Book review, movie criticism

Saturday, August 6, 2016

Ομήρου Ιλιάς



Ομήρου Ιλιάς (μετ. Α. Παπαγιάννη Ν. Σηφάκι), Αθήνα 1975, Πάπυρος

 

Ομήρου Ιλιάς (μετ. Α. Παπαγιάννη Ν. Σηφάκι), Αθήνα 1975, Πάπυρος

  Δεν είμαι αρχαιόπληκτος, όμως πάντα είχα στο μυαλό μου κάποια στιγμή να διαβάσω τα ομηρικά έπη, αλλά στο πρωτότυπο. Έτσι τα αγόρασα πριν χρόνια, μαζί με τα έργα των τραγικών και του Αριστοφάνη, και τον πρώτο τόμο από τον Θουκυδίδη. Τον Αριστοφάνη τον είχα διαβάσει ήδη, μαζί με τον Ξενοφώντα, στην Κάσο, πρωτοδιορισμένος φιλόλογος, το 1982-1983. Τους τραγικούς τους διάβασα όταν έγραψα το κείμενό μου για την Αντιγόνη, κάπου δυο χρόνια αργότερα. Τότε διάβασα και την «Ποιητική» και την «Ρητορική». Η αττική διάλεκτος είναι πολύ εύκολη σε σχέση με τη γλώσσα των ομηρικών επών, και ο Ξενοφώντας ο πιο εύκολος, αφού στη δευτέρα γυμνασίου, μετά το πεποιημένο αναγνωστικό της πρώτης (Πιστεύω τω φίλω), κάναμε τη μετάβαση στα πρωτότυπα έργα με την «Κύρου ανάβαση». Τα ομηρικά έπη έπρεπε να περιμένουν πάρα πολύ. Ελάχιστα άλλα αρχαία κείμενα έχω διαβάσει. Ανάμεσα σε αυτά είναι η «Πολιτεία», τότε που έδωσα για μια υποτροφία στο ΙΚΥ, αλλά σε μετάφραση. Επίσης το «Συμπόσιο» και τον «Πρωταγόρα».
Τα αρχαία μου ήταν σε καλό επίπεδο. Για δυο χρόνια, ίσως τρία, δεν καλοθυμάμαι, δίδαξα και αρχαία δέσμης, μέχρι το 1993, οπότε πήρα εκπαιδευτική άδεια για την εκπόνηση της διδακτορικής μου διατριβής. Επίσης πριν λίγα χρόνια έκανα θεματογραφία, νέα ελληνικά και έκθεση στην κόρη της Μιμόζας, της κυρίας από την Αλβανία που μου καθαρίζει το σπίτι, δωρεάν εννοείται (τα μαθήματα, όχι το σπίτι). Όμως ποτέ δεν είχα αρκετό χρόνο για να τον αφιερώσω στον Όμηρο, γιατί ήξερα ότι θα έπρεπε να παρατήσω κάθε άλλη ασχολία προκειμένου να καταπιαστώ μ’ αυτόν. Πρόπερσι ξεκίνησα και διάβασα τις τέσσερις πρώτες ραψωδίες της «Ιλιάδας», μέχρι που άλλες υποχρεώσεις μπήκαν στη μέση και σταμάτησα. Φέτος είπα, ως εδώ και μη παρέκει. Παράτησα κάθε άλλο διάβασμα (ευτυχώς τρία βιβλία φίλων που διάβασα ενδιάμεσα και έγραψα γι’ αυτά ήταν μικρά) και συνέχισα με τις υπόλοιπες ραψωδίες. Τέλειωσα χθες, 30-7-2016.
Τώρα θα πει κανείς, τόσα και τόσα έχουν γραφεί για την «Ιλιάδα», εγώ τι καινούριο έχω να προσθέσω;
Γράφω γιατί μου αρέσει να γράφω. Ακόμη, ποτέ δεν κοιτάζω πριν γράψω για κάτι να δω τι έχουν γράψει άλλοι γι’ αυτό. Θέλω να γράψω πώς το προσέλαβα εγώ και όχι να αντιγράψω άλλους. Δεν με ενδιαφέρει να γράψω την τέλεια βιβλιοκριτική, με ενδιαφέρει να γράψω, όσο πιο καλά μπορώ, τις εντυπώσεις μου από την ανάγνωση ενός βιβλίου και τις σκέψεις στις οποίες με οδήγησε. Το ίδιο ισχύει και για τις κριτικές μου για ταινίες.
 Ένας φίλος, πριν κάποια χρόνια, μου λέει πριν γράψω για το βιβλίο του να διαβάσω τι έγραψαν ο τάδε και ο τάδε. Του λέω δεν με ενδιαφέρει τι έγραψε ο τάδε και ο τάδε για το βιβλίο σου, αλλά τι προσέλαβα εγώ. Μα, μου λέει, και ο τάδε και ο τάδε έτσι γράφουν. Εγώ, του απαντώ, δεν είμαι ο τάδε και ο τάδε.
Έτσι λοιπόν θα γράψω για την «Ιλιάδα» ό,τι μου έκανε εντύπωση, ό,τι βρήκα ενδιαφέρον.
Το αίμα ρέει άφθονο σε όλο το έργο. Κάπου 250 φόνοι, δεν συγκράτησα ακριβώς τον αριθμό, υπάρχουν στην «Ιλιάδα», σύμφωνα με ένα ντοκιμαντέρ που είδα. Οι αριστοκράτες ακροατές των ομηρικών επών αρέσκονταν να ακούνε για πολεμικά κατορθώματα. Κάποιοι απ’ αυτούς θα πρέπει να είχαν πάρει μέρος σε μάχες. Αλλά και ο Όμηρος που έγραψε την «Ιλιάδα» στα νιάτα του, ίσως πριν τυφλωθεί να είχε πάρει μέρος σε μάχες και να είχε ιδίαν εμπειρίαν του πράγματος.
Αυτός ο «μαγικός ρεαλισμός» με τους θεούς να παρεμβαίνουν συνεχώς στις μοίρες των ανθρώπων, και κάποιες φορές μάλιστα να κουβεντιάζουν μαζί τους, δίνει στο έπος τη φαντασμαγορία του παραμυθιού. Το επεισόδιο που οι θεοί τσακώνονται καθώς οι μεν είναι με το μέρος των Τρώων και οι δε με το μέρος των Αχαιών είναι πολύ κωμικό. Ο Δίας, καθισμένος στο θρόνο του, τους έβλεπε και γελούσε (Φ 388-390).
Νομίζω μια φορά μόνο συνάντησα τη λέξη «Έλληνας» και «Ελλάδα»: «Ἑλλάδα καλλιγύναικα» (Β 683), και «Έλληνες» (Μυρμιδόνες δὲ καλεῦντο καὶ Ἕλληνες καὶ Ἀχαιοί, Β 684). Κατοικούσαν σε ορισμένη περιοχή, κάπου στη Θεσσαλία, και μετά επεκτάθηκε η σημασία της λέξης. Ο Θουκυδίδης μιλάει σχετικά μ’ αυτό. (Τελικά με το Diogenes βρίσκω το «Ἑλλάδα καλλιγύναικα» και στο Ι 447. Επίσης τη λέξη «Ελλάδα» στο στίχο: πολλαὶ Ἀχαιΐδες εἰσὶν ἀν’ Ἑλλάδα τε Φθίην τε, Ι 395. Επίσης στο Β βιβλίο, στίχο 683. Στην «Οδύσσεια» αντίθετα τη συναντήσαμε 5 φορές. Τέλος τη γενική «Ελλάδος» τη συναντήσαμε στο Ι 498 και τη δοτική «Ελλάδι» στο Π 595. Τη λέξη «Πανέλληνας» τη βρήκαμε στο Β 530).
Το αδυσώπητο της μοίρας, στην οποία οι πρόγονοί μας φαίνεται να πίστευαν περισσότερο από όσο οι μουσουλμάνοι σήμερα στο κισμέτ, δίνει μια τραγική νότα στα ιστορούμενα γεγονότα. Ο Αχιλλέας παρουσιάζεται σαν μια τραγική ύπαρξη καθώς ξέρει ότι είναι γραφτό του να πεθάνει στην Τροία, πιο τραγική από του Οιδίποδα που νόμιζε ότι κατάφερε να ξεφύγει από τη δική του μοίρα.
Αρχαίο είναι το «Το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον», όμως εγώ διαβάζω: «μὴ καὶ ὑπὲρ μοῖραν δόμον Ἄϊδος εἰσαφίκηαι» (Υ 336).  Λοιπόν να κάνεις πίσω όταν βρεθείτε αντιμέτωποι (με τον Αχιλλέα), μήπως παρά το πεπρωμένο έρθης στα βασίλεια του Άδη, μεταφράζουν οι μεταφραστές. Να πιστεύουμε στο πεπρωμένο, αλλά καλό είναι να κρατούμε και μια πισινή.
Θα έλεγα πολλές πισινές. Αυτό που ακούω συχνά από καπνιστές «αν είναι γραφτό σου…» μου φαίνεται εντελώς ανόητο.  
Υπάρχει το εφέ της απαρίθμησης, με τον Όμηρο να μας παραθέτει όλους εκείνους που πήραν μέρος στην εκστρατεία. Οι Κρήτες με τον Ιδομενέα δεν ήταν δυνατόν να απουσιάζουν.
