Book review, movie criticism

Wednesday, July 11, 2012

Lu Xun, Σύντομη ιστορία της κινέζικης πεζογραφίας


Lu Xun, Σύντομη ιστορία της κινέζικης πεζογραφίας (μετ. Μίνα Ζωγράφου), Φεξής 1964, σελ. 395

  O Lu Xun (προφέρεται Loo Shoon, 1881-1936) είναι ο διασημότερος πεζογράφος της σύγχρονης Κίνας. Το έργο του «Σύντομη ιστορία της κινέζικης πεζογραφίας» είναι οι πανεπιστημιακές σημειώσεις του που, όπως λέει στον πρόλογο που γράφηκε το 1923, αποφάσισε να τις εκδώσει, γιατί εκείνοι που είχαν αναλάβει την πολυγράφησή τους είχαν κουραστεί να τις πολυγραφούν. Όμως στο τέλος του τόμου αυτού υπάρχει μια ακόμη πιο σύντομη ιστορία, μια σειρά διαλέξεων που έδωσε ο Λου Σουν σε ένα θερινό σχολείο, που «ήρθαν στο φως μόλις πριν από μερικά χρόνια», και που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως περίληψη της πρώτης.  
  Η πρώτη ιστορία είναι φορτωμένη με τόσες λεπτομέρειες που την κάνουν να μοιάζει με εγκυκλοπαίδεια. Υπάρχουν όμως και εκτενή αποσπάσματα που δίνουν στον αναγνώστη να καταλάβει πώς ακριβώς ήταν η πεζογραφία της εποχής.
  Βρήκα πολλά ενδιαφέροντα πράγματα σ’ αυτό το έργο. Θα γράψω εδώ εκείνα που με εντυπωσίασαν για να μπορώ να ανατρέξω σ’ αυτά, όταν το βιβλίο θα έχει καταχωνιαστεί κάπου και δεν θα μπορώ να το βρω.
  Όταν οι εκδόσεις ΑΛΔΕ μου εξέδωσαν στη σειρά «metroαναγνώσματα» το «Φραγκιό», μια συλλογή πέντε διηγημάτων, μου ήλθε η ιδέα να γράψω μια σειρά από σύντομες ιστορίες με γενικό τίτλο «Του τάφου», ιστορίες χιουμοριστικές, που οι περισσότερες είναι αληθινές. Όταν ανακοίνωσα το σχέδιό μου σε φίλους μου είπαν τις δικές τους ιστορίες, και μέχρι τώρα έχω συγκεντρώσει 16, τις οποίες σκοπεύω να γράψω αυτό το καλοκαίρι. Αυτό που στην δική μου περίπτωση προέκυψε τυχαία, στην αρχαία Κίνα γινόταν προγραμματικά. Οι συγγραφείς συναναστρέφονταν με κόσμο λαϊκό, άκουγαν ιστορίες και τις μετέγραφαν στη συνέχεια λογοτεχνικά. Αυτή ήταν η αρχή του xiao shuo (προφέρεται shiao shuo), του μυθιστορήματος. Βέβαια πριν από αυτούς υπήρχαν κυβερνητικοί αξιωματούχοι που έκαναν τη δουλειά των σημερινών λαογράφων, και απλά κατέγραφαν τις ιστορίες όπως τις άκουγαν. «Οι συγγραφείς των xiao shuo διαδέχτηκαν εκείνους τους αξιωματούχους της δυναστείας Τσου, που δουλειά τους ήταν να συλλέγουν τα κουτσομπολιά του δρόμου» (σελ. 10). Η δυναστεία Τσου μάλλον είναι η δυναστεία Zhou (770-256 π.Χ.), αφού, όπως θυμάμαι, και τον Τζόου Ενλάι (Zhou En Lai) τον έλεγαν Τσου Ενλάι.
  Ο ρεαλισμός καταλαμβάνει μικρό μόνο μέρος στο corpus της κινέζικης πεζογραφίας. Το μεγαλύτερο μέρος το καταλαμβάνει ένας οιονεί μαγικός ρεαλισμός, με υπερφυσικά όντα, μάγους και θαύματα.
