Book review, movie criticism

Tuesday, July 3, 2012

Umberto Eco, Περί λογοτεχνίας


Umberto Eco, Περί λογοτεχνίας (μετ. Έφη Καλλιφατίδη), Ελληνικά γράμματα 2002, σελ. 411

  Έχω γράψει για επτά βιβλία του Έκο. Τον θεωρώ ως εξαιρετικό συγγραφέα, αν και ως δοκιμιογράφος εκτιμώ περισσότερο το θεωρητικό του έργο από το λογοτεχνικό. Σήμερα θα γράψουμε για το «Περί λογοτεχνίας», μια συλλογή κειμένων που αποτελείται κυρίως από εισηγήσεις σε ημερίδες και συνέδρια. Το βιβλίο το δανείστηκα, ή μάλλον μου προσφέρθηκε να το διαβάσω από τη φίλη μου την Ελένη τη Στασινού. Εδώ θα καταγράψω ό,τι θεωρώ πιο αξιόλογο, σχολιάζοντας κατά περίπτωση.
  Ενδιαφέρον βρήκα το κεφάλαιο «Wild. Παράδοξα και αφορισμοί». Για πρώτη φορά διαβάζω εκεί για τους καρκινικούς αφορισμούς. Καρκινικοί αφορισμοί είναι οι αφορισμοί που μπορούν να αντιστραφούν, όπως «Δίνουμε υποσχέσεις σύμφωνα με τους φόβους μας και τις τηρούμε ανάλογα με τις ελπίδες μας» και «Δίνουμε υποσχέσεις ανάλογα με τις ελπίδες μας και τις τηρούμε ανάλογα με τους φόβους μας».
  Ήξερα ότι είχε αμφισβητηθεί η πατρότητα των σαιξπηρικών έργων, με τον ισχυρισμό ότι είναι αδύνατο τόσα έργα και μιας τέτοιας ποιότητας να τα έγραψε ένας μόνο άνθρωπος. Εδώ διαβάζω ότι παλιά κάποιοι τα απέδιδαν στον Francis Bacon.
  Διαβάζουμε:
  «Συμβούλεψα τον Enaudi να εκδώσει αυτό το βιβλίο, δεν πουλήσαμε ούτε πεντακόσια αντίτυπα, διαβάστε το γιατί είναι πολύ ωραίο» (σελ. 155). Ο λόγος για το Ficciones του Μπόρχες. Θυμάμαι ότι και τα έργα του Νίτσε δυσκολεύτηκαν αρχικά να βρουν εκδότη και έκαναν ελάχιστες πωλήσεις.
  Διαβάζω τη φράση: «Ανίκανοι όπως είμαστε… δηλητηριασμένοι από την κουλτούρα της καχυποψίας και των συνομωσιών…» (σελ. 188).
  Πριν λίγες μέρες, σε συζήτηση σε φιλικό σπίτι, εξέφρασα αυτή την αντίληψη, για το πόσο ο νεοέλληνας είναι καχύποπτος και βλέπει παντού συνομωσίες. Τσακωνόμουνα συχνά σε παρέες που υποστήριζαν ότι η 17 Νοέμβρη είναι μια ασφαλείτικη οργάνωση. Αποκλείεται, τους έλεγα, να είναι γνήσιοι επ@ν@στ@τες, που διάλεξαν βέβαια ένα αδιέξοδο δρόμο; Αποκλείεται, μου έλεγαν. Έπρεπε να συλληφθούν κάποια μέλη της για να καταλάβουν ότι είχαν άδικο.
  Το ίδιο θυμάμαι έγινε και την περίοδο της δικτατορίας. Είχα βαρεθεί να τσακώνομαι με διάφορους, που υποστήριζαν ότι η απόπειρα κατά του Παπαδόπουλου ήταν στημένη, για να ενισχύσει το κύρος του. Αποκλείεται δηλαδή, τους έλεγα, ένας πατριώτης να έκανε αυτή την απόπειρα; Έπρεπε να πέσει η δικτατορία για να μάθουμε για τον Αλέξανδρο Παναγούλη. Νομίζω ότι η αρχή της οικονομίας των υποθέσεων, γνωστή και ως το ξυράφι του Όκαμ, ισχύει σ’ αυτή την περίπτωση. Είναι λογικότερο να υποθέτουμε το προφανές, εκτός και αν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν κάτι διαφορετικό. Όμως, «δηλητηριασμένοι από την κουλτούρα της καχυποψίας και των συνομωσιών», ψάχνουμε πάντοτε και για τις παραμικρότερες ενδείξεις για να υποστηρίξουμε το μη προφανές.
