Book review, movie criticism

Thursday, July 5, 2012

Νίκος Καζαντζάκης, Ο χριστός ξανασταυρώνεται


Νίκος Καζαντζάκης, Ο χριστός ξανασταυρώνεται, Εκδόσεις Ελένη Καζαντζάκη 1970, σελ. 465

 Πριν σαράντα χρόνια είχα πει στον εαυτό μου ότι πρέπει να ξαναδιαβάσω τον Καζαντζάκη. Ήταν το 1992. Ξεκίνησα με τον Ζορμπά. Τον είχα πρωτοδιαβάσει μαθητής, δυο φορές. Διάβασα, μαθητής επίσης, και την αγγλική μετάφραση. Αγόρασα και τη γερμανική αλλά αυτή δεν την διάβασα. Έγραψα και μια βιβλιοκριτική, που δημοσιεύτηκε στα Κρητικά Επίκαιρα, τον Φλεβάρη του 1992. Από τότε δεν κατάφερα να διαβάσω τα υπόλοιπα. Είχαν μπει άλλες προτεραιότητες. Την επόμενη χρονιά ξεκίνησα το διδακτορικό μου.
  Πριν δυο χρόνια, όταν βρισκόμουνα πια στην τελική ευθεία για τη σύνταξη, αποφάσισα να εκπληρώσω την υπόσχεση, που την έβλεπα πια σαν «χρέος», όπως θα έλεγε και ο Καζαντζάκης. Διάβασα τον «Τελευταίο Πειρασμό», την «Αναφορά στον Γκρέκο», τον «Φτωχούλη του θεού», και τώρα τον «Χριστό ξανασταυρώνεται». Μου μένει ο «Καπετάν Μιχάλης». Τον έχω στην Κρήτη, ελπίζω να τον διαβάσω αυτό το καλοκαίρι.
  Αυτό που με εντυπωσίασε στον «Χριστό ξανασταυρώνεται», και που δεν το θυμόμουνα καθόλου, είναι το σαρκαστικό χιούμορ του. Εδώ βλέπω έναν διαφορετικό Καζαντζάκη από αυτόν που είχα βρει στα βιβλία που προανέφερα, και που γράφηκαν μετά. Και στον Ζορμπά και στον Καπετάν Μιχάλη, θυμάμαι, υπάρχει διάσπαρτο χιούμορ, αλλά όχι στην πυκνότητα που υπάρχει στον Χριστό. Ανενδοίαστα θα τον τοποθετούσα ανάμεσα στα τρία κορυφαία έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας για το σατιρικό χιούμορ τους, δίπλα στην «Πάπισα Ιωάννα» του Εμμανουήλ Ροδη και τη «Μητέρα του σκύλου» του Παύλου Μάτεσι.
  Το έχουμε ξαναγράψει, τον Καζαντζάκη τον απασχολούν οι ξεχωριστές, «αποκλίνουσες» προσωπικότητες. Τέτοιες είναι ο Ζορμπάς και ο Μανωλιός. Ο Καπετάν Μιχάλης είναι ένας ήρωας, πλασματικός όσο και ο Μανωλιός, αλλά πλασμένος με πρότυπα τους αγωνιστές των κρητικών επαναστάσεων. Μετά ο Καζαντζάκης καταφεύγει σε ιστορικά πρόσωπα, όπως ο Ιησούς Χριστός και ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης.
  Και σε σχέση με την «ηρωολατρεία» αυτή του Καζαντζάκη υπάρχει κάτι καινούριο στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»: η παρουσίαση αντιστικτικά του όχλου, που άγεται και φέρεται από τους ισχυρούς, και είναι έρμαιο των εκάστοτε παρορμήσεών του. Το επεισόδιο με τους χωρικούς να διαγουμίζουν το σπίτι της πεθαμένης πια μαντάμ Ορτάνς επαναλαμβάνεται και εδώ, με τους Λυκοβρυσιώτες να διαγουμίζουν το σπίτι της χήρας, όταν την σκότωσε ο αγάς.
