Monday, January 21, 2019

Χοσέ Λεσάμα Λίμα, Paradiso


Χοσέ Λεσάμα Λίμα, Paradiso (μετ. Μανώλης Παπαδολαμπάκης), Ίνδικτος 2002, σελ. 721


  Ο διάλογος σε ταβέρνα: «Μου το σύστησε ο…, αλλά δεν μπόρεσα να το προχωρήσω», μου λέει ο φίλος μου, «Αν θέλεις σου το δανείζω».
  Αυτό με ιντρίγκαρε και είπα «Βεβαίως. Αρκεί να μη σε πειράζει να υπογραμμίζω και να τσακίζω σελίδες». «Καθόλου», μου λέει, «απεναντίας».
  Και το δανείστηκα.
  Από τις υπογραμμίσεις του είδα ότι είχε φτάσει μέχρι την 105η σελίδα. «Ούτε εγώ μπόρεσα να το τελειώσω» λέει άλλος φίλος χθες βράδυ σε άλλη ταβέρνα.
  «Πάνε χρόνια, όμως θυμάμαι ότι με δυσκόλεψε η ανάγνωση, δεν θυμάμαι αν το αποτέλειωσα· πώς αντέχεις να το μεταφράσεις;» (σελ. 691). Αυτό το είπε στον μεταφραστή Ισπανός φιλόλογος.
  Ο Καμύ είχε πει: «Αυτοί που γράφουν ξεκάθαρα έχουν αναγνώστες. Αυτοί που γράφουν δυσνόητα, έχουν σχολιαστές». Ο Χοσέ Λεσάμα Λίμα γράφει δυσνόητα και έχει σχολιαστές. Από τους πιο φλογερούς σχολιαστές του είναι ο Χούλιο Κορτάσαρ, που και αυτός κινείται στο ίδιο μήκος κύματος γραφής. Εγώ όλο και περισσότερο ενδιαφέρομαι για την «απόλαυση του κειμένου», σαν αναγνώστης, δεν ξεχνώ όμως ότι έχω διδακτορικό στην αφηγηματολογία, και επί πλέον, αν και συνταξιούχος πια, είμαι περίεργος για τις δυσνόητες γραφές. Πάντα με αποζημιώνουν, έστω και αν δεν έχω διάθεση να επιστρέψω στους συγγραφείς τους. Και κάποιες φορές απολαμβάνω πραγματικά την ανάγνωση, ακόμη και για βιβλία όπως «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» του Ρόμπερτ Μούσιλ, για τον οποίο ένας άλλος φίλος είπε ότι είναι ένα βιβλίο «που δεν διαβάζεται».
  Έκανα μια εξαίρεση, και καλά έκανα, τον Κάρλος Φουέντες. Δύσκολη η «Αύρα», εντελώς σκοτεινά τα «Γενέθλια» (σε ένα τόμο), όμως τα «Κρυστάλλινα σύνορα» που διάβασα μετά ήταν εντελώς διαυγή. Και η επιβεβαίωση για το ρηθέν του Καμύ: μου έστειλε e-mail φοιτητής, προπτυχιακός ή μεταπτυχιακός δεν θυμάμαι, που είχε διαβάσει την ανάρτησή μου για τα δυο αυτά σκοτεινά έργα. Δεν θυμάμαι για ποιο από τα δυο του είχε δώσει ο καθηγητής του να κάνει εργασία, αν και υποθέτω για τα «Γενέθλια».
  Το βιβλίο είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό. Όπως συμβαίνει με όλα (σχεδόν) τα βιβλία που η γλώσσα βρίσκεται σε πρώτο πλάνο, η πλοκή υποχωρεί σημαντικά. Αυτά που γράφει ο Λίμα σε 700 τόσες σελίδες ένας άλλος θα τα περιόριζε σε πενήντα μόνο. Σ’ αυτό πρωταγωνιστούν τρία κυρίως πρόσωπα, ο Σεμί, η περσόνα του συγγραφέα, ο Φοσιόν και ο Φρόνησις, φίλοι του.
  Το βιβλίο χαρακτηρίζεται ως ποιητικό-δοκιμιακό μυθιστόρημα. Ποιητικό, κυρίως εξαιτίας των πλούσιων και ευφάνταστων μεταφορών του. Δοκιμιακό, γιατί περιέχει δοκιμιακές σελίδες πάνω σε ένα σωρό θέματα, από ιχθυολογία και μουσική μέχρι ζωγραφική και… μα φυσικά, λογοτεχνία.
