Book review, movie criticism

Friday, August 26, 2016

Ομήρου Οδύσσεια



Ομήρου Οδύσσεια (μετ. Γ.Δ.Ζευγώλη) Πάπυρος 1975


  Τα πολλά τα είπαμε πριν είκοσι μέρες, γράφοντας για την «Ιλιάδα». Σειρά έχει σήμερα η «Οδύσσεια».
  Ο Δημήτρης Μαρωνίτης είχε πει ότι «Η Οδύσσεια είναι έργο αγαπησιάρικο. Αντίθετα η Ιλιάδα είναι ακατάδεκτη, δεν δέχεται τα χάδια μας».
  Την ίδια αίσθηση έχω κι εγώ. Η «Οδύσσεια» μου άρεσε περισσότερο από την «Ιλιάδα». Η «Ιλιάδα» είναι αιματοβαμμένη, πολύ λιγότερο όμως είναι η «Οδύσσεια». Οι σημερινοί αναγνώστες δεν είναι οι πολεμόχαροι αριστοκράτες του 8ου αιώνα, εποχή κατά την οποία γράφηκαν τα δυο έπη, που με μεγάλη ευχαρίστηση διάβαζαν για μάχες και σκοτωμούς.
  Πιστεύω ότι υπάρχουν και άλλοι λόγοι.
  Στους προσληπτικούς μας κώδικες κυρίαρχη είναι η μανιχαϊστική αντίθεση ανάμεσα στους καλούς και στους κακούς, κώδικες που έχουν καλλιεργηθεί κυρίως από τον κινηματογράφο. Στην «Οδύσσεια» είναι ξεκάθαρο: ο Οδυσσέας είναι ο καλός και οι μνηστήρες οι κακοί. Στην «Ιλιάδα» όμως; Ο Όμηρος δεν παρουσιάζει καθόλου τους Τρώες ως τους κακούς της ιστορίας. Μάλιστα, όπως έχει γραφεί, την παράσταση την κλέβει ο Έκτορας, ο αγαθός οικογενειάρχης που υπερασπίζεται την πατρίδα του. Ο Αχιλλέας, παρά την ανδρεία του, την οποία θα εκτιμούσαν περισσότερο οι αρχαίοι, μας προκαλεί μια κάποια αποστροφή με την αγριότητά του. Δεν είναι μόνο που σέρνει δεμένο στο άρμα του τον νεκρό του Έκτορα, είναι και οι δώδεκα νεαροί Τρώες που θυσιάζει στον τάφο του Πάτροκλου. Την ανεπιφύλακτη συμπάθειά μας την κερδίζει μόλις στην τελευταία ραψωδία, όταν αποδίδει τον νεκρό στον Πρίαμο. (Βέβαια και ο Οδυσσέας κρεμάει 12 δούλες που τα είχαν φτιάξει με τους μνηστήρες, όμως αυτές είναι ένοχες, και επί πλέον είναι γυναίκες. Όμως αυτό δεν το βλέπουμε στις ταινίες, ούτε καν στο εξάωρο σήριαλ, για τα οποία θα μιλήσουμε παρακάτω).  
  Υπάρχει βέβαια και ο προσωπικός λόγος που μου άρεσε περισσότερο η «Οδύσσεια»: τη βρήκα πιο εύκολη. Αφενός γιατί έχοντας διαβάσει την «Ιλιάδα» είχα εξοικειωθεί αρκετά με την ομηρική γλώσσα, και αφετέρου γιατί γλωσσικά είναι πιο εύκολη, όντας μεταγενέστερη και έχοντας εξομαλυνθεί, όπως διάβασα κάπου.
  Στην «Ιλιάδα» το μοναδικό φανταστικό στοιχείο είναι η εμπλοκή και η εμφάνιση των θεών στη σύγκρουση. Στην «Οδύσσεια» έχουμε επιπλέον τις σειρήνες, την Κίρκη που μεταμορφώνει τους ανθρώπους σε γουρούνια, τους ασκούς του Αιόλου, τον γίγαντα μονομάτη Κύκλωπα, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, κ. ά.
  Ο Όμηρος όμως είναι πολύ προσεκτικός. Το φανταστικό το εμφανίζει σε δεύτερο αφηγηματικό επίπεδο, με τον Οδυσσέα να αφηγείται τις περιπέτειές του στον βασιλιά των Φαιάκων, περιπέτειες που θα μπορούσε κάλλιστα να τις είχε ονειρευτεί. Η κόρη του η Ναυσικά, προς μεγάλη της απογοήτευση, θα δει τον Οδυσσέα να φεύγει για την Ιθάκη. Πολύ θα τον ήθελε για άντρα της και ο πατέρας της για γαμπρό του, όμως είναι παντρεμένος και έχει και ένα γιο. Έτσι του παρέχει ένα καράβι με τα απαραίτητα εφόδια για το ταξίδι της επιστροφής.