  Τα πρόσωπα του έργου εκπροσωπούν χαρακτηριστικούς κοινωνικούς τύπους. Ο παπά Γρηγόρης τους κληρικούς που συμμαχούν με την εκάστοτε εξουσία, ο γερο Λαδάς τον πλούσιο τσιγκούνη που, όπως λέμε στην Κρήτη, «δεν δίνει ούτε του αγγέλου του νερό», ο Πατριαρχέας τον ακόλαστο πλούσιο, και ο δάσκαλος τον διανοούμενο.
  Ο διανοούμενος ταξικά βρίσκεται ανάμεσα στους πλούσιους και στους φτωχούς. Χωρίς να είναι πλούσιος, οι συμπάθειές του βρίσκονται πάντα με τους φτωχούς. Το κοινωνικό του βάρος όμως είναι πολύ μικρό για να μπορέσει να τους στηρίξει αποτελεσματικά. «Ο δάσκαλος μονάχα έφερε δειλά μερικές αντιλογίες, μα ο αδελφός του (ο παπάς) θύμωσε, του ’συρε μια φωνή, κι ο δάσκαλος ζάρωσε» (σελ. 340). Αν εναντιωθεί στην εξουσία, θα βρεθεί στη φυλακή, είτε μαύρη είναι αυτή είτε κόκκινη. Ο δάσκαλός είναι ο μόνος που σκοτώνεται στην τελική σύγκρουση, προσπαθώντας να ξεχωρίσει τους αντιμαχόμενους. «…ο δάσκαλος μπήκε στη μέση κι άρχισαν να τον ξυλοφορτώνουν κι από τις δυο μεριές αλύπητα» (σελ. 360)
  Ανάμεσα στα πρόσωπα του έργου είναι και εκείνοι που θα ενσάρκωναν κάποιους αποστόλους. Έχουν καθήκον στο εξής να τους μοιάσουν. Στον Κωνσταντή τον καφετζή του ανατέθηκε να ενσαρκώσει τον Ιάκωβο. Και ο παπα Γρηγόρης τον νουθετεί.
  «-Πρέπει να γίνεις, από σήμερα και πέρα, Κωνσταντή, καινούριος άνθρωπος· καλός είσαι, μα να γίνεις καλύτερος. Πιο τίμιος, πιο γλυκομίλητος, πιο ταχτικός στην εκκλησιά. Να βάνεις πια λιγότερο κριθάρι στον καφέ, να μην ανακατεύεις τ’ αποπιοτίδια με το κρασί που πουλάς, να μην κόβεις το λουκούμι στη μέση, να το πουλάς για αλάκαιρο. Κι έχε το νου σου να μην ξαναδείρεις τη γυναίκα σου, γιατί από σήμερα και πέρα δεν είσαι μονάχα ο Κωνσταντής, παρά κι ο Ιάκωβος, κατάλαβες; Κατάλαβα να λες.
  -Κατάλαβα, αποκρίθηκε ο Κωνσταντής καταντροπιασμένος κι αποτραβήχτηκε στον τοίχο. Έκανε να πει «Δε δέρνω εγώ τη γυναίκα μου, αυτή με δέρνει», μα ντράπηκε» (σελ. 22).
  Και θυμήθηκα ένα πραγματικό περιστατικό που συνέβη σε ένα χωριό δίπλα από το χωριό μου, τον Παχύν Άμμο. Ο πελάτης λέει στον καφετζή. –Ωρέ Γιώργη, νερουλιά βγάζει η ρακί σου, μήπως τη νέρωσες; Και ο καφετζής, γυρνώντας στη γυναίκα του, στο τεζιάκι. –Ωρή Μαρία, μήπως έβαλες κι εσύ νερό στη ρακή; (τα πραγματικά ονόματα τα έχω ξεχάσει).
