Book review, movie criticism

Saturday, July 21, 2012

Του τάφου, 3η ιστορία, Οι τρεις θρηνούσες αδελφές



Του τάφου, 3η ιστορία, Οι τρεις θρηνούσες αδελφές

  Την ιστορία αυτή μου τη διηγήθηκε πριν χρόνια ο φίλος μου ο Μιχάλης Κωστάκης, από την Παχιά Άμμο.  
  Ο πατέρας πεθαίνει, και οι περισσότεροι χωριανοί, όπως συμβαίνει στα χωριά, συνοδεύουν το ξόδι στην τελευταία κατοικία. Οι τρεις κόρες τον μοιρολογούν. Το μοιρολόι ως είθισται είναι στη μορφή της μαντινιάδας. Και η μητέρα μου με μαντινιάδες θρήνησε τη γιαγιά μου όταν πέθανε. Μια θεια μου μάλιστα, μετά από πενήντα χρόνια, θυμόταν δυο τρεις και μου τις είπε πέρυσι, και κάπου τις έχω γραμμένες.
  Λέει λοιπόν η πρώτη αδελφή, μέσα από τους λυγμούς της:
  «Στον κάτω κόσμο που θα πας κράτα και μια ντομάτα
  να κάτσετε όλοι μαζί να κάμετε σαλάτα».
  Ακολουθεί η δεύτερη αδελφή με τη δική της μαντινιάδα
  «Στον κάτω κόσμο που θα πας κράτα και ένα αγγούρι
  και βάλε και λίγη ρακί μέσα σ’ ένα παγούρι»
  Η τρίτη όμως αδελφή δεν είχε το στιχουργικό τάλαντο των αδελφάδων της. Ίσως να προσπάθησε για κάποια δευτερόλεπτα, δεν της βγήκε, και έτσι φώναξε σπαραχτικά. –Κράτα πατέρα και κιοντανέ (πράσο). Οι χωριανοί, όπως ήταν φυσικό, ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια.
  Και επιβεβαιώθηκε για μια ακόμη φορά το ρηθέν πως δεν υπάρχει γάμος άκλαυτος και κηδεία αγέλαστη. Και βέβαια η πιο γνωστή περίπτωση «γελαστής» κηδείας είναι αυτή που αφηγείται ο Ιωάννης Κονδυλάκης στο περίφημο διήγημά του «Ο επικήδειος».
  Ο Μιχάλης σταμάτησε σ’ αυτό το σημείο την αφήγησή του. Όμως εγώ, γράφοντας αυτές τις γραμμές, αναρωτιέμαι: ένοιωσαν καθόλου ντροπιασμένοι οι χωριανοί που έσκασαν στα γέλια με τον κιοντανέ; Και, το σοβαρότερο, πώς να ένοιωσε άραγε η καημένη η τρίτη θυγατέρα, που όχι μόνο δεν μπόρεσε να θρηνήσει τον πατέρα της με τρόπο ανάλογο, όπως οι αδελφές της, αλλά προκάλεσε και τη θυμηδία των συγχωριανών της; Δεν θα ένοιωσε σαν να ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί;
  Μου θυμίζει την Κορντέλια στο «Βασιλιά Ληρ». Όπως και εκείνη, φάνηκε να υστερεί σε λόγια σε σχέση με τις αδελφές της, αλλά, δεν ξέρω γιατί, θέλω να πιστεύω ότι, όπως και η Κορντέλια, αγαπούσε περισσότερο τον πατέρα της.
Post a Comment