  Και, όπως κάνουμε πάντα, θα ξεφυλλίσουμε να δούμε τις υπογραμμίσεις μας και θα σχολιάσουμε ανάλογα.
  «λιπαρά κρήδεμνα» (το κεφαλομάντηλο το ωραίο, Α, 334).
  Κάποτε ο πατέρας μου είπε για τις πατάτες που μόλις έφαγε ότι δεν ήταν «λιπαρές». Με εξέπληξε, γιατί οι πατάτες δεν έχουν λίπος. Χρησιμοποίησε τη λέξη «λιπαρές» με τη σημασία του «νόστιμες». Εδώ βλέπω μια ακόμη πιο διευρυμένη σημασία, το «λιπαρός» με τη σημασία του «ωραίος».
  Διαβάζουμε:
  «Εὐρύκλει', Ὦπος θυγάτηρ Πεισηνορίδαο,
τήν ποτε Λαέρτης πρίατο κτεάτεσσιν ἑοῖσι,  
πρωθήβην ἔτ' ἐοῦσαν, ἐεικοσάβοια δ' ἔδωκεν,
ἶσα δέ μιν κεδνῇ ἀλόχῳ τίεν ἐν μεγάροισιν,
εὐνῇ δ' οὔ ποτ' ἔμικτο, χόλον δ' ἀλέεινε γυναικός· Α, 429-433).
  Αντιγράφουμε τη μετάφραση.
  Την Ευρύκλεια, την κόρη του Ώπα του γιου του Πεισήνορα, που ο Λαέρτης την αγόρασε κάποτε που ήταν ακόμα νεαρή, δίνοντας πράγματα δικά του που είχαν αξία είκοσι βοδιών και στ’ ανάκτορα την τιμούσε το ίδιο με την πιστή του γυναίκα, μα ποτέ δεν κοιμήθηκε μαζί της στο κρεβάτι, γιατί φοβόταν της γυναίκας του το θυμό.
  Ζόρικες οι γυναίκες στην αρχαιότητα, από τις κοινές θνητές μέχρι τις θεές (για την Ήρα γράψαμε στην ανάρτησή μας για την «Ιλιάδα»).
  «αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο…», μα όταν πια χόρτασαν από πιοτό και φαγητό…
  Το στίχο αυτό τον συναντήσαμε 7 φορές στην «Ιλιάδα» και 14 στην «Οδύσσεια». Καλοπερνούσαν οι αρχαίοι. Στην «Ιλιάδα» βέβαια δεν είχαν και τόσο καιρό για φαγοπότι γιατί έπρεπε να πολεμούν τους Τρώες. Υπάρχουν και κάποιοι άλλοι στίχοι με ίδια σημασία που δεν έχει νόημα να τους παραθέσω (τους βρήκα στον «Μουσαίο», βάζοντας στην αναζήτηση τη λέξη «εδητύος»).
  Δεν τρέχει μόνο άφθονο το αίμα και το κρασί, αλλά και τα δάκρυα. Οι ήρωες δεν ντρέπονται να κλαίνε. Βάζοντας στην αναζήτηση στο Μουσαίο τη λέξη «δάκρυ», τη βρήκα 44 φορές στην «Ιλιάδα» και 61 στην «Οδύσσεια». Βέβαια κάποια από αυτά τα δάκρυα τα χύνουν γυναίκες. Δεν έψαξα για λέξεις όπως γόος και άλλες παρόμοιες, που κι αυτές συναντώνται αρκετά συχνά.
  Επίσης:
  «ἦμος δ' ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς…». Μα όταν φάνηκε η ροδοδάχτυλη Αυγή που τη γεννούν τα ξημερώματα…
  Το στίχο αυτόν τον συναντήσαμε 2 φορές στην «Ιλιάδα» ενώ βρήκαμε και 3 άλλους στίχους με ίδια σημασία. Στην «Οδύσσεια» αντίθετα τον συναντήσαμε 20 φορές και 2 μόνο  παραλλαγές. Πιο ποιητική η «Οδύσσεια».
  Υπάρχουν βέβαια και άλλες επαναλήψεις, πολλές φορές αρκετών στίχων, όπως και στην «Ιλιάδα». Και εδώ επίσης συναντήσαμε το εφέ της απαρίθμησης. Όμως το εφέ της αποστροφής αν και το συναντήσαμε πολλές φορές, αφορούσε μόνο ένα πρόσωπο. Ο ποιητής απευθύνεται στον Εύμαιο.
  «τὸν δ' ἀπαμειβόμενος προσέφης, Εὔμαιε συβῶτα» (Ξ 55). Σ’ αυτόν απαντώντας είπες, Εύμαιε χοιροβοσκέ. Τον στίχο αυτόν τον συναντάμε άλλες 12 φορές, και το δεύτερο ημιστίχιο άλλες δύο.
  «…ὅτε μνησαίατο κοίτου» (Η 138). Όταν εφέρνανε στο νου τους πως είναι ώρα για ύπνο.
