Book review, movie criticism

Monday, July 23, 2012

Του τάφου, 4η ιστορία, Καλημέρα



Του τάφου, 4η ιστορία, Καλημέρα

  Ο χτίστης δεν ήταν ο ίδιος με αυτόν της πρώτης ιστορίας, και η ιστορία που θα αφηγηθούμε τώρα δεν έγινε στην Επισκοπή με την οποία το χωριό μου έχει κοινό νεκροταφείο, αλλά σε κάποιο πιο μακρινό χωριό, τις Μάλλες. Μου τη διηγήθηκε ο Κωστής ο Κοντοπόδης, από τους Μεσελέρους.
  Με τον Κωστή γνωριστήκαμε στο στρατό και γίναμε φίλοι. Πριν απολυθώ μαθαίνω ότι παντρεύτηκε την ξαδέλφη μου την Πόπη τη Βενετσανάκη, από το Κεντρί. Έτσι η φιλία έγινε και συγγένεια. Ένα βράδυ στη βεράντα του σπιτιού του, με καλή παρέα και πολύ ρακή, άκουσα μερικές από τις ιστορίες που θα αφηγηθώ.
  Ο χτίστης λοιπόν αυτός ήταν ειδικός να φτιάχνει τάφους, και έτσι συχνά δούλευε στο νεκροταφείο του χωριού. Είχε όμως ένα συνήθειο: κάθε φορά που πήγαινε στο νεκροταφείο καλημέριζε τους νεκρούς. Με το που άνοιγε την πόρτα έλεγε «καλημέρα». Δεν περίμενε βέβαια να πάρει απάντηση, οι νεκροί δεν μιλούν.
  Γιατί το έκανε αυτό;
  Αυτοί που αφηγούνται προφορικά τέτοιου είδους ιστορίες δεν λεπτολογούν καταστάσεις, μένουν στα γεγονότα. Μόνο ένας συγγραφέας, στην γραπτή επαναδιήγηση, μπορεί να κάνει διάφορες εικασίες.
  Αποκλείω να το έκανε για να ειρωνευτεί τους νεκρούς. Τους νεκρούς παλιά τους λάτρευαν, και στην Κίνα και στην Ιαπωνία υπάρχει ακόμη η λατρεία των προγόνων. Και εμείς έχουμε μια γιορτή «Των ψυχών», το λεγόμενο «Ψυχοσάββατο», που τιμούμε τη μνήμη τους. Μάλιστα στη Ρωσία, στους ομογενείς, ρωσσοπόντιους και πολιτικούς πρόσφυγες, υπάρχει η συνήθεια, νομίζω μετά την μεγαλοβδομάδα, να επισκέπτονται τα νεκροταφεία και να τρώνε και να πίνουνε πάνω στις ταφόπλακες, για να δείξουν στους πεθαμένους ότι δεν τους έχουν ξεχάσει. Το έζησα αυτό ένα Πάσχα στο χωριό μου, από κάποιους επαναπατρισθέντες και μετανάστες. Δεν ξέρω όμως αν επαναλήφθηκε και πόσες φορές. (Διαβάζω και στο βιβλίο του Μαξί Γκόρκι «Στα ξένα χέρια»: «Τα βράδια, τις γιορτές, όλη η γειτονιά έβγαινε στο δρόμο, τα παλικάρια και οι κοπέλες τραβάγανε στο νεκροταφείο και στήναν το χορό…». Δεν ξέρω πια ψυχολογική ανάγκη τους οδηγεί να στήνουν γλέντι εκεί που εμείς οι έλληνες ούτε που θα το διανοούμασταν).
  Να συνάντησε άραγε κάποιον χωριανό στο νεκροταφείο την πρώτη μέρα που πήγε, να τον χαιρέτησε, και από τότε να του έμεινε η συνήθεια να λέει «καλημέρα»; Δεν το θεωρώ πολύ πιθανό.
  Η πιο λογική εξήγηση που μπορώ να δώσω είναι ότι με αυτό τον χαιρετισμό εκφραζόταν ένα υποσυνείδητο αίσθημα χαράς: να, εγώ εξακολουθώ να είμαι ζωντανός, δεν είχα την ατυχία τη δικιά σας να εγκαταλείψω τον μάταιο τούτο κόσμο που, εδώ που τα λέμε, δεν είναι και τόσο μάταιος. Εγώ σας χαιρετώ, όμως εσείς κακόμοιροι δεν μπορείτε να μου ανταποδώσετε τον χαιρετισμό.