  Ένα χαρακτηριστικό του συγγραφέα είναι η ευρυμάθειά του. Ξέρει ένα σωρό πράγματα πάνω σε διάφορους τομείς. Και βέβαια το εντυπωσιακό για μας τους Έλληνες είναι η ελληνολατρία του. Οι αναφορές του σε ιστορικά και μυθολογικά πρόσωπα είναι άφθονες, κυρίως στις μεταφορές του, ενώ συχνά παραθέτει ελληνικές λέξεις με λατινικούς χαρακτήρες, όπως μας ενημερώνει σε υποσημείωση ο μεταφραστής. Αφού είναι ελληνομαθής λοιπόν, δεν εκπλήσσει που είναι και λατινομαθής.
  Αν το βιβλίο είναι δύσκολο στην ανάγνωση αυτό πιστεύω οφείλεται στον μακροπερίοδο λόγο του συγγραφέα. Υπάρχουν περίοδοι που καλύπτουν σχεδόν τη μισή σελίδα. Χρειάζεται τεταμένη προσοχή για να μη χάσεις το νόημά τους.
 Μετά από αυτά τα γενικά θα κοιτάξω τις υπογραμμίσεις μου.
 Στις υποσημειώσεις διαβάζουμε για κάποιες αβλεψίες του συγγραφέα. Εδώ βλέπω μια που δεν υπάρχει σε υποσημείωση.
  «Στο γάμο τους, εκείνη ήταν δεκαεφτά κι εκείνος τριάντα εφτά, μια διαφορά δύο γενεών» (σελ. 112).
  Είκοσι χρόνια διαφορά κάνουν μια γενιά και όχι δυο.
  Καθώς θέλω να είμαι σίγουρος για κάτι, έψαξα στο ισπανικό κείμενο. Παραθέτω το απόσπασμα: Ella tenía diecisiete años y él treinta y siete, había esa diferencia de años que separa el padre de los hijos. Αυτή ήταν 17 χρονών και αυτός 37, είχαν αυτή τη διαφορά ηλικίας που χωρίζει τον πατέρα από τα παιδιά.
  Μεταφραστικό λοιπόν το ατόπημα σ’ αυτή την περίπτωση.
  Όμως, να το πούμε αυτό, στη μετάφραση ενός λογοτεχνικού έργου δεν μετράει τόσο η πιστότητα όσο το ύφος. Αν αντί για «δύο γενεών» ο μεταφραστής έγραφε «μιας γενιάς», δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα.
  «Τη φρίκη που ένιωθε η κόρη μου να καταπιεί ο,τιδήποτε αδιαφανές και σκουρόχρωμο, δυστυχώς την έχασε αμετάκλητα, κολλώντας ένα μαύρο τύφο που την οδήγησε μέσα σε δυο βδομάδες στον Σφραγιδοφύλακα Νου, τον Νικηφόρο, πρώτο φρουρό της πύλης του κάτω κόσμου των Αιγυπτίων» (σελ. 113).
  Ωραία εικόνα για να πει ότι πέθανε, που δείχνει και τη γνώση του αιγυπτιακού πολιτισμού που κατέχει ο συγγραφέας, και που φαίνεται σε πάρα πολλά σημεία του μυθιστορήματος.
  Και μια εξαιρετική μεταφορά: 
  «Δεν είναι πλέον παρά γελοίες αλκυόνες στις νιτσεϊκές αλκυονίδες ημέρες τους» (σελ. 118).
  Οι αλκυόνες είναι μια μεταφορά για δυο κόρες, αλλά οι νιτσεϊκές αλκυονίδες μέρες τους τι μπορεί να σημαίνουν; Μήπως ημέρες κατά τις οποίες δεν βρισκόντουσαν σε μια διανοητική ένταση; Μόνο αυτό μπορώ να υποθέσω, έχοντας διαβάσει τον Νίτσε. Βέβαια, στην επόμενη υπογράμμισή μου, τα πράγματα δεν είναι καθόλου καθαρά: «…με τη χαρά του σκυλόψαρου που πολιορκεί έναν ομηρικό σολομό, ή του βοστρυχωτού ιππόκαμπου με τη δωρική του έκπληξη μπροστά στο σκοτεινό θαλάμι των αστακών» (σελ. 136).
  Δεν θυμάμαι στα ομηρικά έπη να διάβασα για κανένα σολομό, και δεν έχω ιδέα πώς μπορεί να είναι μια δωρική έκπληξη. Τα προσλαμβάνω απλά ως δείγμα της αρχαιολατρίας του συγγραφέα.