  Στην Κρήτη θυμάμαι τη μάνα μου να λέει: «εκοιτάξανε οι όρνιθες», δηλαδή κοιμήθηκαν οι κότες.
  «…οὔ τι ἐγώ γε
ἧς γαίης δύναμαι γλυκερώτερον ἄλλο ἰδέσθαι» (Ι 27-28). Νομίζω πως εγώ δεν μπορώ να βρω τίποτε άλλο πιο γλυκό από την πατρίδα μου.
  Και θυμήθηκα το ανέκδοτο:
  -Μπαμπά, τι θα πει σωβινιστής;
  - Σωβινιστής παιδί μου είναι αυτός που πιστεύει πως η πατρίδα του είναι καλύτερη από την Κρήτη.
  «…αἱ δὲ νέμονται
πὰρ Κόρακος πέτρῃ…» (Ν 407-408) αυτές βόσκουν κοντά στην Κορακόπετρα.
  Από αυτό το μέρος, από την Κορακόπετρα, πριν πάρα πολλά χρόνια ένας νεαρός, για λόγους που δεν χρειάζεται να τους πούμε για να μη μακρυγορήσουμε, μετανάστευσε στην Κρήτη. Παντρεύτηκε, έκανε γιους και κόρες, και από τον τόπο της καταγωγής του τού κόλλησαν το παρατσούκλι: Κορακάκης· που στη συνέχεια έγινε το επώνυμό του. Ένας δισέγγονός του, αρχές του 20ου αιώνα, πήγε και πολέμησε για τη Μακεδονία, στο μακεδονικό αγώνα. Διώξαμε τους τούρκους, διώξαμε και τους βούλγαρους, αυτός όμως δεν γύρισε πίσω, βρήκε μια μακεδονοπούλα και την παντρεύτηκε. Δισέγγονή του είναι η Άννα Κορακάκη, αυτή που πήρε το χρυσό στη σκοποβολή στους Ολυμπιακούς του Ρίο (Κοίτα να δεις, ακούω απόψε στις ειδήσεις, δεν την κάλεσαν στο προεδρικό μέγαρο μαζί με τους άλλους αθλητές, αν είναι δυνατόν!!!). 

  Και η σύμπτωση:
  Την επομένη της ανάρτησης ο φίλος μου ο Γιώργης ο Μανιαδάκης μου έδωσε το περιοδικό «ΥπερΧ» των σουπερμάρκετ Χαλκιαδάκης, όπου διάβασα στο συναρπαστικό άρθρο του Νίκου Ψιλάκη «Οι μικρές ιστορίες της κατοχής, οι μεγάλες στιγμές ενός λαού» (τεύχος 78, καλοκαίρι 2016) την ιστορία του Μιχάλη Κορακάκη, που το έσκασε μπροστά από το εκτελεστικό απόσπασμα. Οι σφαίρες σφύριζαν γύρω του, αλλά κατάφερε να γλιτώσει.
  Θα μου πείτε, τι παραμύθια είναι αυτά που λες.
  Μα και ο Οδυσσέας είπε τρία τέτοια παραμύθια. Στο ένα απ’ αυτά, θυμάμαι, είπε πως κατάγεται από την Κρήτη και πως είναι ο μικρός αδελφός του Ιδομενέα… Γιατί δηλαδή να μην πω κι εγώ ένα παραμύθι;  
  Διαβάζουμε:
 «Κρήτη τις γαῖ' ἔστι μέσῳ ἐνὶ οἴνοπι πόντῳ,
καλὴ καὶ πίειρα, περίρρυτος· ἐν δ' ἄνθρωποι
πολλοὶ ἀπειρέσιοι, καὶ ἐννήκοντα πόληες·
    
ἄλλη δ' ἄλλων γλῶσσα μεμιγμένη· ἐν μὲν Ἀχαιοί,
ἐν δ' Ἐτεόκρητες μεγαλήτορες, ἐν δὲ Κύδωνες
Δωριέες τε τριχάϊκες δῖοί τε Πελασγοί·» (Τ 171).
  Ανάμεσα στη σκοτεινή θάλασσα βρίσκεται μια χώρα όμορφη κι εύφορη, που την τριγυρίζουν τα νερά, η Κρήτη· σ’ αυτήν υπάρχουν άνθρωποι πολλοί, μυριάδες, κι ενενήντα πόλεις. Δεν μιλάν όλοι την ίδια γλώσσα, παρά διάφορες· κατοικούν εκεί Αχαιοί και μεγαλόκαρδοι Ετεόκρητες, κατοικούν Κύδωνες και Δωριείς με τ’ άφθονα μαλλιά κι έξοχοι Πελασγοί.
  Στο τέλος επικράτησαν οι Δωριείς, αφού εξόντωσαν τους τελευταίους Ετεόκρητες που κατοικούσαν στην Πραισό. Ακόμη λέμε στο χωριό μου «Τα δε αύριο», το δωρικό του «Την δε αύριον», την επομένη μέρα δηλαδή. Ως γνωστό το ιωνικό η γίνεται α στη δωρική διάλεκτο. Θυμόμαστε όλοι από τα σχολικά μας χρόνια το σπαρτιατικό «Ή ταν ή επί τας», ή την (ασπίδα) ή επί της (ασπίδας).  