Όταν γίνεται αναφορά σε έναν ήρωα παρατίθενται και κάποια γενεαλογικά στοιχεία, όπως π.χ. για τον Πήδαιον (Ε 69-71). Συνήθως όμως δίνεται με επίθετο το όνομα του πατέρα. Ο κρονίδης δεν είναι άλλος από τον Δία, το γιο του Κρόνου, και ο ατρεΐδης ο γιος του Ατρέα, ο Αγαμέμνων (πόντιοι και οι δυο). Και βέβαια έτσι ξεχωρίζουν οι δυο Αίαντες, ο Τελαμώνιος, ο γιος του Τελαμώνα, και ο  Οϊλήος ταχύς Αίας, ο γρήγορος γιος του Οϊλέα. Αυτό επιβιώνει σήμερα στους άραβες με το «ιμπν» που θα πει «ο γιος του…», στους εβραίους με το «μπεν» που επίσης θα πει «ο γιος του…», και στους ρώσους με την παράθεση μετά το μικρό όνομα του πατρώνυμου και όχι του επώνυμου, πολύ συχνά στους δυο μεγάλους ρώσους κλασικούς, Ντοστογιέφσκι και Τολστόι. Και εγώ, επηρεασμένος, τον φίλο μου τον Θόδωρα τον προσφωνώ Φιοντόρ Νικολάγιεβιτς, καθώς τον συγχωρεμένο τον πατέρα του τον έλεγαν Νικόλαο.
Πριν ή μετά από τα ονόματα συνήθως μπαίνει και ένας προσδιορισμός, όπως «Αχιλλήα ρηξήνορα» (ορμητικό, Π 146), «Ιδομενεύς δουρικλυτός» (Β 645 ξακουστός στο δόρυ), «Κρήτην εκατόμπολιν» (Β 649),  «Τρώων θ’ ιπποδάμων (που δαμάζουν άλογα) και Αχαιών χαλκοχιτώνων» (Γ 251). Συχνότερα όμως συναντάμε το «ευκνίμηδες Αχαιοί» (Γ 304, με τις ωραίες περικνημίδες). Επίσης: «Άργος ιππόβοτον και Αχαιίδα καλλιγύναικα» (Γ 259).
Όταν προσφωνούν κάποιο πρόσωπο, ακόμη και οι εχθροί, συχνά χρησιμοποιούν κολακευτικό προσδιορισμό. Ο ευγενικός Έκτορας λέει στον Αχιλλέα, πριν τη μοιραία σύγκρουση: «Ήμβροτες… θεοίς επιείκελ’ Αχιλλεύ» (Χ 910). Αστόχησες… ισόθεε Αχιλλέα.  
Και φυσικά οι προσδιορισμοί αυτοί μπαίνουν και στα ονόματα των θεών όπως: «φιλομμειδής Αφροδίτη» (Γ 424), «λευκώλενος Ήρη» (λευκόχερη, Ο 78), «γλαυκώπης Αθήνη» (γαλανομάτα, Χ 178), «Ποσειδάων ενοσίχθων» (που ταρακουνάει τη γη, Φ 287).
Οι παρομοιώσεις είναι ιδιαίτερα ευφάνταστες. Συνήθως είναι παρμένες από την αγροτική και την ποιμενική ζωή. Τα λιοντάρια, που τότε πρέπει να αφθονούσαν στον ελλαδικό χώρο, φιγουράρουν συχνά σ’ αυτές τις παρομοιώσεις. Εμένα όμως πολύ μου άρεσε η παρομοίωση με τη μύγα, που όσο και να την κυνηγάς αυτή τσουπ, πάλι έρχεται και κάθεται πάνω σου (Ρ 570-574). Βέβαια αρκετές έχουν πληρώσει το «θάρσος» τους με τη μυγοσκοτώστρα, στην αυλή του πατρικού μου στην Κρήτη, απ’ όπου γράφω τώρα αυτές τις γραμμές.
Υπάρχουν επίσης πολλές αποστροφές. Ο ποιητής συχνά απευθύνεται στους ήρωές του. Και τόσο στην «Ιλιάδα» όσο και στην «Οδύσσεια» ο Όμηρος ξεκινάει με αποστροφή: Μήνιν άηδε θεά… Άνδρα μοι έννεπε μούσα… Θεά στην «Ιλιάδα», μούσα στην «Οδύσσεια». Στο Η 104 αποστρέφεται τον Μενέλαο, στο Π 693 τον Πάτροκλο, κ.ά.
Ακόμη έχουμε το εφέ της επανάληψης, συνήθως με τους αγγελιοφόρους που επαναλαμβάνουν κατά λέξη την παραγγελιά. Για παράδειγμα το Δ 205-207 είναι επανάληψη του Δ 195-197. Η μεγαλύτερη όμως είναι η παραγγελιά από τον Αγαμέμνονα στον Αχιλλέα, τα δώρα που του προσφέρει για να παύσει η οργή του. Την παραγγελιά τη μεταφέρει ο Οδυσσέας, με ελάχιστες παραλλαγές, κοντά 40 στίχοι, στο Ι, από 261 έως 299.
Όμως θα ξεφυλλίσω να δω τις υπογραμμίσεις μου, και θα σχολιάσω ανάλογα.
«Οιωνοπόλων οχ’ άριστος» (Α, 69. Όχι, δεν σκοπεύω να ψάξω πώς να γράψω σε πολυτονικό τα αποσπάσματα που θα παραθέσω).
Το «οχ’» το συνάντησα νομίζω στον «Ερωτόκριτο» και στον Σολωμό, σίγουρα και αλλού. Είχα την αντίληψη ότι ήταν παραφθορά του «εκ», αλλά τώρα βλέπω ότι είναι ομηρικό-χωρίς να αποκλείεται βέβαια και η παραφθορά.
Κασίγνητος είναι γενικά ο αδελφός, διαβάζω σε σχόλια του αρχιεπίσκοπου Ευστάθιου. Όμως πολλοί ήσαν ετεροθαλείς, από άλλη μητέρα. Υπάρχουν και οι λέξεις όπατρος ή ομόπατρος και ομομήτριος. Διαβάζουμε: «ἤτοι ὃ Ἰφιδάμαντα κασίγνητον καὶ ὄπατρον» (Μ 257) και πιο κάτω επίσης «καί οἱ Τεῦκρος ἅμ' ᾖε κασίγνητος καὶ ὄπατρος» (Μ 371), δηλαδή από ίδια μάνα και ίδιο πατέρα. Το «κασίγνητος» λοιπόν σήμαινε τον αδελφό από μητέρα, αλλά και γενικά τον αδελφό. Βλέπουμε επίσης τη λέξη αυτοκασίγνητος: «αὐτοκασιγνήτω, τώ μοι μία γείνατο μήτηρ» (Γ 238). Στο τέλος διαβάζουμε «Κασίγνητον ομογάστριον» (Ω 47), που είναι συνώνυμο του αυτοκασιγνήτου.
Συγκινητική είναι η σκηνή που ο Γλαύκος και ο Διομήδης βρίσκονται αντιμέτωποι. Ανακαλύπτουν ότι οι πατεράδες τους ήταν φίλοι εκ φιλοξενίας. Κατεβαίνουν από τα άρματά τους, σφίγγουν τα χέρια και ο Γλαύκος αλλάζει τα χρυσά του όπλα που άξιζαν εκατό  βόδια με τα χάλκινα του Διομήδη που άξιζαν μόνο εννιά. Και αποφασίζουν να αποφύγουν να βρεθούν αντιμέτωποι στη μάχη. Υπάρχουν πολλοί Τρώες για τον Διομήδη και πολλοί Αχαιοί για τον Γλαύκο.
Το βόδι ήταν μονάδα μέτρησης εκείνη την εποχή. Πιο κάτω διαβάζουμε ότι ανάμεσα στα έπαθλα για τα αγωνίσματα που προκήρυξε προς τιμήν του νεκρού Πατρόκλου ο Αχιλλέας  ήταν και ένας τρίποδας που άξιζε δώδεκα βόδια και μια γυναίκα που άξιζε τέσσερα βόδια.
«Ἥρῃ δ' οὔ τι τόσον νεμεσίζομαι οὐδὲ χολοῦμαι·
 αἰεὶ γάρ μοι ἔωθεν ἐνικλᾶν ὅττί κεν εἴπω» (Θ 407-408).
Το λέει ο Δίας. Κάποια λαδιά του έκαναν η γυναίκα του η Ήρα και η κόρη του η Αθηνά. Με την Ήρα λέει δεν θυμώνει και τόσο, είναι συνηθισμένος να του πηγαίνει κόντρα, όμως την κόρη του την Αθηνά θα την τιμωρήσει για την απείθειά της.
Και ένα ακόμη επεισόδιο:
Ο αετός κρατάει το φίδι και το πηγαίνει στη φωλιά του για τα μικρά του. Όμως το φίδι τον δαγκώνει και αναγκάζεται να το παρατήσει. Κακός οιωνός λέει ο Πολυδάμας, προσπαθώντας να πείσει τους Τρώες να μην επιτεθούν στους Έλληνες που έχουν καταφύγει στα πλοία τους.
Τι μπούρδες είναι αυτά που λες Πολυδάμα; λέει ο Έκτορας.  
«εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης» (Μ 243).
Και οι νήπιοι πείσθηκαν στα λόγια του. Επιτέθηκαν στους Έλληνες και αυτοί τους πήρανε φαλάγγι. (Άμα δεν ξέρεις το context…).
Πολύ καλύτερο μου φαίνεται αυτό που συνάντησα πιο κάτω: «οὔ οἱ ἀεικὲς ἀμυνομένῳ περὶ πάτρης τεθνάμεν» (Ο 495-496). Δεν είναι ανάρμοστο σ’ αυτόν να πεθάνει υπερασπίζοντας την πατρίδα, μεταφράζουν οι μεταφραστές. 