  Όμως να παραθέσω άλλα τρία αποσπάσματα που αντέγραψα όταν διάβαζα το βιβλίο.
  «Το εύρος της πλάτης του, η εμφανής κοιλότητα του στέρνου του, τονιζόντουσαν από τα πόδια που υποβάσταζαν τον κορμό με τη θαυμαστή ελαφρότητα της αποικίας των μυρμηγκιών που σέρνουν ένα ρεβύθι» (σελ.136).
  Ωραία παρομοίωση, όπως και η παρακάτω:
  «Οι φέτες του ψωμιού τρανταζόντουσαν από το ασταμάτητο κόψιμο των καρβελιών, σαν θλιμμένα ψάρια που χτυπούν απελπισμένα τις ουρές τους έξω από το νερό» (σελ.137).
  Και η παρακάτω:
  «Βέβαια, ο απρόσεκτος πλήρωνε ένα εξουθενωτικό τίμημα για κείνη τη στιγμή που η εγρήγορση των αυτοματισμών του ήταν κατώτερη ενός σμήνους περιστεριών ή των ψαριών απέναντι στα ψίχουλα που τους πετάνε στην επιφάνεια των νερών» (σελ. 137).
  Και συνεχίζω:
  «Κάθεσαι σαν να έχεις ριζώσει. Κι όταν στέκεσαι, θα ’λεγε κανείς ότι μεγαλώνεις, όμως προς τα μέσα, προς το όνειρο» (σελ. 141).
  Υπάρχουν πολλά τέτοια, και μόνο γι’ αυτά αξίζει να διαβάσει κανείς το «Paradiso».
  «Του φαινόταν ότι εκείνος ο Φίμπο που πηδούσε από θρανίο σε θρανίο, κραδαίνοντας στον αέρα τη γαμψή σαν το ράμφος του παπαγάλου πέννα του μπροστά στην πυρκαγιά μιας ζαχαροφυτείας, ήταν ένας από εκείνους τους μικρούς θεούς που ξεφεύγουν από την πανοπλία του Αχιλλέα στο καμίνι του Ηφαίστου» (σελ. 145).
  Και αυτό ένα ακόμη δείγμα της ελληνολατρίας του Λίμα.
  «Οι εφτά μήνες που πέρασα στην κοιλιά της μητέρας μου ήταν αρκετοί για να με γεράσουν» (σελ. 157).
  Το παραπάνω είναι του Κίρκεγκωρ, ο Λίμα απλώς το παραθέτει.  
  «Η γριά Μέλα άπλωσε μια γοργόνα στους ρόζους του χρόνου» (σελ. 175).
  Έχει ο χρόνος ρόζους;
  Για τους ποιητές, ναι.
  Και πού τη βρήκε τη γοργόνα;
  Ένας ποιητής δεν θα αναρωτηθεί ποτέ.
  «Όμως η αποφασιστικότητα της Μέλα προχωρούσε διαπερνώντας τις αντιστάσεις, σαν μια φάλαγγα Αχαιών που ανεβαίνει κραυγάζοντας πάνω στα πλοία με τις χάλκινες πρώρες» (σελ. 180).
  Βλέπω έχω περάσει τις δυο σελίδες, κάνω πια αυστηρή επιλογή.
 «Τότε, με την πραότητα της Ελεονόρα Ντυς όταν υπαγόρευε τα απομνημονεύματά της…» σελ. 187.
 Εδώ μπαίνει ένα γενικότερο μεταφραστικό πρόβλημα, η απόδοση ονομάτων όχι ιδιαίτερα γνωστών που στη γλώσσα μας είναι καθιερωμένη διαφορετικά. Υποθέτω ότι πρόκειται για την Ελεονόρα Ντούζε.
  Υπάρχουν κι άλλα.
  «Σαν σ’ ένα πίνακα του Μπρέγκελ…» (σελ. 212).
  Γράψε λάθος. Τον ήξερα Μπρίγκελ. Ψάχνοντας τώρα στη google βλέπω ότι το Bruegel αποδίδεται και Μπρίγκελ και Μπρέγκελ. Την εποχή που μετέφραζε ο Παπαδολαμπάκης δεν θυμάμαι να υπήρχε google.