  Διαβάζουμε:
«οὐχ ὁσίη κταμένοισιν ἐπ' ἀνδράσιν εὐχετάασθαι» (Χ 412). Είναι αμαρτία να μιλάς καυχησιάρικα πάνω από νεκρούς ανθρώπους.
  Ποιος το λέει αυτό;
  Ο Οδυσσέας.
  Ξέχασε φαίνεται ότι δεν έκαναν άλλη δουλειά στην «Ιλιάδα». Κάθε που σκότωνε κάποιος κάποιον, καμάρωνε πάνω από το πτώμα του.
  Διαβάζουμε:
  «τάφος δέ οἱ ἦτορ ἵκανεν·» (Ω 93) κι είχε πιάσει την ψυχή της θαυμασμός,
  και
  «τάφος δ' ἕλεν ἄνδρα ἕκαστον» (Ω 441) κι έπιασε τον καθένα θαμασμός.
  Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις με λέξεις που έχουν μια σημασία διαφορετική από εκείνην που έχουν σήμερα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήδη η λέξη «τάφος» απόκτησε τη σημασία που έχει και σήμερα μόλις λίγους αιώνες αργότερα, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από το «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος» που είπε ο Περικλής στον επιτάφιό του. Ο Νίτσε στο βιβλίο του «Η γενεαλογία της ηθικής» έχει μιλήσει αρκετά διεξοδικά για το ζήτημα.
 Διαβάζουμε:
 «Βοήν αγαθός Μενέλαος» (Γ 311 και αλλού), ο βροντόφωνος Μενέλαος. Στην «Ιλιάδα» είχαμε συναντήσει το «πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς» (Α 58 και αλλού), ο γοργοπόδαρος Αχιλλεύς. Υπάρχουν και άλλοι τέτοιοι περιφραστικοί προσδιορισμοί.
  Διαβάζουμε:
τοῖσι δὲ καὶ μετέειφ' ἱερὴ ἲς Τηλεμάχοιο (Φ 101), σ’ αυτούς μίλησε ο ρωμαλέος Τηλέμαχος. Την μετωνυμική αυτή έκφραση, ἱερὴ ἲς Τηλεμάχοιο, η ιερή ρώμη του Τηλέμαχου, τη συναντάμε συνολικά 7 φορές. (ἲς=filled with or manifesting divine power, supernatural, μεταφράζει το λεξικό Liddell-Scott).
  Πριν 8 τόσα χρόνια διάβασα τη «Μίμηση» του Erich Auerbach. Στο πρώτο κεφάλαιο, κάνοντας μια σύγκριση της σκηνής της αναγνώρισης από την ουλή του Οδυσσέα με την θυσία του Αβραάμ, ο Auerbach προχωρεί σε μια συγκριτολογική προσέγγιση των ομηρικών επών. Γράφει ότι τα δυο έργα βρίσκονται σε παντελή υφολογική αντίθεση.
  Νόμιζα ότι ο Auerbach έκανε τη σύγκριση για να φωτίσει τον Όμηρο και τη Βίβλο σε αντιπαραβολή. Δυστυχώς ξαναδιαβάζοντας τώρα την αγγλική μετάφραση (την ελληνική κάπου την έχω καταχωνιασμένη, σε κάποια κούτα, ίσως να βρίσκεται και στην Αθήνα) βλέπω ότι η σύγκριση αυτή δεν γίνεται και τόσο αθώα. Νομίζω ότι ο Auerbach έμμεσα υπαινίσσεται ότι η Βίβλος είναι ανώτερη από τον Όμηρο. Δεν υπάρχει εξέλιξη χαρακτήρων στον Όμηρο, λέγει, σε αντίθεση με τους χαρακτήρες στη Βίβλο που είναι πολυεπίπεδοι. Επίσης βλέπουμε μόνο την ανώτερη τάξη, την αριστοκρατία, και όχι τον απλό λαό, σε αντίθεση με τη Βίβλο. Στον Όμηρο δεν υπάρχει σασπένς, σε αντίθεση με άλλα επικά έργα της αρχαιότητας, και σε αντίθεση με την αφήγηση της θυσίας του Αβραάμ στη βίβλο. «Αλλά ακόμη και τα ανθρώπινα πλάσματα στις βιβλικές ιστορίες έχουν μεγαλύτερο βάθος χρόνου, μοίρας και συνειδητότητας από τα ανθρώπινα πλάσματα στον Όμηρο» (But even the human beings in the Biblical stories have greater depths of time, fate, and consciousness than do the human beings in Homer). Ο τρόπος που περιγράφει τις διαφορές νομίζω υποκρύπτει μια αξιολόγηση.  
  Νομίζω.