  Και, μια και ο λόγος για τη ρακή, διαβάζουμε επίσης:
  «-Καλά να πάθει! είπε ο καπετάνιος· αυτά κάνει το νερό, ας έπινε ρακή» (σελ. 20). Ο οποίος καπετάνιος πιο κάτω «…βρήκε τρόπο, μέσα στην αναμπουμπούλα, να ξαναγεμίσει το νεροπότηρό του ρακή» (σελ. 25), ενώ στην ίδια σελίδα παρακάτω λέει «…το πράμα θέλει νου και ρακή». Και θυμήθηκα το συγχωρεμένο τον ξάδελφό μου που κάθε φορά που ζητούσα νερό από την ξαδέλφη μου μου έλεγε: Ρακή να πίνεις, το νερό κάνει ψείρες.
  «Ο πραματευτής ο Γιαννακός θα ενσαρκώσει τον Πέτρο. –Λίγο κλεφταράκος, είπε ο άρχοντας κουνώντας τη βαριά κεφάλα. Μα έμπορος είναι, τι περιμένεις; Δεν πειράζει» (σελ. 20). Ο Γιαννακός αυτός με το γαϊδουράκι του έχει την ίδια αγαπησιάρικη σχέση που έχει ο Λούκι Λουκ με την Ντόλι. Θα τον συναντήσουμε πολλές φορές στο έργο να του μιλάει τρυφερά.
  Το πλούσιο αρχοντόπουλο, που έχει αρραβωνιαστεί την κόρη του παπά, θα ενσαρκώσει τον Ιωάννη. Αυτός φαίνεται να είναι αγνός σαν τον Μανωλιό, αν και ο πατέρας του έχει άλλη γνώμη:
  «-Είσαι κι εσύ σαν τη μάνα σου, μουρμούρισε ο γέρος κοιτάζοντας το γιο του ξαφνιασμένος· είσαι και συ σαν τη μάνα σου· απόξω όλο μέλι, από μέσα όλο κεντρί» (σελ. 298).   
  Όλοι αυτοί θα πλαισιώσουν τον αγνό Μανωλιό που θα ενσαρκώσει το Χριστό. Υπάρχει ακόμη και ο Παναγιώταρος, ο σωμαράς, άσωτος, μέθυσος, εχθρός με όλους και με τον εαυτό του. Ερωτευμένος με την Κατερίνα τη χήρα, θα μισήσει θανάσιμα τον Μανωλιό που έχει κλέψει την καρδιά της. Είναι αυτός που θα μαχαιρώσει τον Μανωλιό, του οποίου ο θάνατος προσημαίνεται ήδη από την σελίδα 193.
  Σαν αντικατοπτρική ιστορία (mise en abyme), γνωστή σε όλους που δηλώνεται ήδη από τον τίτλο, είναι η ιστορία του Χριστού. Ο παραλληλισμός γίνεται ακόμη πιο έντονος στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, όπου ο αγάς, σαν άλλος Πιλάτος, παραδίδει τον Μανωλιό στους προεστούς να τον εκτελέσουν.
  Βλέποντας την ταινία του Ζυλ Ντασέν «Αυτός που ήθελε να πεθάνει» (1956) μου ήλθε στο μυαλό, Θεέ μου συγχώρεσέ με, ο εξής ανίερος παραλληλισμός. Οι Λυκοβρυσιώτες είμαστε λέει εμείς οι Έλληνες και οι Σαρακηνιώτες είναι λέει οι λαθρομετανάστες. Ο παπα Γρηγόρης είναι λέει ο Μιχαλολιάκος και ο Μανωλιός είναι λέει ο Τσίπρας. Ήμαρτον Θε μου.