  Κάποια μυθιστορήματα μου θύμισαν το «Ιστορία και όνειρο» και το «Ερωτικό ενύπνιον» του κρητικού ποιητή Μαρίνου Φαλιέρου (γεννήθηκε λίγο πριν το 1397). Στον Φαλιέρο ένας ψύλλος στο πρώτο, ένας κόκορας στο δεύτερο, κόβουν τον ήρωα επάνω που ήταν έτοιμος να κάνει έρωτα με μια αγαπημένη γυναίκα. Στα κινέζικα μυθιστορήματα όμως το όνειρο είναι μια μεγάλη, συναρπαστική ιστορία. [Συμπληρώνω ξαναδιαβάζοντας: Αυτή η αντίληψη, ότι αυτό που φανταζόμαστε ζωή μπορεί στην πραγματικότητα να είναι όνειρο, φαίνεται ότι αποτελεί ένα κλισέ στην καθημερινή ομιλία των κινέζων. Βλέποντας μια ρομαντική ταινία με το μοτίβο της σταχτοπούτας (πρέπει να κάνω εξάσκηση και στα κινέζικά μου) που έχει τίτλο Repeat I love you, ακούω την ηρωίδα που έζησε μια μεγάλη ζωή υποδυόμενη μιαν άλλη και τώρα πρέπει να γυρίσει στο ανθοπωλείο της, ερωτευμένη με τον όμορφο πλούσιο, να λέει: Νοιώθω σαν να ονειρεύτηκα, και όταν ξύπνησα, δεν θυμόμουνα τίποτα].
  Διαβάζουμε: «Μολονότι τα παραμύθια των παραμυθάδων της δυναστείας Σουνγκ είχαν κάπου κάπου ένα ηθικό δίδαγμα, ωστόσο ο κύριος σκοπός τους ήταν να διασκεδάζουν το λαό των πόλεων. Ενώ οι μιμητές τους της δυναστείας Μινγκ φροντίζουν πολύ να δίνουν ηθικά διδάγματα, ώστε φαίνονται πώς ξεχνούν ότι κύρια δουλειά τους ήταν να διασκεδάζουν» (σελ. 242). «ώστε φαίνονται πως ξεχνούν…». Για τον Lu Xun είναι αυτονόητο ότι η πρωταρχική λειτουργία της λογοτεχνίας είναι να διασκεδάζει.
  Υπήρχε και εκεί η τακτική να γράφουν έργα και να τα αποδίδουν ψεύτικα σε διάσημους συγγραφείς προηγούμενων εποχών, ώστε να εξασφαλίσουν ευρύ αναγνωστικό κοινό, όπως σε μας για παράδειγμα το «Περί ύψους» του ψευδο-Λογγίνου.
  Έγραφαν επίσης έργα για να κατηγορήσουν τους εχθρούς τους. «Και είναι φανερό πως η παράδοση να επινοούν ιστορίες για να δυσφημούν τους ανθρώπους αρχίζει από τους πρώτους χρόνους του κινέζικου μυθιστορήματος» (σελ. 87). Δεν είναι άγνωστη αυτή η τακτική και στη Δύση. Έχω υπόψη μου μια περίπτωση, εδώ στην Ελλάδα, που δεν θα την αναφέρω, και άλλη μια, την οποία διάβασα στη βιογραφία του Καμύ. Η Σιμόν ντε Μπωβουάρ έγραψε ένα μυθιστόρημα σε ένα από τα πρόσωπα του οποίου εύκολα αναγνωρίζεται ο Καμύ, τον οποίο θάβει κανονικά.
  Όμως υπήρχε και μια άλλη πονηριά, που παρόμοια δεν έχω υπόψη μου. «Όταν ο Νιου Σενγκ-ζου ζούσε στην Αυλή, είχεν έναν αντίπαλο, τον Λι Τεχ-γιου… Ο Γουέι Κουάν, ένας από τους προστατευόμενους του Λι, έγραψε το «Ένα παραμύθι των Τσου και Τσιν», και είπε πως το έγραψε ο Νιου, για να τον βάλει σε μπελάδες» (σελ. 112).
  Υπάρχουν και συλλογές αστείων, τα οποία τα είχαν σε μεγαλύτερη εκτίμηση από ότι εμείς τις συλλογές ανεκδότων.