  Ο Auerbach ήταν εβραίος. Κυνηγημένος από τους Ναζί βρήκε καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη. Μακριά από βιβλιοθήκες έγραψε τη «Μίμηση», έργο χωρίς τα ακαδημαϊκά στάνταρτ, για να καταπολεμήσει την κατάθλιψή του. Θεωρείται το κορυφαίο έργο του.
  Μπορεί και να κάνω λάθος. Ίσως να είμαι εγώ, ως έλληνας, προκατειλημμένος υπέρ των ομηρικών επών, και γι’ αυτό αντιμετωπίζω την ανάλυση του Auerbach με αυτή τη δυσπιστία. Όσοι τύχει και διαβάσετε τον Auerbach μπορείτε να επιβεβαιώσετε ή να διαψεύσετε τα λεγόμενά μου.
  Μα τι λέω τώρα, κι εσείς έλληνες είστε.
  Δεν σκοπεύω να διαβάσω τη Βίβλο για να δω κατά πόσο έχει δίκιο. Η Βίβλος δεν διαθέτει τη λογοτεχνικότητα του Ομήρου, το πρωταρχικό κριτήριο για μένα.
  Εξάλλου ποιοι διαβάζουν τη Βίβλο;
  Οι πιστοί, οι περίεργοι και οι ερευνητές.
  Εγώ δεν διαβάζω βιβλία που είναι για τις μάζες.
  Ένα μόνο διάβασα, το «Ο αγών μου».
  Από περιέργεια.
  Είδαμε, τουλάχιστον για τρίτη φορά, τoν «Οδυσσέα» του Mario Camerini (1954). Εξαιρετικός ο Κερκ Ντάγκλας. Είδαμε και το μίνι σήριαλ «Η Οδύσσεια» (1997) του Αντρέι Κοντσαλόφσκι. Επί τέλους είδαμε και τους θεούς να κάνουν την εμφάνισή τους, ο Ερμής και η Αθηνά (πανέμορφη η Ιζαμπέλα Ροσελίνι). Εξαιρετική η Ειρήνη Παππά σαν μητέρα του Οδυσσέα, αλλά και όλο cast. Η διαφορά στην τεχνολογία είναι που κάνει το σήριαλ πιο συναρπαστικό. Βλέπουμε και την εικόνα του Ποσειδώνα, να διαγράφεται αμυδρά πάνω στα πελώρια κύματα.
  Είδαμε και το σήριαλ «Odissea» (1968) του Franco Rossi, με την Ειρήνη Παππά κατά 29 χρόνια νεότερη στο ρόλο της Πηνελόπης. Εξάωρο, είναι φυσικό να είναι πιο εντυπωσιακό, με τις απαραίτητες βέβαια προσθαφαιρέσεις και παραλλαγές.  
  Είδαμε και την βουβή ταινία των Francesco Bertolini και Giuseppe di Liguoro (1911, ο δεύτερος στον ρόλο του Οδυσσέα). Πιστή στο ομηρικό έπος, παραλείπει μόνο τα αρχικά περί Τηλεμάχου και την Κίρκη. Βρίσκεται στο youtube.
  Αβανταδόρικη η Οδύσσεια, ενέπνευσε αρκετούς, ανάμεσα στους οποίους τον Τζέημς Τζόυς και τον Νίκο Καζαντζάκη. Και βέβαια τον Καβάφη με την «Ιθάκη» του. Ακούσαμε υπαινιγμό για το θέμα της, ότι τελικά αυτό που μετράει είναι το ταξίδι, τόσο στο σήριαλ όσο και στην ταινία των αδελφών Κοέν «O brother, where art thou (2000), ένα έργο του οποίου η υπόθεση τοποθετείται στο Μισισιπή το 1937, με επεισόδια εμπνευσμένα από την «Οδύσσεια». Έτσι βλέπουμε έναν τυφλό σιδηροδρομικό, ένα μονόφθαλμο κύκλωπα που ληστεύει τον «Οδυσσέα» (Τζορτζ Κλούνεϊ) και τον δραπέτη φίλο του, τις σειρήνες που έχουν κάτι από την Κίρκη και που μεταμορφώνουν (έτσι πιστεύει ο αφελής της παρέας) τον άλλο σύντροφό τους σε βατράχι, την Πηνελόπη που είναι η αντίθεση της ομηρικής, που μόλις ο Οδυσσέας της καταδικάζεται και φυλακίζεται βρίσκει τον αντικαταστάτη του, και δεν θυμάμαι τι άλλο, σε μια ξεκαρδιστική σατιρική κωμωδία.
  Διαβάσαμε και μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Ονείρου Οδύσσεια» του Γιάννη Κουβαρά. Αβανταδόρικη η παράφραση.
