Book review, movie criticism

Sunday, August 21, 2016

Alain de Botton, Η παρηγορία της φιλοσοφίας



Alain de Botton, Η παρηγορία της φιλοσοφίας (μετ. Αντώνης Καλοκύρης), Πατάκης  2010, σελ. 361

  Το βιβλίο μου το δάνεισε, εδώ στην Κρήτη, ο ανιψιός μου Γιώργος Παπατριανταφύλλου (για την ακρίβεια, άνδρας της ανιψιάς μου. Για μεγαλύτερη ακρίβεια, άνδρας της κόρης του ανιψιού μου).
  Ο Γιώργος είναι επικοινωνιολόγος. Εργάζεται στον Kiss fm (δέκα τραγούδια στη σειρά χωρίς διαφημίσεις), ο σταθμός που ακούει ο γιος μου (εγώ ακούω τρίτο πρόγραμμα, πάντα κλασική). Του έχω παρουσιάσει το βιβλίο του «Εταιρική εικόνα».
  Είναι αναπόφευκτο να επαναλαμβάνομαι στις κριτικές μου.
  Η φιλοσοφία ήταν η πρώτη μου αγάπη, το έχω ξαναγράψει. Το δεύτερο πτυχίο μου είναι στη φιλοσοφία (από το πάλαι ποτέ φιλοσοφικό τμήμα της φιλοσοφικής σχολής του καποδιστριακού, πριν γίνει ΦΠΨ). Τώρα γέρασε αυτή, γέρασα κι εγώ, προτιμώ κάτι πιο νέο. Για παράδειγμα αυτά που λέει ο Σοπενχάουερ στο «Ο κόσμος σαν βούληση και σαν παράσταση» για τον έρωτα (τα διαβάζω σ’ αυτό το βιβλίο) δεν μου είναι καθόλου πειστικά. Πιο πολύ με πείθουν οι ηθολόγοι Κόνραντ Λόρεντς και Ειρηναίος Άιμπλ-Άιμπεσφελντ, που τους έχω μεταφράσει κιόλας. Όμως κανείς δεν ξεχνάει την πρώτη του αγάπη (το θυμήθηκα τώρα: ο άντρας δεν ξεχνάει ποτέ την πρώτη του αγάπη, και η γυναίκα την τελευταία). Έτσι επανέρχομαι κατά καιρούς, διαβάζοντας κυρίως εκλαϊκευτικά έργα, όπως αυτό καληώρα. Φυσικά, όπως μπορείτε να υποθέσετε, δεν με ενδιαφέρουν οι αντιλήψεις των φιλοσόφων, εξάλλου τις ξέρω, αλλά ανέκδοτα από τη ζωή τους. Παρηγορία της παραμυθίας, δηλαδή του παραμυθιού, σαν μεταφορά της αφήγησης, είτε φανταστική είναι αυτή (λογοτεχνία) είτε πραγματική (βιογραφία).
  Το βιβλίο αυτό όμως έχει μια πρωτοτυπία σε σχέση με τα άλλα: είναι εικονογραφημένο, σχεδόν σε κάθε του σελίδα. Έτσι βλέπουμε πίνακες με το θάνατο του Σωκράτη και του Σενέκα, ένα δωμάτιο όπου έμενε ο Νίτσε και οι χωριάτες δεν έχασαν την ευκαιρία, το έκαναν μίνι μουσείο, με πολύ φτηνό όμως εισιτήριο, μια φωτογραφία του Σοπενχάουερ στην οποία κρατάει το κεφάλι του, με αγριωπή και συλλογισμένη έκφραση, τον Νίτσε δεκαεννιάχρονο σε μια φωτογραφία με συμφοιτητές του, τον Νίτσε πάλι με τον Πάουλ Ρέε και τη Λου Σαλομέ που η απόρριψή της τον πλήγωσε βαθιά, κ.ά.
  Ο Alain de Botton δεν παραθέτει βέβαια διεξοδικά τις αντιλήψεις των φιλοσόφων αυτών παρά επικεντρώνεται σε κάποιες τις οποίες βρίσκει ενδιαφέρουσες. Όμως μιλώντας για τον Σωκράτη αναφέρεται κυρίως στον ηρωικό του θάνατο.  
  Θα κοιτάξω τις υπογραμμίσεις μου ξεφυλλίζοντας και θα σχολιάσω ανάλογα, όπως το συνηθίζω.
  Και ξεκινάω με ένα αυτοβιογραφικό απόσπασμα του de Botton.
  «… η συμπεριφορά [του Σωκράτη] που απεικόνιζε ήταν εντελώς αντίθετη από τη δική μου. Στις συζητήσεις, προτεραιότητά μου ήταν να γίνομαι συμπαθής, περισσότερο από το να λέω την αλήθεια» (σελ. 14).