  Διαβάζουμε: «Ο Σεν έγραψε και μια ιστορία που ονομάζεται «Ζεν, η νεράιδα αλεπού» και που μεταμορφώνεται σε γυναίκα αλλά μένει πιστή στον άντρα της ως τον θάνατό της» (σελ. 92). Η μεταμόρφωση ενός ζώου σε άνθρωπο είναι συνηθισμένη στην μυθοπλασία της Ανατολής. Σε ένα ντοκιμαντέρ για το γιαπωνέζικο θέατρο, στο έργο Καμπούκι που παρουσίαζε, ο ήρωας ήταν αλεπού και είχε πάρει ανθρώπινη μορφή. Επίσης στο «Άσπρο φίδι», μια όπερα του Πεκίνου που η ιστορία της γυρίστηκε και σε ταινία πρόσφατα, το φίδι μεταμορφώνεται σε γυναίκα για να παντρευτεί τον άνδρα που αγαπά.
  Διαβάζουμε: «Ο Λι Γιεν-νιεν έγραψε στο τραγούδι του «η ομορφιά ανατρέπει κράτη και πολιτείες» (σελ. 96). Να είχε άραγε υπόψη του και τα ομηρικά έπη;
  Το δωδέκατο κεφάλαιο έχει τίτλο «Τα βιβλία υποβολέων των δυναστειών Σουνγκ» (960-1279), όπου διαβάζουμε για βιβλία περιλήψεων, τα χουά πέι, που ήσαν όπως το σκηνάριο (scenario) στην commedia dellarte, και περιείχαν τη βασική υπόθεση μιας ιστορίας την οποία οι παραμυθάδες διάνθιζαν ανάλογα με το ταλέντο τους. Τότε, διαβάζουμε στο ίδιο κεφάλαιο, «ένα νέο λογοτεχνικό είδος εμφανίζεται στους ανθρώπους των πόλεων: ιστορίες γραμμένες στην καθομιλουμένη γλώσσα, που συγγενεύουν με τα σημερινά μικρά διηγήματα» (σελ. 133). Δεν κατάλαβα όμως αν ήσαν όπως το γιαπωνέζικο μπονζάι.
  Διαβάζω και ένα στιχούργημα παρέμβλητο μέσα σε ένα μυθιστόρημα της εποχής (συνηθιζόταν η παρεμβολή ποιημάτων, πράγμα που κάνουν κάποιοι συγγραφείς και σε μας, όπως η Ελένη Γκίκα για παράδειγμα) με ένα απίστευτο εφέ υπερβολής. Ο λόγος για κάποια βουνοκορφή. «Πριν από κάμποσα χρόνια ένας ξυλοκόπος/ σκαρφάλωσε εκεί πάνω κι’ έπεσε./Κι ακόμη, που το λέω, /δεν έχει φτάσει κάτω!» (σελ. 139).
  Διαβάζουμε σε απόσπασμα. «Παλιά το μοναστήρι μας ήταν καλά, με πολλά χωράφια και γεμάτο καλογέρους. Μα ύστερα, οι γέροι καλόγεροι άρχισαν να πίνουν και να πηγαίνουν με πόρνες και σπαταλούσαν τα πλούτη του ναού με τις γυναίκες· και όταν ο ηγούμενος προσπάθησε να τους σταματήσει, τον πέταξαν έχω. Γι’ αυτό και εγκαταλείφθηκε το μοναστήρι…» (σελ. 181).
  Ε, όχι, σε μας εδώ δεν υπάρχουν τέτοιες ακρότητες. Αυτά που γράφει για το Βατοπέδι ο Καζαντζάκης στο «Αναφορά στο Γκρέκο» (κάποια αποσπάσματα παραθέτω στην βιβλιοκριτική μου) δεν είναι τίποτα μπροστά σ’ αυτά εκεί.
  Κάτι ακόμα: πολλά μυθιστορήματα γράφονταν και ξαναγράφονταν από μεταγενέστερους, ανάλογα με το προσωπικό τους γούστο και το γούστο της εποχής. Επίσης τα κινέζικα μυθιστορήματα αποφεύγουν το unhappy end.
  Διαβάζουμε: «Ο Νόσα πάλι το αποκεφάλισε, μα μόλις το ένα κεφάλι έπεφτε, αμέσως φύτρωνε άλλο στη θέση του. Δώδεκα φορές τούκοψε το κεφάλι και δώδεκα κεφάλια φύτρωσαν το ένα ύστερα από τ’ άλλο» (σελ. 199). Πρόκειται για διάχυση ή παράλληλη εμφάνιση; Γιατί αυτό το μοτίβο της λερναίας ύδρας σίγουρα θα υπάρχει και σε άλλους πολιτισμούς.