  Πιο κάτω διαβάζω για ένα Μπρούγκελ (σελ. 511). Στο κείμενο γράφεται ανορθόγραφα Breughel (σελ. 345 στο pdf που έχω). Στη google βλέπω πάλι να αποδίδεται Μπρέγκελ ή Μπρίγκελ. Το όνομά του, Πίτερ. Από το 1559,  διαβάζω στη βικιπαίδεια, εξέπεσε το h και άρχισε να υπογράφει ως Bruegel. Στα ελληνικά, λέει, αποδόθηκε και ως Μπρέχελ.
  Τέλος ο Henry Purcell είναι Χένρι Πέρσελ και όχι Πάρσελ  (σελ. 520).  
  «Μονάχα οι νευρωτικοί παραπονούνται παρακολουθώντας τους σφυγμούς τους» (σελ. 202). Σ’ αυτούς ανήκω κι εγώ, με τις ταχυπαλμίες που με πιάνουν κατά διαστήματα. Σε ένα μήνα που θα φορέσω το holder θα δείξει αν είναι αθώες ή όχι.
  «Η λησταρχία, μάστιγα της περιοχής, κακό αναγκαίο οφειλόμενο στη διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο, έπρεπε να εξολοθρευτεί» (σελ. 208).
  Να λοιπόν που δεν την είχαμε μόνο εμείς εκείνα τα χρόνια.
  «…που εκτείνεται από το Yi King μέχρι το…» (σελ. 223).
  Το κλασικό κινέζικο βιβλίο αποδίδεται με διάφορους τρόπους. Στα pinyin μεταγράφεται σε Yìjīng και προφέρεται γι τζινγκ. Yi King το γράφει ο Λίμα, νομίζοντας ότι το Q στο Qing, όπως το έχω δει και μεταγραμμένο, προφέρεται Κ, ενώ στα pinyin προφέρεται Ch, προφορά κοντά στο J.
   «Βαστούσε μια μακριά στέκα, όπως η θεά της σοφίας το δόρυ της, με μια γαλήνια σβελτάδα» (σελ. 250).
  Είπαμε, η αρχαία Ελλάδα είναι εμμονή του.
  «…καθώς-κατά τους αρχαίους Έλληνες-το τέταρτο ποτηράκι ποτό είναι το ποτήρι της παραφροσύνης…» (σελ. 254). Το επαναλαμβάνει και στη σελίδα 331.
  Αυτό καλό είναι να το διαβάσουν μερικοί μερικοί.  
  «Όποιος βαδίζει πολύ, ζει πολύ» (σελ. 352). Αυτό είναι γιαπωνέζικο γνωμικό. Εγώ έχω το δικό μου: «Καλύτερα να περπατάς πριν το έμφραγμα παρά μετά το έμφραγμα».    
  «Οι στωικοί που προπαγάνδιζαν την ομαδική αυτοκτονία…» (σελ. 589).
  Να κάτι που δεν ήξερα. Από αυτούς άραγε να εμπνεύστηκε εκείνος ο περιβόητος Τζόουνς; Έδωσα ένα σύνδεσμο γι’ αυτόν στην ανάρτηση που έκανα για την ταινία του Hirokazu Koreeda «Distance», που αναφέρεται στο πραγματικό γεγονός της αυτοκτονίας κάπου διακοσίων ατόμων, μελών μιας θρησκευτικής αίρεσης, ενώ πολύ περισσότερα μόλις που κατάφεραν να διαφύγουν το θάνατο.
  Στη λέξη «Αβιγαία» υπάρχει παραπομπή σε υποσημείωση: «Αβιγαιά ή Αβιγάιλ: η γυναίκα του βασιλιά Δαυίδ των Εβραίων» (σελ. 447).
  Επιτέλους!!! Έμαθα τι σόι όνομα είναι και αυτό το Abigaile.
  «… κι ένα προγούλι μεγάλο σαν το πουγκί συμβολαιογράφου…» (σελ. 611).
  Ναι, βγάζανε τρελά λεφτά οι συμβολαιογράφοι τις καλές εποχές.
  «…για το έργο Ο θείος Γκοριό» (σελ. 615).
  Το ξέρω σαν «Ο μπάρμπα Γκοριό». Στη biblionet βλέπω να το έχουν εκδώσει διάφοροι εκδοτικοί οίκοι μ’ αυτόν τον τίτλο.
  «Το μαεστρόζο των ρωμαντικών» (σελ. 636).
  Όχι, αυτό είναι λάθος επιμέλειας, το επιβεβαίωσα κοιτάζοντας το ισπανικό κείμενο.
  Και ένα τελευταίο, μακροσκελές, αλλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικό της ποιητικής του Λίμα.