  Ο Οδυσσέας έχει γίνει το σύμβολο του ταλαιπωρημένου-ταξιδεμένου, και η Οδύσσεια το σύμβολο της περιπέτειας-αναζήτησης. Αβανταδόρικα χρησιμοποιείται σε τίτλους ταινιών όπως «A Chinese odyssey» (1995), παρόλο που αποτελεί απλή μεταφορά ενός κλασικού κινέζικου μυθιστορήματος, του «Ταξιδιού στη Δύση», ενώ η περίπου ομώνυμη ταινία «Chinese odyssey» (2002) αποτελεί παρωδία της όπερας του Huangmei (κατά το «όπερα του Πεκίνου») «The kingdom and the beauty». Υπάρχει και η «2002: Οδύσσεια διαστήματος» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, που και αυτή αποτελεί μεταφορά ενός άλλου έργου, του διηγήματος «The sentinel» του Άρθουρ Κλαρκ. Υπάρχει επίσης μια σειρά κινούμενων σχεδίων, γαλλοϊαπωνικής παραγωγής με τίτλο «Ulysses 31» (1981), μεταφορά της ομηρικής ιστορίας στον 31ο αιώνα.  Περισσότερα μπορεί να βρει κανείς στο «The cultural impact», στο λήμμα της Βικιπαίδειας «Odyssey». Να αναφέρουμε επίσης την όπερα του Κλαούντιο Μοντεβέρντι «Η επιστροφή του Οδυσσέα στην πατρίδα» (1640. Και στο youtube, πράξεις 1 και 2 και 3), και τέλος το «Βλέμμα του Οδυσσέα» του δικού μας Θόδωρου Αγγελόπουλου, ταινία για την οποία έχουμε γράψει.
  Λέω να κάνω μια επανάληψη. Ξεκίνησα με την «Ιλιάδα», που τις τέσσερις πρώτες ραψωδίες της τις διάβασα πριν δυο χρόνια.
  Ψάχνοντας βρίσκεις: σήριαλ, «American odyssey», καμιά σχέση με το ομηρικό έπος. Αλλά είπαμε, ο τίτλος είναι πιασάρικος.


ΜΕ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

  Έχω δηλώσει επανειλημμένα ότι μου αρέσει πολύ το χιούμορ, όμως δεν το θεωρώ και σαν «εκ των ων ουκ άνευ» για να μου αρέσει ένα έργο. Και στον «Ερωτόκριτο» δεν βλέπουμε χιούμορ, όμως το θεωρώ κορυφαίο έργο.
  Και ο Όμηρος είναι αγέλαστος. Όμως συνάντησα ένα χιουμοριστικό κομμάτι στην «Οδύσσεια». Είναι το επεισόδιο που ο Ήφαιστος έχει βάλει δίκτυα-παγίδα στο κρεβάτι του και παγιδεύει την γυναίκα του την Αφροδίτη που τον απατάει με τον Άρη. Είναι αποφασισμένος να τους κρατήσει εκεί δεμένους μέχρι που ο πατέρας της ο Δίας του επιστρέψει τα έεδνα που έδωσε για να την πάρει. Οι θεές κλείνονται στα σπίτια τους από ντροπή, ενώ οι θεοί έχουν ξεραθεί στα γέλια. Ο Απόλλων ρωτάει τον Ερμή:
 “Ἑρμεία Διὸς υἱέ, διάκτορε, δῶτορ ἑάων,
ἦ ῥά κεν ἐν δεσμοῖσ' ἐθέλοις κρατεροῖσι πιεσθεὶς  
εὕδειν ἐν λέκτροισι παρὰ χρυσῇ Ἀφροδίτῃ;”
 τὸν δ' ἠμείβετ' ἔπειτα διάκτορος Ἀργεϊφόντης·
“αἲ γὰρ τοῦτο γένοιτο, ἄναξ ἑκατηβόλ' Ἄπολλον.
δεσμοὶ μὲν τρὶς τόσσοι ἀπείρονες ἀμφὶς ἔχοιεν,
ὑμεῖς δ' εἰσορόῳτε θεοὶ πᾶσαί τε θέαιναι,
αὐτὰρ ἐγὼν εὕδοιμι παρὰ χρυσῇ Ἀφροδίτῃ.”
 ὣς ἔφατ', ἐν δὲ γέλως ὦρτ' ἀθανάτοισι θεοῖσιν. (Θ 335-343).
  Ερμή, γιε του Δία, που φέρνεις τα μηνύματα και χαρίζεις θησαυρούς, θα ’θελες τάχα, πιασμένος σε πλεμάτια δυνατά, να κοιμάσαι στο κρεβάτι πλάι στην έξοχη Αφροδίτη;
  Σ’ αυτόν απάντησε ύστερα ο αγγελιοφόρος που κάνει την εμφάνισή του απροσδόκητα:
  Μακάρι να γινόταν αυτό, αφέντη Απόλλωνα που σημαδεύσεις αλάργα· πλεμάτια τριπλάσια από τούτα, ατέλειωτα ας με κρατούν ολόγυρα, και σεις όλοι, θεοί και θέαινες, να με κοιτάτε, μα εγώ να κοιμάμαι πλάι στην έξοχη Αφροδίτη.