  Διαβάζουμε:
  «Μπορούμε να περιοριστούμε στο να πούμε σ’ αυτούς τους προκατειλημμένους χρήστες ότι οι αφηγηματολογικές θεωρίες δεν χρησιμεύουν ούτε στην ανάγνωση ούτε στην κριτική» (σελ. 210).
  Εδώ θα διαφωνήσω κάθετα. Πιστεύω ότι η ενασχόλησή μου με την αφηγηματολογία με έχει κάνει πιο επαρκή αναγνώστη και καλύτερο κριτικό.
  Και ένα λάθος (μεταφραστικό; επιμέλειας; δεν ξέρω, μια και δεν έχω το πρωτότυπο): «Όταν η μετωνυμία κατονομάζει το περιέχον με το περιεχόμενο («ας πιούμε ένα ποτήρι»…» (σελ. 244). Είναι προφανές ότι πρόκειται για το ανάποδο. Η μετωνυμία κατονομάζει το περιεχόμενο με το περιέχον.
  Μάθαμε και καινούρια πράγματα. Η αναπαράσταση του χώρου με τις λέξεις λέγεται υποτύπωση ή evidential (σελ. 221). Κρίμα να μην υπάρχει και ο ιταλικός όρος, που πιθανόν να είναι κοινός στις λατινογενείς γλώσσες. Επίσης μάθαμε για τον «τάκο», zeppa στα ιταλικά. «Οι τάκοι θεωρούνται σημεία στήριξης αναγκαία για το στήσιμο του συνόλου, δεσίματα, συγκολλήσεις όπου “ο καλλιτέχνης λειτουργεί με λιγότερη φροντίδα, με μεγαλύτερη ανυπομονησία ή ακόμα και με αδιαφορία, ξεμπερδεύοντας μαζί τους βιαστικά, διότι, ακριβώς επειδή του επιβάλλονται από την ανάγκη να προχωρήσει παραπέρα, μπορούν να αφεθούν στη συμβατικότητα, χωρίς να επηρεάζουν το όλον”» (σελ. 253-254). Σε μικροκλίμακα, ένας τάκος είναι για παράδειγμα το «είπε», μετά την παράθεση του λόγου ενός προσώπου σε μια αφήγηση. Ο Σολωμός άφησε ημιτελές το έργο του γιατί δεν ήθελε καθόλου να ασχοληθεί με τους «τάκους». Έχω γράψει σχετικά σε ένα κείμενό μου για το Σολωμό, αγνοώντας βέβαια τον όρο.
  Και πάλι ένα μεταφραστικό. Ο «ελεύθερος έμμεσος λόγος» (σελ. 266) είναι ελεύθερος πλάγιος λόγος.
  Ήξερα ότι τα διακείμενα μπορεί να τα αντιληφθεί ο επαρκής αναγνώστης, αλλά δεν φανταζόμουν ότι ο συγγραφέας θα τα ανέπτυσσε ως μια «στρατηγική της διακειμενικής ειρωνείας» για τον τύπο του αναγνώστη που «αντιλαμβάνεται ολόκληρο το κείμενο σαν μια ευχάριστη πρόσκληση και δεν συνειδητοποιεί πια τις επικλήσεις αυτού του κειμένου σε ελιτίστικα στοιχεία (και επομένως, απολαμβάνει το έργο, αλλά χάνει τις αναφορές του)» (σελ. 269). Δεν αποκλείεται τα διακείμενα να εκφράζουν μια ειρωνεία, όμως και ένα ναρκισσισμό.
  Στο κείμενο που μιλάει για την «Ποιητική» του Αριστοτέλη διαβάζουμε:
  «Ο Αριστοτέλης είναι ένας αλεξανδρινός που έχει εν μέρει χάσει το θρησκευτικό πνεύμα από το οποίο διαπνεόταν ο πέμπτος αιώνας» (σελ. 301). Δεν νομίζω ότι μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τον Αριστοτέλη (384-322) αλεξανδρινό.
  Δεν θέλω να ανοίξω διάλογο με αυτά που υποστηρίζει εδώ ο Έκο όσον αφορά την κάθαρση, απλά πρέπει επί τέλους να αναρτήσω ένα κείμενο που έγραψα για την τραγωδία, με καθυστέρηση δέκα χρόνων, πριν ένα χρόνο περίπου, και το άφησα για να το ξανακοιτάξω. Τώρα έχω ένα κίνητρο να το κάνω.