Με ενδιαφέρει ως κρητικό, και μπορεί να το ξεχάσω: ο Δίας γέννησε τον Μίνωα, ο Μίνωας γέννησε τον Δευκαλίωνα, και ο Δευκαλίωνας τον Ιδομενέα (Ν 449-451).
Και αυτό μπορεί να το ξεχάσω: Ο Κρόνος και η Ρέα έκαναν τρεις γιους, τον Δία, που διαφεντεύει τον ουρανό, τον Ποσειδώνα που διαφεντεύει τη θάλασσα και τον Άδη, που βασιλεύει στον κάτω κόσμο (Ο 185-193).
Τον Πάρη, ούτε πριν κλέψει την Ελένη ούτε και μετά τον είχαν σε εκτίμηση. Ο μειλίχιος αδελφός του ο Έκτορας κάποτε δεν αντέχει και του τα ψάλλει: «…γυναικομανές, υπεροπευτά» (πλανευτή, Ν 769). Ο Διομήδης πιο πριν τον αποκαλεί «Παρθενοπίπα» (που χάσκεις μπροστά στις παρθένες, Λ 385).
Τελικά και οι αρχαίοι είχαν κόλλημα με τις παρθένες. Όμως οι μουσουλμάνοι τους ξεπερνούν. Ο Μωάμεθ τάζει 72 παρθένες στους μάρτυρες, στον παράδεισό του.
Εμένα δεν θα με ένοιαζε και αν δεν ήταν παρθένες.
Δεν θα με ένοιαζε και αν ήταν μόνο μία.
Αρκεί να την αγαπούσα και να μ’ αγαπούσε.  
Διαβάζω:
«ἀλλὰ σύ γ' ἐν χείρεσσι λάβ' αἰγίδα θυσσανόεσσαν» (Ο 229).
Τώρα κατάλαβα τη μετωνυμική σημασία της φράσης «υπό την αιγίδα».  
Διαβάζω:
«Ζεῦ ἄνα Δωδωναῖε Πελασγικὲ τηλόθι ναίων» (Π 233). Μάλλον αυτό τον στίχο είχε υπόψη του ο Ισμαήλ Κανταρέ που υποστηρίζει ότι οι Έλληνες τους έκλεψαν τον Δία.
Οι αγώνες που διοργάνωσε ο Αχιλλέας προς τιμήν του Πατρόκλου (στην Ψ ραψωδία) είχαν πολύ πλάκα. Οι ζαβολιές των αγωνιζομένων, οι τσακωμοί των θεατών, τα στοιχήματα… ναι, ο Όμηρος τα είπε όλα.
Διαβάζω: «Επεί ού τι παρήορος…» (Ψ 603). Άμυαλος μεταφράζουν οι μεταφραστές. Εμείς στην Κρήτη, Δωριείς ή εκδωρισθέντες, λέμε ακόμη: «Ωρέ παράωρε».
Διαβάζω: «κέρδεα ειδώς» (Ψ 709), που ήταν στις πονηριές ξεφτέρι, βλέπω στη μετάφραση.
Κοίτα να δεις, η αρχική σημασία της λέξης «κέρδος» ήταν πονηριά.
Διαβάζω, τέλος:
«ἤδη γὰρ νῦν μοι τόδε εἰκοστὸν ἔτος ἐστὶν
ἐξ οὗ κεῖθεν ἔβην καὶ ἐμῆς ἀπελήλυθα πάτρης» (Ω 765-766).
Είκοσι χρόνια λείπει από την πατρίδα της; Μα τότε έχουμε πραγματολογικά άτοπα.
Η τρωική εκστρατεία κράτησε δέκα χρόνια. Δηλαδή μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια θυμήθηκε ο Μενέλαος ότι είχε μια γυναίκα που του την έκλεψε ο Πάρης και πήγε να πάρει εκδίκηση;
Καθόλου πειστικό.
Ξαναδιαβάζοντας τις παραπάνω γραμμές κατάλαβα πού ήταν το λάθος μου. Είχα δει στο μεταξύ το μίνι σήριαλ «Helen of Troy» (2003), το οποίο αναφέρεται σε ολόκληρη την ιστορία της Ελένης. Η Ελένη ήταν από το Άργος. Όταν μιλάει λοιπόν για είκοσι χρόνια, εννοεί τα δέκα στην Τροία και τα δέκα στη Σπάρτη με τον Μενέλαο. (Διαβάζω εκ των υστέρων στα «Ομηρικά θέματα» του Ι.Θ.Κακριδή, Αθήνα 1954, και μάλιστα δυο φορές σε διευκρινιστικές υποσημειώσεις, υποθέτοντας ότι θα αναρωτιόντουσαν οι αναγνώστες για τα είκοσι χρόνια, ότι «Η Ελένη περιπλανήθηκε με τον Πάρη δέκα χρόνια πριν φτάσει στην Τροία κι αρχίσει ο πόλεμος» (σελ. 13) και «Κατά την παράδοση, ανάμεσα στην αρπαγή της Ελένης και στην αρχή του πολέμου μεσολάβησαν δέκα χρόνια». 
Η στοιχειακή δομή μιας αφήγησης είναι τριμερής: ισορροπία-διατάραξη-αποκατάσταση. Καλά περνούν στη Σπάρτη (ισορροπία) μέχρι που έρχεται ο Πάρης και κλέβει την Ελένη (διατάραξη). Ο Μενέλαος ξεσηκώνει τον αδελφό του που με τη σειρά του ξεσηκώνει όλους τους Έλληνες για να τη φέρει πίσω. Και τη φέρνει (αποκατάσταση).
Αυτή η αφήγηση εντάσσεται στα πλαίσια μιας γενικότερης αφήγησης που ξεκινάει με τα δίδυμα αδέλφια, τον Θυέστη και τον Ατρέα, και τελειώνει με τον Ορέστη.
Ο Αριστοτέλης μιλάει για μίμηση πράξεως σπουδαίας και τελείας (που έχει δηλαδή αρχή, μέση, τέλος). Ο τρωικός πόλεμος είναι σπουδαίος, όμως ο Όμηρος δεν είναι τραγικός ποιητής. Ξεκινάει την ιστορία του in media res. Δηλαδή τι in media res, αφηγείται τις τελευταίες  μέρες της πολιορκίας.
Και το τέλος;
Όλοι όσοι δεν έχουν διαβάσει την «Ιλιάδα», όπως δεν την είχα διαβάσει κι εγώ, πιστεύω ότι πιστεύουν αυτό που πίστευα κι εγώ, ότι η «Ιλιάδα» τελειώνει με την εκπόρθηση της Τροίας, με τη γνωστή ιστορία του δούρειου ίππου.
Αμ δε!
Ο Όμηρος είναι μεγάλος ποιητής. Σταματάει το έργο του με τη μεγαλειώδη τελευταία ραψωδία, τη ραψωδία της συγνώμης. Ο Αχιλλέας, εξοργισμένος με τον Έκτορα που σκότωσε τον φίλο του τον Πάτροκλο, αφού τον σκότωσε έσυρε το πτώμα του δεμένο στο άρμα του τρεις φορές γύρω από τα τείχη. Είχε μάλιστα σκοπό να το δώσει μετά να το φάνε τα σκυλιά. Όμως ο γέρο Πρίαμος τον επισκέπτεται, και με δάκρυα στα μάτια τον παρακαλεί να του δώσει το νεκρό σώμα του γιου του για να το θάψει. Ο Αχιλλέας συγκινείται και του το δίνει, ξεχνώντας την οργή του. Κάποια στιγμή ο Όμηρος τους παρουσιάζει και τους δυο να χύνουν άφθονα δάκρυα. Και η ραψωδία, και όλο το έπος φυσικά, τελειώνει με την τελετή της ταφής του Έκτορα, με τους Τρώες να θρηνούν για το χαμό του ήρωά τους.
Αρκετά αφελές το παραμύθι με τον δούρειο ίππο για να συνεχίσει ο Όμηρος μ’ αυτό.
Και όχι μόνο.
Πιο πριν ο Όμηρος παρουσιάζει ήρωες να πολεμούνε και να αλληλοσκοτώνονται. Με την κατάληψη της Τροίας θα έπρεπε να αφηγηθεί τις φρικαλεότητες τον νικητών, το σφάξιμο του Πριάμου στο βωμό του ναού, το ρίξιμο του Αστυάνακτα από τα τείχη, τους βιασμούς των γυναικών, κ.λπ. Όχι, τέτοια πράγματα δεν έχει καμιά όρεξη να τα αφηγηθεί.
Διαβάζουμε:
«τῷ δὲ Βρισηῒς παρελέξατο καλλιπάρῃος» (Ω 676). Δίπλα του πλάγιασε η Βρισηίδα με τα όμορφα μάγουλα, μεταφράζω εγώ. Σίγουρα όχι για να κοιμηθούν σαν αδελφάκια. Και ο Wolfgang Petersen που γύρισε το «Troy» (2004) φτιάχνει ένα ρομάντζο, με την Βρισηίδα και τον Αχιλλέα να ερωτεύονται αλλήλους. (Πολύ ωραίος ο Brad Pitt στο ρόλο του Αχιλλέα). Και ο John Kent Harrison που γύρισε το μίνι σήριαλ στο οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω φτιάχνει ένα ρομάντζο, όμως με τον έρωτα του Πάρη και της Ελένης.  
