πόδι και κατά καιρούς την πονάει το γόνατό της. Περπατάει με δεκανίκια.
  Κάποια παιδιά που πουλάνε εφημερίδες την προγκούν: να πάει να βρει άλλο μέρος να ζητιανεύσει. Αυτή αποφασίζει να κάνει ό,τι και αυτά: να πουλάει εφημερίδες. Ζητάει από τον πράκτορα να της δώσει να πουλάει τον «Ήλιο». Της δίνει 13 αντίτυπα. Τυχερός αριθμός, ένας πλούσιος, συγκινημένος, τα αγοράζει όλα. Της δίνει ένα μεγάλο χαρτονόμισμα. Ένας αστυνομικός νομίζει ότι το έκλεψε. Αυτή επιμένει να πάνε στο τμήμα, και τον καταγγέλλει στον διευθυντή του ότι την κατηγορεί άδικα. Η αξιοπρεπής στάση του μικρού κοριτσιού δεν αφήνει ασυγκίνητο τον διευθυντή, και καθ’ υπόδειξή της αφήνει ελεύθερη και μια γυναίκα που κατηγορήθηκε και αυτή άδικα για κλοπή.
   Με αυτά τα πρώτα λεφτά που κερδίζει αγοράζει μια ομπρέλα για τη θεία της, για να την προστατεύει από τον ήλιο εκεί που κάθεται και ζητιανεύει. Επίσης ζητάει από τον πωλητή κέρματα στα ρέστα της.
  Τι θα τα κάνει;
  Δίνει από ένα στους ζητιάνους που βρίσκονται στο δρόμο.
  Πηγαίνει στο λιμάνι να πουλήσει. Τα παιδιά της επιτίθενται. Το ένα δεκανίκι πέφτει μέσα στη θάλασσα. Ένα παιδί βουτάει αμέσως και το βγάζει.
  Τα ίδια παιδιά, σε μια άλλη σκηνή, τρέχουν και της αρπάζουν το ένα δεκανίκι. Ένα άλλο αγόρι με το οποίο πουλάνε μαζί εφημερίδες, τη Sud αυτός, τρέχει να τα προλάβει. Δεν τα προλαβαίνει. Την παίρνει στην πλάτη του και πηγαίνουν. Βλέποντάς τους τα άλλα παιδιά κρύβονται πίσω από τις κολώνες από ντροπή. Και εδώ τελειώνει το έργο.
  Η ταινία κρατάει μόνο 45 λεπτά, και προβλήθηκε μετά τον πρόωρο θάνατο του Μαμπέτι. «Αυτή η ιστορία είναι ένας ύμνος στο κουράγιο των παιδιών του δρόμου», διαβάζουμε στα γράμματα του τέλους.
  Δεν μπορώ να μην κάνω το αποδομητικό σχόλιο.
  Παιδί του δρόμου είναι η Σίλι, αλλά παιδιά του δρόμου είναι και αυτά που της πήραν το δεκανίκι. Από την άλλη, ο πλούσιος αγόρασε όλες τις εφημερίδες της.
  Την αντίληψη που είχα στα νιάτα μου σαν αριστερός, οι καλοί φτωχοί και οι κακοί πλούσιοι, το έχω ξεπεράσει. Υπάρχουν τόσο καλοί όσο και κακοί σε όλα τα στρώματα, οικονομικά, μορφωτικά ή όποια άλλα.
  Ίσως είναι και ζήτημα γονιδίων.
  Θα μας πουν οι βιολόγοι του μέλλοντος.


Post a Comment