  Έτσι είπε κι έβαλαν τα γέλια οι αθάνατοι θεοί.
  Και θυμήθηκα.
  Η πρώτη Αφροδίτη που γνώρισα ήταν μια γριά σταφιδιασμένη από το Κεντρί, το χωριό της μητέρας μου, το χωριό των σταμνάδων, που γυρνούσε με το γαϊδούρι της και πουλούσε την πραμάτεια της. Έμεινε παροιμιώδες για το δισημία του το «Και καθίκια κοπελιές». «Κοπελιές, πουλάω και καθίκια», αλλά και «Εσείς κοπελιές που είστε καθίκια». Φανταστείτε λοιπόν το σοκ που έπαθα όταν, πηγαίνοντας στο γυμνάσιο, έμαθα ότι η Αφροδίτη ήταν μια πανέμορφη θεά, η θεά του έρωτα. Κάθε φορά που στο μάθημα άκουγα τη λέξη «Αφροδίτη», δίπλα στη θεά που ευχαρίστως θα κοιμόταν μαζί της ο Ερμής, έστω και πιασμένος στα δίκτυα, ερχόταν στο μυαλό μου και η φιγούρα της καμπουριασμένης Αφροδίτης με τα σταμνιά.
  Η φίλη μου η Ελένη η Στασινού, για τις ανάγκες του καινούριου της μυθιστορήματος, μου ζήτησε να της πω αν απαντάται στον Όμηρο η λέξη «αλάτι». Ήμουν ήδη στο τέλος της «Ιλιάδας» όταν μου το είπε, όμως ο Κωστής Παπαγιώργης στο βιβλίο του «Ομηρική μάχη» αναφέρεται σε ένα σχετικό στίχο, τον οποίο παράθεσα στη βιβλιοκριτική που έγραψα και την παρότρυνα να τη διαβάσει. Διαβάζοντας τώρα την «Οδύσσεια» βρήκα κι εγώ άλλο ένα: «εἰς ὅ κε τοὺς ἀφίκηαι, οἳ οὐκ ἴσασι θάλασσαν/ ἀνέρες οὐδέ θ' ἅλεσσι μεμιγμένον εἶδαρ ἔδουσιν» (Λ 122-123). Ώσπου να φτάσεις σ’ εκείνους τους ανθρώπους, που δεν γνωρίζουν τη θάλασσα κι ούτε στο φαγητό που τρώνε βάζουν αλάτι. Οι δυο αυτοί στίχοι επαναλαμβάνονται αυτούσιοι στο Ψ της «Οδύσσειας», 269-270. Το έχουμε ήδη πει ότι στον Όμηρο συναντούμε πολλές επαναλήψεις.
  Διαβάζουμε:  
  (Η Σκύλλα έχει αρπάξει με τα έξι κεφάλια της έξι συντρόφους του Οδύσσέα):
  ὣς οἵ γ' ἀσπαίροντες ἀείροντο προτὶ πέτρας.
αὐτοῦ δ' εἰνὶ θύρῃσι κατήσθιε κεκλήγοντας,
χεῖρας ἐμοὶ ὀρέγοντας ἐν αἰνῇ δηϊοτῆτι.
οἴκτιστον δὴ κεῖνο ἐμοῖσ' ἴδον ὀφθαλμοῖσι
πάντων, ὅσσ' ἐμόγησα πόρους ἁλὸς ἐξερεείνων. (Μ 255-259)
…έτσι σπαρταρώντας κι αυτοί σηκώνονταν προς τους βράχους· και τους έτρωγε εκεί στο έμπασμα, ενώ εκείνοι βγάζανε φωνές γεμάτες αγωνία κι άπλωναν τα χέρια τους σε μένα, στην τρομερή τους πάλη· εκείνο ήταν το πιο σπαραχτικό που είδα με τα μάτια μου, απ’ όλα όσα τράβηξα γυρίζοντας τα θαλασσινά περάματα.
  Υπάρχει αλήθεια πιο σπαραχτικό από το να πεθαίνουν οι σύντροφοί σου κι εσύ να μην μπορείς να τους βοηθήσεις;
  Διαβάζουμε, από το επεισόδιο που ο Ευρύλοχος πείθει τους συντρόφους του να φάνε τα βόδια του Ηλίου, παρά τον όρκο που έδωσαν στον Οδυσσέα.  
  ἀλλ' ὅτε δὴ διὰ νήσου ἰὼν ἤλυξα ἑταίρους,
χεῖρας νιψάμενος, ὅθ' ἐπὶ σκέπας ἦν ἀνέμοιο,
ἠρώμην πάντεσσι θεοῖσ', οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν·
οἱ δ' ἄρα μοι γλυκὺν ὕπνον ἐπὶ βλεφάροισιν ἔχευαν.
Εὐρύλοχος δ' ἑτάροισι κακῆς ἐξήρχετο βουλῆς·
 ’κέκλυτέ μευ μύθων, κακά περ πάσχοντες ἑταῖροι· (Μ 335-340).