  Εκείνη τη μοιραία μέρα ανοίγει την πόρτα του νεκροταφείου, μπαίνει μέσα, και κατά το συνήθειό του καλημερίζει τους πεθαμένους.
  -Καλημέρα.
  -Καλημέρα παιδί μου, του απηλογάται μια γυναικεία φωνή.
  Αυτός, με το που ακούει το «καλημέρα», παγώνει. Ήταν κάτι που δεν το περίμενε. Παρατάει έντρομος τα εργαλεία και ο που φύγει φύγει.
  Φτάνει στο καφενείο του χωριού κατάχλωμος. –Βρε Γιώργη, τι σου συμβαίνει…
  Το και το, τους εξιστορεί τι έγινε.
  - Βρε Γιώργη, σίγουρα φαντάχτηκες, του λέει ο Γιάννης ο Καλούδης. Είναι δυνατόν να μιλούν οι πεθαμένοι;
  -Αυτό σκέφτηκα κι εγώ, δεν μπορούν να μιλούν οι πεθαμένοι. Φαίνεται όμως ότι κάποιος από αυτούς μπορεί, και μου ανταπόδωσε την καλημέρα. Λέτε να είναι η Μαρία η κουτσή, που την θάψαμε πριν ένα μήνα; Από τότε είναι η πρώτη φορά που πηγαίνω στο νεκροταφείο.
  -Άσε τις βλακείες Γιώργη, εγώ λέω πώς φαντάχτηκες, επιμένει αυτός. Αν ήταν νύχτα, θα ’λεγα πώς ήσουν πιωμένος, αλλά πρωί πρωί…
  -Εγώ πάλι λέω να πάμε να δούμε τι συμβαίνει. Είμαστε καμπόσοι, έναν πεθαμένο θα φοβηθούμε; προτείνει ένας άλλος.
  Μια και δυο πηγαίνουν στο νεκροταφείο. Δεν χρειάστηκε να ανοίξουν την πόρτα, ο Γιώργης στο φευγιό του την είχε αφήσει ορθάνοιχτη. Μπαίνουν μέσα, και οι άλλοι του κάνουν νόημα να πει «καλημέρα». Τώρα που είχε όλη την παρέα για συμπαράσταση, ένιωθε να φοβάται λιγότερο.
  -Καλημέρα, λέει πάλι με φωνή που προσπαθούσε να την κάνει όσο γίνεται πιο σταθερή.
  -Καλημέρα παιδί μου, του απαντάει η ίδια φωνή που τον καλημέρισε και πριν.
  Όχι, αυτή δεν ήταν φωνή πεθαμένου, ήταν φωνή ζωντανού. Και δεν βγήκε μέσα από το νεκροταφείο, αλλά πίσω από τον απέναντι μαντρότοιχο. Προχωρούν όλοι μαζί, φτάνουν στο μαντρότοιχο, ανασηκώνονται στις μύτες των ποδιών τους και κοιτάζουν.
  Πίσω ήταν ένα λιοχώραφο που είχε μείνει αζευγάριστο. Ήταν γεμάτο χόρτα, και η Κατίνα η Δαμανάκη, θεία του Γιώργη, είχε φέρει την κατσίκα της να την βοσκίσει. Άκουσε τη φωνή του ανιψιού της να την καλημερίζει, και τον καλημέρισε κι αυτή.
  Μπορούμε να βγάλουμε ένα δίδαγμα από αυτή την ιστορία;
  Αυτή τη φορά ήταν η θεία η Κατίνα, όμως την άλλη φορά μπορεί να είναι κάποιος πεθαμένος. Καλό είναι λοιπόν να μην τα βάζουμε με τους νεκρούς, να μην τους προκαλούμε. Κάτι ήξεραν οι παλιοί, οι πολύ παλιοί, που τους φοβόντουσαν, και γι’ αυτό πάντα τους κοντοκρατούσαν με προσφορές. Εμείς βέβαια δεν τους φοβόμαστε, με τις προσφορές και τα μνημόσυνα θέλουμε να τιμήσουμε τη μνήμη τους. Όμως καλού κακού… δεν ξέρεις καμιά φορά τι γίνεται.
Post a Comment