Είδαμε και την βουβή «Helen of Troy» (1924). Εδώ δεν έχουμε μόνο το ρομάντζο του Πάρη και της Ελένης, αλλά και τον θαυμασμό του Αχιλλέα για την ομορφιά της. Παίρνει μέρος στην εκστρατεία για να της ζητήσει να του δώσει το στεφάνι που έδωσε στον Πάρη, το οποίο του ανήκει ως νικητής που ήταν στις αρματοδρομίες. Ακόμη και ο Έκτορας, όταν προσπαθεί να τον μεταπείσει να μην βγει να πολεμήσει με τους Έλληνες, την αγκαλιάζει μαγεμένος, για να τραβηχτεί την επόμενη στιγμή έντρομος. Γερμανική υπερπαραγωγή, γονάτισε οικονομικά την Bavaria Films διαβάζω στη βικιπαίδεια.  
Είδαμε ένα ακόμη ντοκιμαντέρ, PBS-Helen of Troy της Bettany Hughes, το τέταρτο από μια σειρά 7 επεισοδίων με τίτλο The ancient worlds (όλα βρίσκονται στο youtube). Αρχαιολογική περιπλάνηση και ιστορική αναδρομή, μάθαμε για τις σχέσεις των Χετταίων με την Τροία, που εκείνη την εποχή είχαν μια μεγάλη αυτοκρατορία. Το βιβλίο της όμως, με τον ίδιο τίτλο, 848 σελίδες, δεν νομίζω ότι θα το διαβάσω ποτέ.
Τέλος είδαμε μια ακόμη Helen of Troy (1956). Χολιγουντιανή υπερπαραγωγή σε σκηνοθεσία Robert Wise, βλέπεται πολύ ευχάριστα. Στο ρόλο της Ελένης είναι η Rossana Podesta. Την ηθοποιό τη θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια, σήμερα όμως είναι σχεδόν ξεχασμένη. Όμως η Brigitte Bardot, νεότατη (22 μόλις χρονών) και πανέμορφη, στο ρόλο της δούλας Αδράστης που βοηθάει στη δραπέτευση του Πάρη από τη Σπάρτη, θα μείνει ένα αιώνιο σύμβολο του σεξ. Και εδώ το ρομάντζο Πάρη και Ελένης βρίσκεται κυριολεκτικά σε πρώτο πλάνο.
Περιττό να πούμε ότι όλες οι μεταφορές στη μεγάλη και στη μικρή οθόνη αφίστανται περισσότερο ή λιγότερο από το μύθο, και φυσικά από τον Όμηρο. Δεν είναι μόνο η προσαρμογή στις απαιτήσεις του σύγχρονου κοινού, που ναι μεν βλέπει με ευχαρίστηση σκηνές μάχης όμως πάνω από όλα θέλει το ρομάντζο, είναι και οι απαιτήσεις της σκηνικής οικονομίας. Έχω γράψει σχετικά για τη διασκευή ενός μυθιστορήματος σε θεατρικό έργο, ένα μικρό άρθρο με τίτλο «Από το αφηγηματικό στο δραματικό κείμενο: συμβολή στη διδακτική της δραματοποίησης» και ένα άλλο άρθρο για το θεατρικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη «Έως πότε;» το οποίο αποτελεί διασκευή των «Κρητικών γάμων» του Σπύρου Ζαμπέλιου. Ίσως γράψω και για τη μεταφορά ενός μυθιστορήματος στην οθόνη.
Και έπεται «Οδύσσεια».
ΜΕ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
Με μάγεψε τόσο ο Όμηρος που είπα να τον διαβάσω δεύτερη φορά, τώρα που είναι φρέσκος στο μυαλό μου και θα μου είναι πιο εύκολος. Από αυτή τη δεύτερη ανάγνωση θα σταχυολογήσω κάποια πράγματα.
Ένα απόφθεγμα: «οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη» (Β 204). Πράγμα καλό δεν είναι πολλοί να κυβερνούν.  Έχει ακριβώς το νόημα της λαϊκής παροιμίας: όπου λαλούν πολλοί κοκόροι αργεί να ξημερώσει.
Και σαν κρητικός, αντιγράφω το παρακάτω απόσπασμα.
Κρητῶν δ' Ἰδομενεὺς δουρὶ κλυτὸς ἡγεμόνευεν,
οἳ Κνωσόν τ' εἶχον Γόρτυνά τε τειχιόεσσαν,
Λύκτον Μίλητόν τε καὶ ἀργινόεντα Λύκαστον
Φαιστόν τε Ῥύτιόν τε, πόλεις εὖ ναιετοώσας,  
ἄλλοι θ' οἳ Κρήτην ἑκατόμπολιν ἀμφενέμοντο. (Β 645-649).
Ο Ιδομενεύς πάλι, στο δόρυ ξακουστός, τους Κρήτας κυβερνούσε, που κατοικούσαν την Κνωσό και τη Γόρτυνα την περιτειχισμένη, την Λύκτο και τη Μίλητο και τη Λύκαστο την ασπροχώματη και τη Φαιστό, και το Ρύτιο, πόλεις καλοκατοικημένες, και τους άλλους όσοι κατοικούσαν στα γύρω της Κρήτης που είχε τις εκατό πόλεις.
Άλλο ένα απόσπασμα.
ἤτοι μὲν γὰρ ἄτερ πολέμου εἰσῆλθε Μυκήνας
 ξεῖνος ἅμ' ἀντιθέῳ Πολυνείκεϊ λαὸν ἀγείρων·
οἳ δὲ τότ' ἐστρατόωνθ' ἱερὰ πρὸς τείχεα Θήβης (Δ 376-378).
Γιατί πραγματικά μεν ως φίλος ξενομερίτης δίχως πόλεμο εμπήκε στις Μυκήνες με τον Πολυνείκη τον ίσο με τους θεούς, συνάζοντας στρατό. Αυτοί λοιπόν τότε το στρατόπεδό τους έστηναν εμπρός από τα ιερά τείχη της Θήβας.
Το χαμένο έπος, η «Θηβαΐς», τελικά μάλλον προηγείται της «Ιλιάδος». Άγνωστο αν την έγραψε ο ίδιος ο «Όμηρος» ή κάποιος άλλος.
«Ἆρες Ἄρες βροτολοιγὲ μιαιφόνε τειχεσιπλῆτα» (Ε 31).
Και η μετάφραση:
Άρη, Άρη, αφανιστή των ανθρώπων, αιματοστάλαχτε σφαγέα, καταστροφέα των τειχών…
Είναι δυνατόν η μαγεία των ομηρικών σύνθετων να αποδοθεί στη μετάφραση;
Τελικά, ψάχνοντας τη μετάφραση των Καζαντζάκη-Κακριδή βλέπω ότι γίνεται: «Άρη φονιά κι αιματοστάλαχτε και καστροκαταλύτη». Τώρα το «κι» δεν νομίζω να χρειάζεται, αλλά τέλος πάντων.
Έλεγα να ψάξω να βρω επιχειρήματα για να υποστηρίξω ότι το «Άρες μάρες κουκουνάρες» έχει να κάνει με αυτή την προσφώνηση στον Άρη, αλλά θα μου φάει χρόνο και βαριέμαι, άσε που μπορεί και να μην τα καταφέρω.
Πέντε φορές συναντάμε το «εξαπίνης», που σημαίνει ότι είχε τη μεταφορική σημασία που έχει και σήμερα ήδη από τα ομηρικά χρόνια. Διαβάζω διάφορα γι’ αυτό στο διαδίκτυο, υπάρχει διχογνωμία, οπότε ας πω αυτό που υποθέτω ως σωστό. Απήνη σημαίνει άμαξα. Όταν κάποιος κατέβαινε «εξ απήνης» και του επιτίθετο κάποιος, τον έβρισκε εντελώς απροετοίμαστο. Η σημασία του «απροσδόκητα, ξαφνικά» πρέπει να ήταν εντελώς παγιωμένη επί Πεισίστρατου, όταν κατεγράφησαν τα έπη, ώστε να γράφεται μονολεκτικά και με γιώτα. Υποθέτω, το ξαναλέω.  
Τη λέξη «δυοκαίδεκα» τη συναντάμε εφτά φορές, και άλλες έξι στην «Οδύσσεια». Φαίνεται ότι το δώδεκα ήταν κάτι σαν ιερός, ή γούρικος, αριθμός. Αναρωτιέμαι αν οι μαθητές του Ιησού ήταν πραγματικά δώδεκα.
Το θέμα της Φαίδρας, που καταγγέλλει στον Θησέα ότι της ρίχτηκε ο γιος του μόνο και μόνο για να τον εκδικηθεί επειδή απέκρουσε τις ερωτικές της προτάσεις το βλέπουμε και εδώ. Η Άντεια, η γυναίκα του βασιλιά Προίτου, κατηγόρησε τον Βελλερεφόντη στον άντρα της ότι τάχα της ρίχτηκε γιατί αρνήθηκε τις προτάσεις της. Αυτός δεν θέλησε να τον σκοτώσει ο ίδιος αλλά τον έστειλε στον πεθερό του να του πάει ένα γράμμα. Με το γράμμα αυτό έλεγε στον πεθερό του να σκοτώσει τον Βελλερεφόντη, απαράλλακτα δηλαδή ό,τι έκανε και ο Κλαύδιος στον Άμλετ. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος το κατάφεραν.
«αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων» (Ζ 208). (…μου παράγγειλε θερμά) πάντοτε ν’ αριστεύω και να ’μαι πιο καλός από τους άλλους.
 Δεν θυμόμουνα ότι ήταν ομηρικό.
«ἀνδρὶ δὲ κεκμηῶτι μένος μέγα οἶνος ἀέξει» (Ζ 261). Στον κουρασμένο άνδρα το κρασί δίνει μεγάλη δύναμη.