  «Η πλήξη της αναμονής τον έκανε να σκεφτεί τη σκάλα που οδηγούσε στο δωμάτιο του αδελφού του. Όμως στο τέλος εκείνου του λαβυρίνθου έμελλε να συναντήσει το χτύπημα του σφυριού που θα κατέστρεφε τη ζωή του του έλλογου ζώου. Ας διευκρινίσουμε το ελάχιστο που χρειάζεται διευκρίνιση, σχετικά με το τι συνάντησε ο Νικολάς στο τέλος του λαβυρίνθου: τον ταύρο που δεν τον σκότωσε αλλά του πήρε το λογικό, καρφωμένο από ένα από τα κέρατά του. Αυτή το φορά ο ταύρος δεν θα βύθιζε τα κέρατά του στο βουβώνα του ανθρώπου, σαν να ψάχνει και να θέλει να κρύψει σ’ ένα σάβανο τα μυστικά του σπέρματος, αλλά να διακηρύξει ότι τα κέρατά του θα παίρνανε μαζί τους σαν τρόπαιο το λογικό του, που αυτό ήταν που εμπόδιζε τα κέρατά του να απειλήσουν την ισορροπία των αστρικών σχηματισμών» (σελ. 474-475).
  Τι ήθελε να πει ο Λίμα στο παραπάνω απόσπασμα;
  Αυτό που ήθελε να πει είναι ότι ένας από τους ήρωές του τσάκωσε τη γυναίκα του με τον αδελφό του στο δωμάτιό του και έχασε τα λογικά του.
  Και ένα τελευταίο, που το προσθέτω μετά την ανάρτηση.
  «Εν τάξει, λοιπόν, απάντησε ο Ναπολέων, ζωγραφίστε το με τον τρόπο που θέλετε. Μπερτιέ, δώστε του μια στρατιωτική συνοδεία για να τον οδηγήσει σ’ εκείνο το τοπίο. Τελικά ο νεαρός ζωγράφισε το υψίπεδο του Ριβολί, όμως χωρίς να υπάρχει κάποιο στοιχείο του πίνακα που να υπαινίσσεται τη μάχη που είχε γίνει εκεί. Του πλήρωσαν είκοσι πέντε λουδοβίκια, όμως εκείνος επέστρεψε τα έξι, λέγοντας ότι η δουλειά του δεν του είχε στοιχίσει περισσότερα. Ο Μπιότζι πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στη Βρετάνη. Σήμερα δεν τον θυμούνται, παρά μόνο με αφορμή εκείνο το ανέκδοτο, αφού η ζωγραφική του ήταν ασήμαντη» (σελ. 546).  
  Πιο πριν στο κείμενο αναφέρθηκαν τα πόστα και οι τιμές που του πρόσφερε ο Ναπολέων και τις αρνήθηκε.
  Τα πράγματα είναι όπως και στη δημοσιογραφία. Ο σπουδαίος καλλιτέχνης, επιστήμονας, πολιτικός κ.λπ. είναι όπως η είδηση. Ο άνθρωπος, ο χαρίεις άνθρωπος, σπάνια είναι είδηση. Εγώ υποκλίνομαι πάντα στον άνθρωπο. Όταν ο συγγραφέας, για να αναφέρω μόνο μια κατηγορία διάσημων, δεν είναι «άνθρωπος», όσο εξαιρετικός και αν είναι έχει ξεπέσει στη συνείδησή μου, σε άλλη ανάρτησή μου έχω αναφέρει ονόματα. Υποκλίνομαι στον Μπιότζι που δεν έκανε αβαρίες στην τέχνη του για να κερδίσει εύνοια και πόστα, όσο μέτρια και αν ήταν αυτή. 
  Αν επιχειρήσετε να διαβάσετε το «Paradiso» θα συμβούλευα να διαβάσετε πρώτα το ΧΙΙ και το ΧΙΙΙ κεφάλαιο, τα οποία είναι περίπου σαν αυτοτελείς νουβέλες. Το XIV, το τελευταίο, είναι αρκετά δύσκολο. Αν δεν τα βρείτε σκούρα, τότε μπορείτε να το διαβάσετε από την αρχή. Εγώ βέβαια δεν μετάνιωσα καθόλου που το διάβασα, τέτοια γραφή δεν έχω ξανασυναντήσει.
  Να μην το ξεχάσω, το κείμενο είναι στο πολυτονικό, το οποίο βέβαια δεν ακολούθησα στα παραθέματά μου.


No comments:

Post a Comment