  Το ξέρω αυτό το ψυχολογικό σύμπτωμα, το έχω κι εγώ. (Έχοντας διαβάσει πολλά βιβλία ψυχολογίας - μάλιστα έχω μεταφράσει και κάποια - μπόρεσα να κάνω την αυτοανάλυσή μου, στην οποία με παρώθησε το ομώνυμο βιβλίο της Κάρεν Χόρνεϋ). Λέγεται ingratiation (η τάση να προσπαθείς να αρέσεις στους άλλους). Ξέρω πού οφείλεται, όπως και το καλοσαμαρειτικό σύνδρομό μου, όμως ο λόγος είναι για τους φιλοσόφους. Ο de Botton χάρη στο Σωκράτη το ξεπέρασε. Το έχω ξεπεράσει και εγώ σε μεγάλο βαθμό. Αποφθεγματολογώντας έχω γράψει: «Να μη φοβάσαι να διαφέρεις». Η αρχική σύλληψη που έκανα, στα γαλλικά, volonté de differer, θέληση να διαφέρεις, είναι υπερβολική και προκλητική. Και έχω βρει την πιο χαρακτηριστική illustration, τη φωτογραφία που παραθέτω.
  Διαβάζουμε:
  «Ανέφερε τον Αρχέλαο, τον βασιλιά των Μακεδόνων που είχε δολοφονήσει τον θείο του, τον εξάδελφό του και έναν επτάχρονο νόμιμο διάδοχο, κι ωστόσο συνέχιζε να απολαμβάνει μεγάλης κοινωνικής στήριξης στην Αθήνα» (σελ. 48).
  Δεν είναι μόνο η απόλαυση τον βιογραφικών ανεκδότων, είναι και οι ιστορικές γνώσεις, και υπάρχουν κάμποσες σ’ αυτό το βιβλίο.
  Οι επόμενοι δυο φιλόσοφοι τους οποίους παραθέτει ο de Botton είναι ο Επίκουρος και ο στωικός Σενέκας. Έχω δηλώσει ότι είμαι επικούρειος (να απολαμβάνουμε τα αγαθά της ζωής) και στωικός ταυτόχρονα (να υπομένουμε με καρτερία τις αναποδιές της). Εκτιμώ τη φιλία (έχει κεντρική θέση στη φιλοσοφία του Επίκουρου), όμως μου άρεσε πολύ η ρήση του Σενέκα (τη διάβασα αλλού): Satis sunt mihi pauci, satis est unus, satis est nullus (μου αρκούν λίγοι, μου αρκεί ένας, μου αρκεί κανένας). Να απολαμβάνουμε τη φιλία, όμως να νοιώθουμε αυτάρκεις αν τύχει και μείνουμε χωρίς κανένα φίλο. Αργότερα την παράφρασα προσθέτοντας τη λέξη lectores, αναγνώστες.
  «Ο Σενέκας», διαβάζουμε, «είχε ακολουθήσει τη συμβουλή ενός από τους αγαπημένους του φιλοσόφους» (σελ. 132).
  Ποιος ήταν αυτός;
  Το παρακάτω απόσπασμα είναι του Σενέκα.
  «Ο μέγας ηδονιστής δάσκαλος Επίκουρος συνήθιζε να περνά συγκεκριμένες περιόδους στις οποίες απέφευγε να ικανοποιεί την πείνα του, με σκοπό να δει… εάν άξιζε να μπαίνει στον κόπο να ικανοποιεί το έλλειμμα» (σελ. 132).
  Δεν είναι αντίθετες η επικούρεια και η στωική φιλοσοφία, είναι συμπληρωματικές θα έλεγα.  
  Ο Μονταίνι δεν είναι φιλόσοφος, είναι δοκιμιογράφος. Έχω στόφα δοκιμιογράφου και όλο έλεγα, και όλο ανέβαλα, να διαβάσω τα δοκίμιά του. Διαβάζοντας το σχετικό κεφάλαιο του de Botton είπα να τα βάλω πιο πάνω στη λίστα των προτεραιοτήτων μου. Βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τα ανθρωπολογικά στοιχεία που παραθέτει από τον Νέο Κόσμο, στον οποίο συνέβη η πιο φρικτή γενοκτονία που έγινε ποτέ, από τους ισπανούς conquistadores.  
  Διαβάζουμε:
  «Με τους άντρες χωριστά από τις γυναίκες, απελπισμένοι και φοβισμένοι, οι Ινδιάνοι αυτοκτονούσαν κατά χιλιάδες. Ανάμεσα στη γέννηση του Μονταίνι το 1533 και την έκδοση του τρίτου τόμου των Δοκιμίων του το 1588, ο γηγενής πληθυσμός του Νέου Κόσμου εκτιμάται ότι μειώθηκε από 80 σε 10 εκατομμύρια» (σελ. 190).
  Και πάλι ο ίδιος ο Μονταίνι.