Δεν θα το ’λεγα, μάλλον τον στέλνει κατευθείαν στο κρεβάτι για ύπνο.
«τρεῖς δέ μοί εἰσι θύγατρες ἐνὶ μεγάρῳ εὐπήκτῳ
  Χρυσόθεμις καὶ Λαοδίκη καὶ Ἰφιάνασσα» (Ι 144-145).
  Τρεις θυγατέρες έχω εγώ στο καλοχτισμένο παλάτι μου, τη Χρυσοθέμιδα, τη Λαοδίκη και την Ιφιάνασσα.
Τις προξενεύει στον Αχιλλέα, ο Αγαμέμνων. Ξέχασε την Ηλέκτρα;
«καί σε τοσοῦτον ἔθηκα θεοῖς ἐπιείκελ' Ἀχιλλεῦ,
ἐκ θυμοῦ φιλέων, ἐπεὶ οὐκ ἐθέλεσκες ἅμ' ἄλλῳ
οὔτ' ἐς δαῖτ' ἰέναι οὔτ' ἐν μεγάροισι πάσασθαι,
πρίν γ' ὅτε δή σ' ἐπ' ἐμοῖσιν ἐγὼ γούνεσσι καθίσσας
ὄψου τ' ἄσαιμι προταμὼν καὶ οἶνον ἐπισχών». (Ι 485-489).
Τα λέει ο Φοίνικας, που ήταν κάτι σαν παραμάνα για τον Αχιλλέα.
Κι εγώ σε μεγάλωσα, όμοιε με τους θεούς Αχιλλέα, από την καρδιά μου αγαπώντας σε, γιατί με άλλονε δεν ήθελες ούτε σε φαγοπότι να πας ούτε στο σπίτι σου να τρως. Ως που εγώ πια, αφού σε κάθιζα στα γόνατά μου, σε χόρταινα προσφάγι κόβοντας μπουκιές και δίνοντάς σου κρασί.
Άκου να δεις, κρασί στο μικρό παιδί!!! Δεν ήταν με τα καλά τους οι αρχαίοι.
«ἵππων ξανθὰ κάρηνα» (Ι 407). Και άλογα ξανθά (συνεκδοχικά, ξανθά κεφάλια των αλόγων κατά λέξη).
Μα, αν υπάρχουν ξανθά άλογα, γιατί άραγε να μην υπάρχουν και πράσινα;
«καὶ μέν τίς τε κασιγνήτοιο φονῆος
ποινὴν ἢ οὗ παιδὸς ἐδέξατο τεθνηῶτος·
καί ῥ' ὃ μὲν ἐν δήμῳ μένει αὐτοῦ πόλλ' ἀποτίσας,
τοῦ δέ τ' ἐρητύεται κραδίη καὶ θυμὸς ἀγήνωρ
ποινὴν δεξαμένῳ»  (Ι 632-636).
Ακόμα κι από το φονιά του αδελφού του ή του πεθαμένου γιου του δέχεται κανείς ικανοποίηση. Εκείνος τότε, αφού πολλά πληρώσει, μένει στη χώρα του και του αλλουνού η καρδιά κι η γενναία ψυχή κρατιέται, αφού δεχτεί ικανοποίηση.
Το φυλετικό δίκαιο, που νομίζω υπάρχει και στη σαρία.
«αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο», Αφού φάγανε και ήπιανε καλά. Επτά φορές συναντάμε το στίχο στην «Ιλιάδα» και δεκαπέντε στην «Οδύσσεια». Οι πρόγονοί μας καλοπερνούσαν.
Το παρακάτω το ανάρτησα στο facebook.
«Να σας πω τι έφαγα σήμερα.
Τη συνταγή τη βρήκα στην «Ιλιάδα».
«ἐν τῷ ῥά σφι κύκησε γυνὴ ἐϊκυῖα θεῇσιν
οἴνῳ Πραμνείῳ, ἐπὶ δ' αἴγειον κνῆ τυρὸν
κνήστι χαλκείῃ, ἐπὶ δ' ἄλφιτα λευκὰ πάλυνε
πινέμεναι δ' ἐκέλευσεν, ἐπεί ῥ' ὥπλισσε κυκειῶ» (Λ 638-641).
  Και η μετάφραση:
  Μέσα σ’ αυτό λοιπόν η γυναίκα, η όμοια στη μορφή με τις θεές, έκανε το χυλό με κρασί από την Πράμνη κι από πάνω έτριψε τυρί γιδίσιο με τρίφτη χάλκινο και το πασπάλισε με άσπρο κριθάλευρο. Αφού ετοίμασε έτσι το χυλό, να πιουν τους κάλεσε.
Ο χυλός είναι ο κυκεώνας, που αργότερα απέκτησε τη μεταφορική σημασία με την οποία τον χρησιμοποιούμε σήμερα.
Δυστυχώς ο Όμηρος δεν λέει  τις αναλογίες. Εγώ έβαλα 100 γραμμάρια τυρί παρμεζάνα, γιδίσιο δεν βρήκα στα σουπερμάρκετ, και κάπου 130 κριθάλευρο, ό, τι μου είχε μείνει από αυτό που έφερα από την Κρήτη. Ανακάτεψα με κρασί «Ηρακλής», για να ταιριάζει. Το κρασί έπεσε λίγο μπόλικο, ίσως έπρεπε να βάλω πραγματικό «κρασί» και όχι «οίνον», δηλαδή να βάλω και λίγο νερό. Πάντως μου άρεσε. Αυτό είναι φαγητό για ήρωες, όχι σπανάκια και μπούρδες.
  Πιο πριν είχα διαβάσει:
ἥ σφωϊν πρῶτον μὲν ἐπιπροΐηλε τράπεζαν
καλὴν κυανόπεζαν ἐΰξοον, αὐτὰρ ἐπ' αὐτῆς
χάλκειον κάνεον, ἐπὶ δὲ κρόμυον ποτῷ ὄψον (Λ 628-630).
  Και η μετάφραση.
  Αυτή λοιπόν πρώτα έβαλε μπροστά  τους ωραίο τραπέζι με γαλάζια πόδια, καλοτορνεμένο, και πάνω του χάλκινο κάνιστρο, κι ακόμα κρεμμύδι για μεζέ του κρασιού…
  Έχετε δει ποτέ σε ταβέρνες να τρώνε κρεμμύδι σαν μεζέ του κρασιού; Και όμως, εμείς στην Κρήτη τηρούμε τις ομηρικές παραδόσεις.
  Και θυμήθηκα το παρακάτω ανέκδοτο, που δεν αποκλείεται να είναι και πραγματική ιστορία.
  Ο κουμπάρος καλεί τον κουμπάρο του να πιούνε κρασί. Στο τραπέζι υπάρχει η κανάτα το κρασί, άφθονο κρομμύδι και ένα γουλίδι (κεφάλι) τυρί. Όμως ο κουμπάρος «ξέχασε» να φέρει μαχαίρι για να κόψουν το τυρί. Έτσι ο κουμπάρος αναγκαστικά με το κρασί έτρωγε κρεμμύδι.
  -Φάε κουμπάρε τυρί.
  -Καλό ’ναι και το κρεμμύδι, απάντησε αυτός.
  Σε λιγάκι επαναλήφθηκε η ίδια στιχομυθία, και ξανά και ξανά.
  Μετά από μερικές μέρες τον ξανακαλεί πάλι να τα πιούνε. Όμως αυτή τη φορά ήλθε προετοιμασμένος, έχοντας ένα τσακάκι (μαχαιράκι που διπλώνει) στην τσέπη του. Με το που κάθονται λοιπόν στο τραπέζι βγάζει το τσακάκι και αρχίζει να πελεκάει το τυρί. Και επαναλήφθηκε κάμποσες φορές ο προηγούμενος διάλογος, αλλά αντεστραμμένος.
  -Φάε κουμπάρε κρεμμύδι.
  -Καλό ’ναι και το τυρί.
  Στο τέλος αγανακτισμένος του λέει: -Φάει κουμπάρε κρεμμύδι, γιατί κατέχεις πόσο κάνει το κιλό το τυρί; 20 ευρώ.
  -Μα κάνει τα.
  Δηλαδή είναι τόσο νόστιμο που αξίζει τόσα λεφτά».
  Το θυμήθηκα ξαφνικά.
  Ήξερα για το in media res, έχω συχνά χρησιμοποιήσει τον όρο. Σαν παράδειγμα, εκεί που το διάβασα, αναφερόταν η «Ιλιάδα». Ψάχνοντας στο διαδίκτυο, έπεσα πάνω σε λήμμα της Encylopaedia Britanica. Παραθέτω ολόκληρο το απόσπασμα.
  Ιn medias res, ( Latin: “in the midst of things”) the practice of beginning an epic or other narrative by plunging into a crucial situation that is part of a related chain of events; the situation is an extension of previous events and will be developed in later action. The narrative then goes directly forward, and exposition of earlier events is supplied by flashbacks.
  The principle of in medias res is based on the practice of Homer in the Iliad and the Odyssey. The Iliad, for example, begins dramatically with the quarrel between Achilles and Agamemnon during the Trojan War. In his Ars poetica, the Latin poet and critic Horace pointed out the immediate interest created by this opening in contrast to beginning the story ab ovo (“from the egg”)—i.e., from the birth of Achilles, which is the story’s earliest chronological point. Though its roots are in ancient epic poems, in medias res can be found today across numerous fiction and nonfiction narrative forms.