  Όταν, περνώντας μέσα στο νησί, έχασ’ από τα μάτια μου τους συντρόφους, έπλυνα τα χέρια μου σ’ έναν απάγγιο τόπο και προσευχόμουν σ’ όλους τους θεούς που κατοικούν τον Όλυμπο· και κείνοι μού ’ριχναν ύπνο γλυκό στα βλέφαρά μου. Μα ο Ευρύλοχος πρώτος έκανε αρχή μιας κακής γνώμης στους συντρόφους:
  -Ακούστε, σύντροφοι τα λόγια μου, παρ’ όλα τα βάσανα που τραβάτε…
  Μα πώς διάβολο, στον ύπνο του τον άκουσε ο Οδυσσέας; Εδώ ταιριάζει εκατό τα εκατό το «ποιητική αδεία». Στη συνέχεια περιγράφει πώς τα έψησαν, και τέλος τι διαμείφθηκε ανάμεσα στον διαμαρτυρόμενο Ήλιο και στον Δία.
  Μου την έσκασε ο Όμηρος. Μετά από πενήντα περίπου στίχους διαβάζω.
   ταῦτα δ' ἐγὼν ἤκουσα Καλυψοῦς ἠϋκόμοιο·
δ' ἔφη Ἑρμείαο διακτόρου αὐτὴ ἀκοῦσαι. (Μ 389-390).
  Αυτά εγώ τα ’μαθα από την ομορφόμαλλη Καλυψώ· και κείνη πάλι έλεγε πώς τ’ άκουσε από τον αγγελιαφόρο Ερμή.
  Διαβάζω:
 «τοὺς γὰρ μινύθεσκον ἔδοντες
ἀντίθεοι μνηστῆρες» (Ξ 17-18). Γιατί τα λιγόστευαν οι θεϊκοί μνηστήρες.
  Θεϊκοί οι μνηστήρες; Όπως και ο Οδυσσέας; «ἀντιθέου γὰρ ἄνακτος ὀδυρόμενος καὶ ἀχεύων
ἧμαι» (Ξ 40-41). Γιατί περνώ τη ζωή μου όλο με θρήνους και θλίψες εξ αιτίας του κύρη μου του θεϊκού.
   Έπρεπε να ψάξω στο λεξικό Liddell-Scott: αντίθεοι οι της Πηνελόπης μνηστήρες δια το γένος ή το κάλος λέγονται, και ότι δια πλούτον ή ανδρείαν αντίθεός τις λέγεται Ευστ. 1749.3. Δηλαδή η λέξη έχει διπλή σημασία.
  Διαβάζουμε:
«καὶ τὰ μὲν ἕπταχα πάντα διεμμοιρᾶτο δαΐζων·
τὴν μὲν ἴαν Νύμφῃσι καὶ Ἑρμῇ, Μαιάδος υἷι,
θῆκεν ἐπευξάμενος, τὰς δ' ἄλλας νεῖμεν ἑκάστῳ·» (Ξ 434-436).
  Και χωρίζοντάς τα (τα κρέατα) τα μοίρασε όλα σε εφτά μερίδες· τη μια ορίζει για τις Νύμφες και για τον Ερμή το γιο της Μαίας κάνοντας και δέηση, ενώ τις άλλες τις μοίρασε στον καθένα.
  Να λοιπόν από πού κατάγεται το έθιμο, όταν κόβουμε τη βασιλόπιττα να δίνουμε ένα κομμάτι του Χριστού, ένα της Παναγίας, και τα υπόλοιπα στους υπόλοιπους.
  Διαβάζουμε:
  «τοῖσιν δὲ κρειῶν πίνακας παρέθηκε συβώτης  
ὀπταλέων, ἅ ῥα τῇ προτέρῃ ὑπέλειπον ἔδοντες» (Π 49-50).
  Κι ο χοιροβοσκός έβαλε μπροστά τους πιάτα με κρέατα ψημένα, που τους περίσσεψαν από το φαγητό της προηγούμενης μέρας.
  Σίγουρα δεν τα είχε στο ψυγείο. Ίσως τελικά το κρέας να διατηρείται και εκτός ψυγείου για την επόμενη μέρα. Αλλά ποιος ρισκάρει.
  «ἂψ δὲ μελαγχροιὴς γένετο, γναθμοὶ δ' ἐτάνυσθεν,
κυάνεαι δ' ἐγένοντο ἐθειράδες ἀμφὶ γένειον» (Π 175-176).
  Κι έγινε πάλι μαυριδερός (ο Οδυσσέας), τεντώσανε τα μάγουλά του, /και γύρω απ’ το σαγόνι του γίναν τα γένεια μαύρα/ (15σύλλαβος).

  Αυτό γι' αυτούς που υποστηρίζουν ότι εμείς δεν καταγόμαστε από τους αρχαίους έλληνες, γιατί εκείνοι ήσαν ξανθοί. 



Post a Comment