  «Δεν υπάρχει τίποτα για το οποίο θα ήθελα να σπαζοκεφαλιάσω, ούτε καν για τη γνώση, όσο πολύτιμη και αν είναι. Δεν ζητάω από τα βιβλία παρά να μου προσφέρουν ευχαρίστηση μέσω μιας τίμιας ψυχαγωγίας… Αν συναντώ δυσκολίες διαβάζοντας, δεν τρώω τα νύχια μου να τις ξεπεράσω· τις παρατάω, αφού τους κάνω μια δυο εφόδους» (σελ. 213).
  Εγώ δεν κάνω καμιά έφοδο. Αυτός είναι εξάλλου ο λόγος που δεν συμπαθώ την ποίηση, εννοώ τη σύγχρονη, που συχνά είναι σκοτεινή και ακαταλαβίστικη. Άλλο ο Ερωτόκριτος και ο Όμηρος, που μόλις χθες τέλειωσα στο πρωτότυπο.   
  Το παρακάτω το γράφει ο de Botton:
  «Συνήθως υποθέτουμε ότι έχουμε μπροστά μας ένα βιβλίο εξαιρετικά ευφυές όταν παύουμε να το κατανοούμε» (σελ. 212).
  Ένας αμερικανός καθηγητής έγραψε σκόπιμα μια μπούρδα με σοφιστικέ γλώσσα και την έστειλε σε ένα περιοδικό. Το περιοδικό τη δημοσίευσε. Η βικιπαίδεια γράφει σχετικά.
  Και πιο κάτω διαβάζουμε:
  «Όμως το να γράφεις απλά απαιτεί θάρρος, αφού υπάρχει ο κίνδυνος να παραγνωριστείς, να απορριφθείς ως αφελής από όσους επιμένουν ότι ένα απροσπέλαστο κείμενο αποτελεί τεκμήριο ευστροφίας» (σελ. 215).
  Δεν υπάρχει λοιπόν μόνο η αγωνία της επίδρασης, υπάρχει και η αγωνία της απόρριψης.                                                                                            
  Είναι γνωστό το «ουδείς προφήτης στον τόπο του». Ο Μονταίνι το πάει παραπέρα: ουδείς προφήτης στην οικογένειά του. Και ακόμη πιο πέρα:
  «Οι κριτικοί δεν συνηθίζουν να υποκλίνονται στις σπουδαίες ρήσεις ατόμων με τα οποία φοιτούσαν μαζί στο πανεπιστήμιο» (σελ. 221).
  Διαβάζουμε:
  «Ο Μονταίνι αναφέρει για τον ίδιο ότι ανέκαθεν κοιμόταν πολύ· ότι είχε περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του να κοιμάται· και ότι σε προχωρημένη ηλικία εξακολουθούσε να κοιμάται μεταξύ οκτώ και εννέα ώρες τη φορά. Αναφέρεται επίσης ότι και ο Ντεκάρτ κοιμόταν πολύ» (σελ. 242).
  Κι εγώ κοιμάμαι πολύ. Αγαπητή φίλη μιλάει ειρωνικά για τη sagrada siesta μου. Και στο αναμνηστικό τεύχος που βγάλαμε οι απόφοιτοι της σχολής αξιωματικών του σώματος εφοδιασμού μεταφορών, σειρά 105, στο σατιρικό σκίτσο που έκαναν για μένα έγραψαν στη λεζάντα: Μπάμπη ξύπνα, πάμε για ύπνο.
  Ήξερα ότι post coitum omnia animalia trista sunt (μετά το ζευγάρωμα όλα τα ζώα είναι μελαγχολικά), όμως εδώ γράφει ο Σοπενχάουερ ότι illico post coitum cachinus auditor Diaboli (αμέσως μετά το ζευγάρωμα ακούγεται το γέλιο του διαβόλου, σελ. 260).
  Φαλλοκρατικό, αλλά έχει πλάκα.
  Ερώτηση: Τι πιάνει η γυναίκα στο κρεβάτι αφού κάνει έρωτα;
  Απάντηση: Τόπο.
  Διαβάζω:
  «Λέγεται ότι ο Ναπολέοντας είχε διαβάσει το μυθιστόρημα [«Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου»] εννιά φορές» (σελ. 270).
  Εδώ και χρόνια σκέφτομαι να το ξαναδιαβάσω.
  Και ένα τελευταίο:
  «Σύμφωνα με τη φράση του Νίτσε, το να μην μπορείς να εκδικηθείς μετατράπηκε σε συγχώρεση» (σελ. 320).
  Μεγάλη κουβέντα εδώ. Ο Κομφούκιος έχει πει «Σημασία δεν έχει το κακό που σου έχουν κάνει, σημασία έχει το να μην μπορείς να το ξεχάσεις».
 Μου αρέσουν τα έργα εκδίκησης, αλλά σ’ αυτά θα αναφερθώ αύριο γράφοντας για την «Οδύσσεια».

Babis d’ Ermitzakis 
Post a Comment