  Και μια κινέζικη παροιμία: Μη μετράς τα κοτόπουλά σου πριν σκάσουν από τ’ αυγό» (σελ. 212).
  Στη δυναστεία Ming (1366-1644) άνθισε το πορνογραφικό μυθιστόρημα. «…κατάκτησαν υψηλές θέσεις όταν άρχισαν να δίνουν συνταγές για αφροδισιακά… οι συζητήσεις για την ερωτική τέχνη και τη χρήση των αφροδισιακών φαρμάκων γινόταν πολύ ανοιχτά. Αυτή η μόδα άφησε τη σφραγίδα της στη λογοτεχνία: οι τιμές που κατακτούσαν οι αλχημιστές και η γενική διάδοση των φαρμάκων έφεραν την ηθική χαλάρωση και την ακολασία. Έτσι τα μυθιστορήματα αυτής της περιόδου μιλούν ή για θεούς και δαίμονες, ή για την ερωτική τέχνη» (σελ. 219).
  Σε πολλά μυθιστορήματα τα κύρια πρόσωπα είναι ο μορφωμένος νέος και η όμορφη κοπέλα. Ποτέ το αντίστροφο, η μορφωμένη κοπέλα και ο ωραίος νέος.
  Διαβάζουμε: «…οι συγγραφείς αυτών των βιβλίων παρασύρονταν συνήθως σε περιγραφές κάποιας λόξας που συνόδευε τη μεγαλοφυΐα κάποιου λαμπρού σοφού» (σελ. 263). Οι δικοί μας σοφοί ή δεν έχουν κάποια λόξα, ή απλά οι συγγραφείς δεν ενδιαφέρονται.
  Το 25ο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Μυθιστορήματα πολυμάθειας στη δυναστεία Τσινγκ». Εμείς εδώ δεν πρέπει να έχουμε τέτοια. Όμως ο Lu Xun κριτικάρει κάποια από αυτά, γιατί το παρακάνουν οι συγγραφείς τους κάνοντας επίδειξη της πολυμάθειάς τους, καθυστερώντας την πλοκή με αποτέλεσμα τα έργα τους να μοιάζουν περισσότερο με εγκυκλοπαίδεια παρά με μυθιστόρημα.
  Το 26ο κεφάλαιο έχει τίτλο «Μυθιστορήματα με θέμα την πορνεία στην δυναστεία Τσινγκ». Το «Όνειρο της κόκκινης κάμερας» (Hong lou meng) είναι το διασημότερο της εποχής, χωρίς να είναι ακριβώς πορνογραφικό. Δεν θυμάμαι πού έχω το βιβλίο, θέλω να το διαβάσω οπωσδήποτε, και να δω την ταινία. Το επόμενο κεφάλαιο αναφέρεται στα περιπετειώδη και τα αστυνομικά μυθιστορήματα στην περίοδο της ίδιας δυναστείας, και το μεθεπόμενο στα σκανδαλοθηρικά. Τελικά τα κινέζικα μυθιστορήματα είχαν μια πλατιά θεματική γκάμα.
  Εκτός από το «Όνειρο της κόκκινης κάμερας», γίνεται αρκετός λόγος και για δυο άλλα μυθιστορήματα, που έχουν γυριστεί σε ταινίες και σήριαλ. Αυτά είναι: «Το ταξίδι στη Δύση» και «Τα τρία βασίλεια». Κανένα τους όμως, όπως και κανένα άλλο κλασικό κινέζικο έργο, δεν νομίζω να έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Πολύ κρίμα.   
  Έκανα λάθος. Το «Όνειρο της κόκκινης κάμερας» μεταφράστηκε στα ελληνικά, πάλι από τη Μίνα Ζωγράφου, και εκδόθηκε πάλι από τις εκδόσεις Φεξή, το 1963, στη σειρά «Πώς να γνωρίσουμε καλύτερα την Κίνα». Ήξερα ότι το είχα σε φωτοτυπία, αλλά νόμιζα ότι ήταν από την αγγλική μετάφραση.
 

Post a Comment