  Η «Ιλιάδα» ξεκινάει ab ovo. Ο Οράτιος μάλλον παρασύρθηκε από το γεγονός ότι η μήνις του Αχιλλέα βρίσκεται στο κέντρο του μύθου. Αλλά και όλη η «Ιλιάδα» βρίσκεται στο κέντρο του μύθου. Τα πριν είναι όχι μόνο τα της γέννησης του Αχιλλέα, αλλά και τα της γέννησης της Ελένης, του Πάρη, κ.λπ. Και, όπως είπαμε, η «Ιλιάδα» δεν τελειώνει με το τέλος του μύθου, παρά με το δόσιμο του νεκρού του Έκτορα στον γέρο Πρίαμο. Ο θάνατος του Αχιλλέα, ο δούρειος ίππος και η άλωση της Τροίας είναι η συνέχεια του μύθου, με την οποία όμως δεν καταπιάνεται ο Όμηρος. Ο Όμηρος αναφέρεται στη γέννηση του Αχιλλέα με λίγα λόγια. Αλλά και στη γέννηση κάθε ήρωα μπορεί να αναφερθεί ένας μυθιστοριογράφος στα μισά της ιστορίας, όπως άλλωστε και σε προηγούμενα γεγονότα και καταστάσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ιστορία είναι in media res.
  Ούτε και η «Οδύσσεια» ξεκινάει in media res, αφού οι τέσσερις πρώτες ραψωδίες αναφέρονται στον Τηλέμαχο. Στην «Ιλιάδα» τα επεισόδια διαδέχονται το ένα το άλλο στη χρονική τους διαδοχή ενώ στην «Οδύσσεια», κάπου στη μέση, σε δεύτερο επίπεδο αφήγησης, ο Οδυσσέας αφηγείται στον βασιλιά των Φαιάκων τις περιπέτειές του, στις οποίες κυριαρχεί το φανταστικό (ραψωδίες 9-12). Στο πρώτο επίπεδο αφήγησης όμως κυριαρχεί το ρεαλιστικό, με εξαίρεση βέβαια την εμφάνιση των θεών. Η αφήγηση του Οδυσσέα περίπου συμπίπτει χρονικά με το ταξίδι του Τηλέμαχου για να μάθει για τον πατέρα του.
  Το in media res το συναντώ κατά καιρούς σε ταινίες. Και βέβαια το media είναι κατά προσέγγιση, αφού το εντυπωσιακό γεγονός, το οποίο δημιουργεί συχνότατα σασπένς, βρίσκεται ή προς την αρχή ή, πιο συχνά, προς το τέλος της σειράς των γεγονότων. Δεν μου έρχεται τώρα στο μυαλό καμιά, αλλά επειδή σίγουρα θα συναντήσω κάποια, και θα την παραθέσω εκ των υστέρων σ’ αυτή την ανάρτηση.
  Πριν κάνω την ανάρτηση έπεσα πάνω σε μια τέτοια ταινία, που ξεκινάει in media res. Πρόκειται για την ταινία του Gennaro Nunziante «Quo Vado» (2016), μια ξεκαρδιστική κωμωδία που έχει σαν θέμα τους δημόσιους υπαλλήλους. Με τις καταστάσεις που παρουσιάζει θα μπορούσε να είναι κάλλιστα ελληνική. Δεν βγήκε στην τύχη αυτό το ούνα φάτσα ούνα ράτσα.  
  Σε λιγότερο από μια βδομάδα βλέπω και την «Χουλιέτα» του Πέτρου Αλμοδόβαρ, που κι αυτή ξεκινάει in media res. Το in media res είναι όπως είπαμε συμβατικό, βρίσκεται κάπου στην αρχή της ιστορίας, σε αντίθεση με το «Quo Vado» όπου βρίσκεται προς το τέλος. Μάλλον είναι περισσότερες οι ταινίες που ξεκινάνε in media res από ό,τι φανταζόμουν.
  Η ταινία «Quo vado» ξεκινάει από μια πραγματικά κρίσιμη κατάσταση, προς το τέλος της ιστορίας: αν ο ήρωας δεν κερδίσει τη συμπάθεια των ιθαγενών με την αφήγηση της ζωής του, θα τον σκοτώσουν.
  Θα την κερδίσει. Και θα τρέξει να βρει την αγαπημένη του, που του έχει γεννήσει την κόρη του.
  Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον.
  Το πίστευαν απόλυτα οι πρόγονοί μας;
  Στον Όμηρο βρήκαμε δυο φορές τη φράση «υπέρ’ αίσαν», δηλαδή παρά τη μοίρα.
  «καὶ τότε δή ῥ' ὑπὲρ αἶσαν Ἀχαιοὶ φέρτεροι ἦσαν» (Π 780). Τότε πια υπερτερούσαν οι Αχαιοί αντίθετα προς το πεπρωμένο.
  «Ἀργεῖοι δέ κε κῦδος ἕλον καὶ ὑπὲρ Διὸς αἶσαν
κάρτεϊ καὶ σθένεϊ σφετέρῳ·» (Ρ 320-321). …και θα ’παιρναν οι Αργείοι δόξα, κι ενάντια στην απόφαση του Δία, με μόνη τη δύναμη και την ορμή τους.
  Ακόμη:
  «δείδω μὴ καὶ τεῖχος ὑπέρμορον ἐξαλαπάξῃ» (Υ 30). Φοβούμαι μήπως πατήσει και το τείχος ενάντια στα πεπρωμένα.
  Επίσης:
  Ο Ποσειδώνας ζητάει από τους άλλους θεούς να σώσουν τον Αινεία που μάχεται με τον Αχιλλέα, μήπως θυμώσει ο Ζευς αν τον σκοτώσει ο Αχιλλεύς. Καλού κακού, γιατί,
  «…μόριμον δέ οἵ ἐστ' ἀλέασθαι,
ὄφρα μὴ ἄσπερμος γενεὴ καὶ ἄφαντος ὄληται
 
Δαρδάνου» (Υ 842). Είναι άλλωστε από τη μοίρα του γραφτό να διαφύγει, για να μην εξαφανισθεί η γενιά του Δάρδανου.
  Πιο κάτω συμβουλεύει τον ίδιο τον Αινεία να αποφύγει τον Αχιλλέα αν τύχει και βρεθούν ξανά αντιμέτωποι
  «μὴ καὶ ὑπὲρ μοῖραν δόμον Ἄϊδος εἰσαφίκηαι» (Υ 336). Μήπως παρά το πεπρωμένο έρθεις στα βασίλεια του Άδη.
  Καθώς προχωρώ στην ανάγνωση βρίσκω κι άλλα:
  «αὐτὰρ Ἀπόλλων Φοῖβος ἐδύσετο Ἴλιον ἱρήν·
μέμβλετο γάρ οἱ τεῖχος ἐϋδμήτοιο πόληος
μὴ Δαναοὶ πέρσειαν ὑπὲρ μόρον ἤματι κείνῳ» (Φ 516-518)
  …ενώ ο Απόλλωνας ο Φοίβος τρύπωσε μέσ’ στο ιερό το Ίλιο. Φρόντιζε για το τοίχος της καλοχτισμένης πόλης, να μην το κυριέψουν οι Δαναοί τη μέρα εκείνη παρά το πεπρωμένο.
  Οι παρομοιώσεις είναι άφθονες, και έχουν κυρίως να κάνουν με την αγροτική και την ποιμενική ζωή αλλά και τις δυνάμεις της φύσης. Λιοντάρια, αγριόχοιροι και ελάφια εμφανίζονται συχνά σ’ αυτές. Όμως μια μου άρεσε ιδιαίτερα.
«Αὐτίκα δὲ σφήκεσσιν ἐοικότες ἐξεχέοντο
εἰνοδίοις, οὓς παῖδες ἐριδμαίνωσιν ἔθοντες
— αἰεὶ κερτομέοντες ὁδῷ ἔπι οἰκί' ἔχοντας
νηπίαχοι· ξυνὸν δὲ κακὸν πολέεσσι τιθεῖσι.
τοὺς δ' εἴ περ παρά τίς τε κιὼν ἄνθρωπος ὁδίτης
κινήσῃ ἀέκων, οἳ δ' ἄλκιμον ἦτορ ἔχοντες
πρόσσω πᾶς πέτεται καὶ ἀμύνει οἷσι τέκεσσι» (Π 259-265).
  Και χύθηκαν (οι Αχαιοί) σαν σφήκες που ’χουν σε δρόμο τη σφηκιά τους, κι’ έχουν συνήθεια τα παιδιά να τις ερεθίζουν συνεχώς πειράζοντας, τα ανόητα, επειδή κάμανε τη φωλιά τους στο δρόμο· και φέρνουν έτσι κακό ομαδικό σε άλλους αθώους ανθρώπους. Και αν κανείς διαβάτης τις ξεσηκώσει άθελά του, μόνο που πέρασε δίπλα τους, εκείνες με γενναία καρδιά όλες μαζί πετούνε μπροστά και τα παιδιά τους υποστηρίζουν.
  Εν τάξει, δεν θα το ’λεγα ανοησία, αλλά παιδική σκανδαλιά. Κάποτε, όταν ήμουν μικρός, μας κυνήγησαν άγρια και από τότε δεν το ξανάκανα.  
  Και η παρακάτω παρομοίωση μου άρεσε. Όταν συναντώνται ο Αχιλλέας και ο Αινείας και ανταλλάσσουν λόγια, ο Αινείας, κλείνοντας την κουβέντα, λέει.
«ἀλλὰ τί ἢ ἔριδας καὶ νείκεα νῶϊν ἀνάγκη
νεικεῖν ἀλλήλοισιν ἐναντίον ὥς τε γυναῖκας,
αἵ τε χολωσάμεναι ἔριδος πέρι θυμοβόροιο 
νεικεῦσ' ἀλλήλῃσι μέσην ἐς ἄγυιαν ἰοῦσαι
πόλλ' ἐτεά τε καὶ οὐκί· χόλος δέ τε καὶ τὰ κελεύει» (Υ 251-255).