  Όλοι οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας ασχολούνται με αβανταδόρικα κείμενα, όπως είναι αυτά των μοντερνιστών. Ο Τζόυς είναι η μεγάλη αγάπη του Έκο, και ακολουθούν ο Προυστ και ο Μπόρχες. Ελάχιστες φορές αναφέρει τους γάλλους κλασικούς, ενώ για τους ρώσους κλασικούς δεν λέει τίποτα. Μια αναφορά που κάνει στον Ντοστογιέφσκι είναι, χωρίς πρόθεση θέλω να πιστεύω, απαξιωτική. «Αν αναλογισθώ τη δική μου προσωπική ανάπτυξη, θα έπρεπε να βάλω στη λίστα των πνευματικών πηγών μου τα μυθιστορήματα της πεντάρας, τον Ντοστογιέφσκι και τον Ντόναλντ Ντακ» (σελ. 318).
  Ξαναδιαβάζω τη λατινική ρήση που μου είπε πριν χρόνια ο λυκειάρχης μου, ο Κώστας Τσαντίνης, στο 40ο λύκειο στην Γκράβα: nulla dies sine linea, να μην περνάει μέρα χωρίς να γράψεις μια γραμμή. Τώρα όλο και κάτι γράφουμε στο facebook.
  Ο Κλωντ Λεβί Στρως στην «Άγρια σκέψη» μίλησε για τις δυαδικές αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν τη φύση, και πώς ο ένας όρος φωτίζει τον άλλο. Το μαύρο σε λευκό πλαίσιο τονίζεται περισσότερο, όπως και αντίστροφα. Αυτό βοηθάει πολύ και στην απομνημόνευση. Ο Έκο, συγκρίνοντας τον εαυτό του με τον Μπόρχες ως μυθιστοριογράφο, λέγει ότι «Ο Borgues υπήρξε μινιμαλιστής, ενώ εγώ μαξιμαλιστής» (σελ. 168). Συγκρίνοντας επίσης τον Μπόρχες με τον Τζόυς, λέγει ότι «Ο Joyce έπαιξε με τις λέξεις, ο Borgues με τις ιδέες» (σελ. 144).
  Και το βιβλίο καταλήγει:
  «Γράφουμε μόνο για έναν Αναγνώστη. Και όποιος λέει ότι γράφει μόνο για τον εαυτό του, δεν είναι ότι λέει ψέματα. Είναι ότι είναι αποτρόπαια άθεος. Ακόμη και από μιαν αυστηρά λαϊκή άποψη.
  Δυστυχής κι απελπισμένος όποιος δεν μπορεί ν’ απευθυνθεί σ’ έναν μελλοντικό Αναγνώστη».
  Έχει δίκιο. Αυτές οι βιβλιοκριτικές και οι κριτικές για ταινίες που γράφω, τις γράφω ελπίζοντας ότι θα τις διαβάσει κάποιος αναγνώστης στο διαδίκτυο. Ακόμη και αν την συγκεκριμένη βιβλιοκριτική δεν την διαβάσει τώρα κανείς, υπάρχει πάντα η ελπίδα ότι θα διαβαστεί στο μέλλον. Μια βιβλιοκριτική μου για τον Έκο τη διάβασε κάποια μετά από ένα χρόνο και μου άφησε σχόλιο. Παλιά που δεν υπήρχε το διαδίκτυο, οπότε αν έγραφα μια βιβλιοκριτική για κάποιο βιβλίο δεν υπήρχε περίπτωση να τη διαβάσει κανείς γιατί δεν θα υπήρχε έντυπο να τη δημοσιεύσει, ακόμη και για βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα (με μόνιμη εξαίρεση τα Κρητικά Επίκαιρα για κρητικούς συγγραφείς, και ελάχιστα άλλα), ε, δεν έγραφα, γιατί να γράψω; Τώρα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Υπάρχουν τα blogs. Ακόμη και τρία αυτοβιογραφικά κείμενα που έχω γράψει (τα δυο καθ’ υπόδειξη, το άλλο για εκτόνωση), έχω την ελπίδα ότι θα τα διαβάσει ένας μελλοντικός αναγνώστης, όταν εγώ θα έχω αναχωρήσει για τας αιωνίους μονάς (είναι πιο κομψό από το να γράψω: όταν με φάνε τα σκουλήκια).
  Α, ναι, και μια και δεν γράφω για τον εαυτό μου, πιστεύω στο Θεό. Εκτός και αν εδώ δεν ισχύει η εις άτοπον απαγωγή. Ή μήπως είμαι απλά άθεος, και όχι αποτρόπαια άθεος;
Post a Comment