  Θυμήθηκα επίσης και τους «Αδελφούς Καραμάζωφ». Ο Παναγιώταρος μου θύμισε τον Ντιμίτρι Καραμαζώφ, άγριος και παρορμητικός σαν κι αυτόν, ύποπτος για φόνο όπως και ο Παναγιώταρος για το φόνο του Γιουσουφάκι, και ο Αλιόσα Καραμαζώφ τον Μανωλιό, αγνοί και αμόλυντοι και οι δυο, βαθιά θρησκευόμενοι. Ο διανοούμενος Ιβάν όμως απουσιάζει, ο δάσκαλος μόνο σαν καρικατούρα του θα μπορούσε να εννοηθεί. Ο Καζαντζάκης δεν τρέφει και μεγάλη συμπάθεια στους διανοούμενους, και ο μόνος πραγματικός διανοούμενος που εμφανίζεται στα έργα του είναι ο ίδιος, στον Αλέξη Ζορμπά. (Θυμήθηκα και την άλλη καρικατούρα διανοούμενου στον Καπετάν Μιχάλη, τον δάσκαλο τον Τίτυρο).
  Σε κάθε θεατρική, τηλεοπτική ή κινηματογραφική μεταφορά υπάρχουν πάντα παραλείψεις, αλλαγές και προσθήκες. Τις προσθήκες τις είδαμε στο σήριαλ. Ακόμη και στα 18 επεισόδια από τα 50 που προβλήθηκαν συνολικά (έγιναν με μοντάζ από τις διασωσμένες κόπιες), βλέπουμε αρκετές προσθήκες. Η διασκευή όμως που έκανε ο Νότης Περγιάλης για την τηλεόραση δεν πρόδωσε τον Καζαντζάκη. Στο έργο του Ντασέν, αντίθετα, βλέπουμε όχι μόνο περικοπές αλλά και αλλαγές. Ο Μανωλιός εμφανίζεται αρχικά ως τραυλός, και βρίσκει τη μιλιά του όταν αποφασίζει να μιλήσει στον κόσμο. Επίσης το τέλος είναι διαφορετικό. Ενώ το μυθιστόρημα του Καζαντζάκη τελειώνει με την φυγή των Σαρακηναίων, η ταινία τελειώνει με τους Σαρακηναίους και τους Λυκοβρυσιώτες, ταμπουρωμένοι, να πυροβολούν οι μεν τους δε.
  Μιλούσα σε μια φίλη μου πριν λίγες μέρες για την ταινία και το βιβλίο. Μου είπε ότι ο ηθοποιός που ενσάρκωσε τον Μανωλιό είχε τραγικό τέλος. Μου ανέφερε κάποιες λεπτομέρειες, βρήκα περισσότερες στο διαδίκτυο. Είχε περιθωριοποιηθεί στο τέλος της ζωής του, πολλά χρόνια άστεγος, διαλυμένος από το ποτό και τα ναρκωτικά. Στο νεκροτομείο που μεταφέρθηκε δεν τον αναζήτησε κανείς. Μετά από δυο μήνες διαπιστώθηκε η ταυτότητά του. Ήταν ο Αλέξης Γκόλφης. 
  Και θυμήθηκα που διάβασα κάπου ότι όλοι όσοι ενσάρκωσαν τον Χριστό στην οθόνη είχαν άσχημο τέλος. Εξαίρεση αποτέλεσε λέει ο Βίλεμ Νταφόε, που ενσάρκωσε το Χριστό στον Τελευταίο Πειρασμό, στην ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε. Ο άτυχος ο Γκόλφης απλώς ενσάρκωσε τον Μανωλιό, ο οποίος όμως θα ενσάρκωνε το Χριστό σε μια αναπαράσταση της σταύρωσης, που γινόταν στη Λυκόβρυση κάθε επτά χρόνια.
  Και μια κριτική παρατήρηση: Πιστεύω ότι είναι άστοχο το τοπωνύμιο Σαρακήνα. Κοντά στο χωριό μου (Κάτω Χωριό Ιεράπετρας) υπάρχει μια περιοχή που λέγεται «Σαρακηνούδαινα». Την Κρήτη ως γνωστό την είχαν καταλάβει οι Σαρακηνοί για το διάστημα 827-961, και από αυτούς έμεινε το τοπωνύμιο. Από τη Μικρά Ασία όμως δεν πέρασαν οι άραβες, και ένα τέτοιο τοπωνύμιο ξενίζει. Χωριά όπως οι Αρμένοι στην Κρήτη και Αρβανιτοχώρι στην Κάσο, προφανώς πρωτοκατοικήθηκαν από Αρμένιους και Αρβανίτες αντίστοιχα.
  Ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί την κοινή νεοελληνική. Η γλώσσα του δεν έχει καμιά σχέση με τη γλώσσα των ηθογραφικών πεζογραφημάτων που κυκλοφορούν στην Κρήτη, και που έχουν σαν στόχο τη διάσωση της γλώσσας με την πιστή αναπαραγωγή του κρητικού ιδιώματος. Δεν θα συναντήσουμε το «ήντα», το «εδά» και το «επαδέ». Κάπου γράφει «γάτος» (σελ. 439) και όχι κάτης, όπως λέμε στην Κρήτη. Χρησιμοποιεί κρητικές λέξεις κυρίως όταν δεν υπάρχει η ακριβής αντίστοιχη νεοελληνική. Βρήκα όμως μια εξαίρεση: Γράφει κάπου: «πολλά έξυπνος, πολλά καπάτσος» (σελ. 71) αντί «πολύ έξυπνος». Θυμάμαι που άκουσα αυτό το «πολλά» από τη μητέρα μου και με ξένισε. Έλεγε για κάποια ότι ήταν «πολλά εγωίστρια».
  Εκτός από το «πολλά» ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί και εκφράσεις που δεν ξέρω αν ακούγονται πια στην Κρήτη, όπως «Κατάλαβες; Κατάλαβα να λες», «και χάσει η Βενετιά βελόνι», «έλα γεια σου», «άε στο γέρο το διάολο» και «πήγαινε στα εφτά καλά του Θεού»
    Διαβάζουμε:
  «Προχθές, ένας από τους χωριανούς μας πήγε στους πρόσφυγες της Σαρακήνας που πεινούν και δεν έχουν τι να ντυθούν και πού να κοιμηθούν, είχε κουβαλήσει όλο του το βιος και φώναξε: «Ελάτε, αδέλφια, πάρτε, μοιραστείτε ό,τι έχω· παράδες δε θέλω, μα δεν τα χαρίζω· τα δανείζω, να μου τα πλερώσει ο Θεός στον άλλο κόσμο» (σελ. 282-283).
  Δεν ξέρω κατά πόσο γίνεται αντιληπτή ή περνάει απαρατήρητη αυτή η σάτιρα του Καζαντζάκη. Ότι προσφέρουμε στον πλησίον μας γίνεται με το αζημίωτο. Αγαπάμε τον πλησίον μας ως εαυτόν με το αζημίωτο. Χωρίς το δέλεαρ του Παραδείσου, της ανταμοιβής σε μια άλλη ζωή, οι περισσότεροι χριστιανοί θα είχαν φτερουγήσει μακριά. Αυτό καλά το ήξερε ο Μωάμεθ, γι’ αυτό στον δικό του παράδεισο τάζει περισσότερα. Όταν πεθαίνει ο Πατριαρχέας, ο αγάς σχολιάζει:
  «-Καλός άνθρωπος ήταν… από κείνους που πάνε στην παράδεισο· καλοφαγάς, μονοφαγάς, μουρντάρης. Έχασε όμως ο κακομοίρης που δεν ήταν μουσουλμάνος να μπει στην εδική μας την Παράδεισο-κάργα ατζέμ πιλάφι, Γιουσουφάκια και χανούμισσες· εκεί, μωρέ, έπρεπε να τρυπώσεις Πατριαρχέα» (σελ. 331).
  Ξαναδιαβάζοντας το «Χριστός ξανασταυρώνεται» διατρανώθηκε ακόμη περισσότερο η πεποίθησή μου ότι ο Καζαντζάκης είναι ο τρισμέγιστος της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Επίσης και η απόφασή μου, να ξαναδιαβάσω τους κλασικούς.


Post a Comment