  Μα τι ανάγκη αλήθεια για καυγάδες και μαλώματα, να ερχόμαστε με λόγια ο ένας στον άλλο, σαν κάτι γυναικούλες που θυμώνουν εξ αιτίας μιας ολέθριας φιλονικίας κι αφού έρθουν μέσ’ στη στράτα ξερνάει η μια της άλλης πολλά, είτε αληθινά είτε όχι. Γιατί όλ’ αυτά τα υπαγορεύει ο θυμός.   
  Έχω στο κινητό μου ένα αρχείο με ανέκδοτα και τα διαβάζω όταν περιμένω, συνήθως σε νοσοκομεία. Απόψε πήγα να κάνω παρακέντηση στους όζους μου στον θυρεοειδή στον «Άγιο Σάββα». Είμαι αδιόρθωτος ανεκδοτάς, και γι’ αυτό θα παραθέσω το παρακάτω ανέκδοτο που διάβασα, χαμηλώνοντας κι άλλο το υφολογικό επίπεδο της ανάρτησης, μετά το ανέκδοτο με το τυρί και το κρεμμύδι που παράθεσα λίγο πριν.
  «Τι είπε ο Πάτροκλος στον Αχιλλέα πριν βγει για μάχη;
-Μωρή τρελή, αφού το ξέρεις το κουσούρι σου, πού πας με το ξώφτερνο;».
  Και ένα ανθρωπολογικό στοιχείο:
«ζωοὺς δ' ἐν δίνῃσι καθίετε μώνυχας ἵππους» (Φ 132). Και στα ρέματά του πολλά του ρίχνετε ζωντανά μόνυχα άτια (του ποταμού). Εκτός δηλαδή από τα βόδια που θυσιάζουν σ’ αυτόν, θυσία που κάνουν και σε άλλους θεούς, με αρκετά συχνή την «εκατόμβη», δηλαδή τη θυσία εκατό βοδιών, ρίχνουν και μόνυχα άλογα. Σήμερα τη λέξη «εκατόμβη» τη χρησιμοποιούμε με τη μεταφορική σημασία του «λουτρού αίματος», μιας άλλης μεταφοράς. 
  Και θυμήθηκα τον δάσκαλό μου στα κινέζικα, τον κο Zhou, που μας έλεγε ότι στην Κίνα αν τύχει κάποιος και πέσει σε ένα ποτάμι δεν θα σπεύσουν να τον σώσουν, γιατί πιστεύουν ότι τον θέλει το πνεύμα του ποταμού. Έχουν δουλειά να κάνουν ακόμη οι κομμουνιστές.
  Μου το ζήτησε ο φίλος μου ο Γιώργης ο Μανιαδάκης, να του βρω πόσες φορές στον Όμηρο απαντάται η λέξη «οίνος». Θέλει να γράψει για τα πατητήρια και τη Θριπτή. Και βρήκα. Και μια και βρήκα, είπα να το γράψω και εδώ. Απαντάται 16 φορές στην «Ιλιάδα» και 24 φορές στην «Οδύσσεια». Στην «Οδύσσεια» απαντάται επί πλέον δυο φορές και η λέξη «οινωθέντες», που σημαίνει «αφού τα κοπάνησαν». Το είχα ήδη παρατηρήσει ότι οι ομηρικοί ήρωες ήταν γερά ποτήρια.
  Και ένα ανθρωπολογικό στοιχείο.
  Τον σώμα του Πάτροκλου το έκαψαν. Στην πυρά θυσίασαν πολλά αρνιά και βόδια, και δώδεκα νέους Τρώας που είχαν συλλάβει αιχμαλώτους. Ενώ οδηγούσαν το σώμα του στην πυρά, οι σύντροφοι του Πάτροκλου
«θριξὶ δὲ πάντα νέκυν καταείνυσαν, ἃς ἐπέβαλλον
κειρόμενοι·» (Ψ 135-136).
  Και τον νεκρό είχαν ολόκληρο σκεπάσει με τα μαλλιά που κόβανε κι απάνω του τα πετούσαν.
  Όταν έφτασαν στο χώρο της ταφής, τελευταίος ο Αχιλλέας έκοψε και αυτός τα μακριά ξανθά μαλλιά του και τα απόθεσε πάνω στο νεκρό σώμα του φίλου του. 
  Δεν θα μου περνούσε από το μυαλό η ετυμολογία της λέξης «αμφορεύς» αν δεν εύρισκα την πρωτο-λέξη στην «Ιλιάδα»: «ἐν δ' ἐτίθει μέλιτος καὶ ἀλείφατος ἀμφιφορῆας» (Ψ 170).
Και παίρνει κι ακουμπάει σταμνιά με μέλι και με λάδι. Αμφί+φέρω, από τα δυο χερούλια που έχει ο αμφορέας.
  Ο Όμηρος αφηγείται και περιγράφει, δεν κρίνει. Όμως μια φορά κρίνει. Είναι το σημείο όπου ο Αχιλλέας θυσιάζει στον τάφο του Πατρόκλου.
  «ἐννέα τῷ γε ἄνακτι τραπεζῆες κύνες ἦσαν,
καὶ μὲν τῶν ἐνέβαλλε πυρῇ δύο δειροτομήσας,
δώδεκα δὲ Τρώων μεγαθύμων υἱέας ἐσθλοὺς
χαλκῷ δηϊόων· κακὰ δὲ φρεσὶ μήδετο ἔργα·» (Ψ 173-18).
  Εννιά σκυλιά είχε ο βασιλιάς που τρώγαν απ’ το τραπέζι του. Και δυο απ’ αυτά τα ’σφαξε και στη φωτιά τα ρίχνει, καθώς επίσης και τα δώδεκα αρχοντόπουλα των Τρώων, αφού τα πέρασε από το χάλκινο σπαθί του – φριχτή δουλειά σοφίστηκε να κάνει!
  Όντως φριχτή δουλειά.
  Διαβάζουμε:
  «καὶ σὲ γέρον τὸ πρὶν μὲν ἀκούομεν ὄλβιον εἶναι·
  ὅσσον Λέσβος ἄνω Μάκαρος ἕδος ἐντὸς ἐέργει» (Ω 543-544).
  Και σένα, γέρο (ο γέρος είναι ο Πρίαμος, του μιλάει ο Αχιλλέας) ακούμε πως μια φορά ευτυχούσες, κι όσους ανθρώπους τρέφει εντός του το νησί της Λέσβου, του Μάκαρα η πατρίδα… όλους τους ξεπερνούσες.
  Δεν μπόρεσα να το βρω στη google, αλλά αναρωτιέμαι αν το «μακάριος» προέρχεται από αυτόν τον Μάκαρ, ή ο Μάκαρ από το «μακάριος», όπως ο σημερινός Ευτύχης από την «ευτυχία».
  Και πάλι η σύμπτωση.
  Ανακάλυψα ανάμεσα στα βιβλία μου, εντελώς τυχαία, το βιβλίο του Ι.Θ.Κακριδή «Ομηρικά θέματα» (Αθήνα 1954), στην εκπνοή της δεύτερης ανάγνωσης. Εξαιρετικά γραμμένο, φωτίζει αρκετές πλευρές των ομηρικών επών. Ξεφυλλίζω ψάχνοντας για υπογραμμίσεις.
  «Δεν έχουν ονομάσει άδικα τον Όμηρο τον πρώτο τραγικό των Ελλήνων» (σελ. 8).
  Ακριβώς την ίδια αίσθηση είχα κι εγώ διαβάζοντάς τον.     
  «Όσο ξέρω, κανένας ως τώρα ερευνητής του Ομήρου δεν έχει προσέξει ότι πολύ συχνά οι γυναίκες την Ιλιάδας και της Οδύσσειας ασκούν αυτή την ανασταλτική δύναμη πάνω στον άντρα, για να μην κάνει το χρέος του, όπως αυτός το νιώθει. Στο δρόμο που τον οδηγεί προς αυτό στέκει πάντα μια γυναίκα για να τον αντισκόψει» (σελ. 101-102).
 Δεν μπορεί, θα τα συζήτησε με τον Καζαντζάκη.
 Και θυμήθηκα τον «Βλάκα» του Γιούρι Μπίκοφ που είδα πρόσφατα, όπου η μάνα και αργότερα η γυναίκα προσπαθούν να εμποδίσουν τον ήρωα να πράξει το ηθικό καθήκον του, να εμποδίσει 820 άτομα να καταπλακωθούν από μια ετοιμόρροπη πολυκατοικία.
 Διαβάζουμε:
«Την παρομοίωση την βρίσκουμε στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια περισσότερο από διακόσες φορές» (σελ. 117).
Και μια και μιλάμε για παρομοιώσεις, στις οποίες έχω ήδη αναφερθεί, να σημειώσω ότι ο Καζαντζάκης δεν αναφέρεται πουθενά στον «Ερωτόκριτο», στον οποίο οι παρομοιώσεις είναι σχεδόν εφάμιλλες του Ομήρου. Ούτε ο Κακριδής αναφέρεται. Να παραθέσω όμως μία σαν δείγμα. Ναι, ξαναδιαβάζω και τον Ερωτόκριτο, για τρίτη τουλάχιστον φορά. Τον έχω στο κινητό μου, και τον διαβάζω σε αίθουσες αναμονής.
«Δεν κάνουν έτοιαν ταραχή τα δέντρη τα μεγάλα,
που στα βουνιά φυτρώνουσιν, γ-ή στα λαγκάδια τ’ άλλα,
όντεν ο Νότος γ-ή ο Βορράς α-δυνατά φουσκώσει,
και κατακόψει τσι κορφές, τσι ρίζες ξεριζώσει,
ωσάν εκάνα’ οι κονταρές οι δυνατές εκείνες,
που επήγαν τα κομμάτια τως κ’ ηύραν του Ηλιού τσ’ ακτίνες (Β, 1795-1800).
Το βιβλίο του Κακριδή το συνιστώ απόλυτα. Αν είχατε την περιέργεια να διαβάσετε το κείμενο το δικό μου, τότε θα πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσετε και το βιβλίο του Κακριδή. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βλέπω ότι έχει επανεκδοθεί από τις εκδόσεις «Εστία».    
  Να προσθέσω και την κριτική που έγραψα για το βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη «Η ομηρική μάχη».

Κωστή Παπαγιώργη, Η ομηρική μάχη, Καστανιώτης 1993, σελ. 318

  Πριν λίγες μέρες, διαβάζοντας τα «Σιαμαία και ετεροθαλή», είδα στην εργογραφία του Παπαγιώργη ότι έχει γράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Η ομηρική μάχη». Φυσικά είχα ξαναδιαβάσει την εργογραφία του, αλλά τότε το βιβλίο αυτό δεν με ενδιέφερε. Με ενδιαφέρει όμως τώρα που ξαναδιαβάζω τον Όμηρο για δεύτερη φορά, καπάκι μετά την πρώτη ανάγνωση που έκανα το καλοκαίρι που μας πέρασε. Έτσι το αγόρασα, παρά την απόφασή μου να μην αγοράζω πια βιβλία. Έχω πολλά δικά μου αδιάβαστα, μου δίνουν και φίλοι, και υπάρχουν ένα σωρό στο διαδίκτυο.
  Ο Παπαγιώργης γράφει μόνο για την «Ιλιάδα». Υποθέτω ότι αυτή του άρεσε περισσότερο, σε αντίθεση με τον Μαρωνίτη που προτιμούσε την «Οδύσσεια». Όσο για μένα, μου αρέσουν εξίσου και τα δυο.
  Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη, που φαίνονται να είναι ανεξάρτητες μελέτες. Το πρώτο μέρος έχει τίτλο «Η κάθοδος της θεάς Αθηνάς», ένα γενικότερο σχόλιο για το έπος. Το δεύτερο μέρος έχει τίτλο «Η μάχη», και χωρίζεται σε υποκεφάλαια όπως «Τροφή και κρασί», «Τα όπλα», «Τα σώματα των ηρώων» κ.λπ. Σ’ αυτά γίνεται ένας εκ του σύνεγγυς σχολιασμός με παράθεση άφθονων αποσπασμάτων, με λέξεις και φράσεις και στο πρωτότυπο. Κατόπιν έχουμε την «Αποπομπή του Ομήρου», που αναφέρεται στην σωκρατική και πλατωνική κριτική των ομηρικών επών. Τέλος έχουμε το «Ομηρικό γλωσσάρι».
  Το λαγαρό ύφος του Παπαγιώργη μου αρέσει ιδιαίτερα, παρά τις κάποιες διαφωνίες που έχω. Θα  παραθέσω και θα σχολιάσω κάποια αποσπάσματα.
  Διαβάζω, από το πρώτο μέρος:
  «Οι θεϊκές παρουσίες που φωτίζουν την αφήγηση είναι λαμπρές ανταύγειες της ανθρώπινης ψυχής» (σελ. 20).
  «Εξάλλου δεν πρέπει να μας σκανδαλίζει αυτή η προκλητική αισθητοποίηση του μύχιου σκιρτήματος που, από απροσδιόριστος κυματισμός, παίρνει τη συγκεκριμένη μορφή της θεάς. Όσο κι αν ερεθίζει τον ορθολογισμό μας-που δεν ανέχεται σύγχυση ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό-αυτή η αφελής θεατρικότητα, που αποτολμά να προσωποποιεί, και μάλιστα να θεοποιεί τη σκέψη, είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ιδιοφυίας του έπους» (σελ. 20).
  «Τι πιο ένσαρκο και θεατρικό από την παράσταση μιας καίριας σκέψης με το πρόσωπο της θεάς; Για να αισθητοποιήσει τον Αχιλλέα τη στιγμή της θυμικής του ανάσχεσης, ο Όμηρος τοποθετεί πίσω του την άφαντη θεά να τον τραβάει από την κόμη, όπως πάνω κάτω συγκρατούμε κάποιον που παραφέρεται πιάνοντάς τον από το χέρι ή από μια άκρη του ρούχου του» (σελ. 21).
  Έχω γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Κομψότητα ή πειστικότητα της ερμηνείας: Ορέστης και Άμλετ». Η παραπάνω ερμηνεία είναι κομψή. Εντάσσεται μέσα στα γενικότερα πλαίσια της προσπάθειας εξορθολογισμού κάθε τι που φαίνεται παράλογο και «αφελές», και πιο ειδικά στην περίπτωσή μας, της ρεαλιστικοποίησης της ομηρικής αφήγησης.
  Γιατί αυτή η προσπάθεια; Ο Παπαγιώργης το λέει έμμεσα:
  «Όσο και αν η προσωποποίηση των δυνάμεων που εμψυχώνουν τον ήρωα προκαλεί το σημερινό μας αίσθημα…» (σελ. 30).
  Εμένα δεν προκαλεί το αίσθημά μου. Κάνοντας το «άλμα αναχρονισμού» το οποίο συστήνει ο Λούκατς, τόσο την εμφάνιση των θεών στην «Ιλιάδα» όσο και των μυθικών στοιχείων στην «Οδύσσεια», για τα οποία έχουν προταθεί διάφοροι συμβολισμοί και ερμηνείες, τα θεωρώ έκφραση ενός «μαγικού ρεαλισμού», πολύ πιο αυθεντικού αφού καταλαμβάνει χοντρικά το ήμισυ της αφήγησης σε σχέση με τον λατινοαμερικάνικο μαγικό ρεαλισμό. Το να αναζητούμε σύμβολα και ορθολογιστικές ερμηνείες στο μαγικό είναι βέβαια κομψό, αλλά για μένα πρόκειται για υπερερμηνεία.
  Διαβάζω:
  «Μια φορά μόνο βλέπουμε να πασπαλίζουν τα κρέατα με αλάτι (πάσσε δ' ἁλὸς θείοιο, Ι 214)…» (σελ. 82).
  Αυτό για τη φίλη μου την Ελένη τη Στασινού, που ξέροντας ότι διαβάζω τον Όμηρο μου ζήτησε να της πω αν απαντιέται εκεί η λέξη «αλάτι», για τις ανάγκες του καινούριου της μυθιστορήματος. Δεν της το λέω ξεχωριστά, για να την υποχρεώσω να διαβάσει αυτή την ανάρτηση.
  Διαβάζω:
  «Ειδικό ένσημο θάρρους αποτελούν τα μεγάλα βήματα (μακρὰ βιβάντα, Γ 22)» (σελ. 182).
  Μακρά βιβώντα διαβάζω στον Παπαγιώργη, αλλά προφανώς είναι λάθος. «Βιβάντα» διαβάζω τόσο στο ηλεκτρονικό Diogenes από όπου κάνω αντιγραφή και επικόλληση λόγω πολυτονικού, όσο και στην έκδοση του Παπύρου.
  Και θυμήθηκα ότι μεγάλα βήματα κάνουν και στην όπερα του Πεκίνου οι wusheng, αυτοί που υποδύονται στρατηγούς, πολεμιστές κ.λπ.
  Διαβάζουμε:
  «Είναι ευεξήγητο λοιπόν πως οι φράσεις κατ’ αἶσαν – ὑπὲρ αἶσαν δηλώνουν το προσήκον και το αρμόζον» (σελ. 255).
  Προφανώς ο Παπαγιώργης έχει υπόψη του το στίχο,
  Ἕκτορ ἐπεί με κατ' αἶσαν ἐνείκεσας οὐδ' ὑπὲρ αἶσαν· (Γ 59).  Έκτορα, επειδή δίκαια και όχι άδικα με αποπήρες. Επίσης: ἠὲ κατ' αἶσαν ἔειπον ἐν ὑμῖν, ἦε καὶ οὐκί. (Κ 445). Αν σας τάπα όπως έπρεπε ή όχι. Ακόμη: πάντα κατ' αἶσαν ἔειπες ἀγακλεὲς ὦ Μενέλαε· (Ρ 716). Όλα τα είπες ορθά, ένδοξε Μενέλαε.
  Όμως η λέξη αἶσα έχει και τη σημασία της μοίρας, και το ὑπὲρ αἶσαν σημαίνει και ξεφεύγοντας αυτό που είναι γραφτό. Έχω γράψει γι’ αυτό στην ανάρτησή μου για την «Ιλιάδα», όπου παραπέμπω.
  Έμαθα αρκετά πράγματα διαβάζοντας τον Παπαγιώργη που τα αγνοούσα, καθώς δεν με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι κλασικοί. Ήξερα ότι ο Πλάτωνας εξόρισε τους ποιητές από την Πολιτεία του, όμως δεν θυμόμουνα την επιχειρηματολογία του. Διαβάζοντάς τη, θα προτιμούσα χίλιες φορές να ζω στον ομηρικό κόσμο παρά σ’ αυτή.
  Αυτά για τον Παπαγιώργη. Το έχω ξαναγράψει, θα διαβάζω ό,τι βιβλίο του πέσει στα χέρια μου.                          



Post a Comment