Tuesday, December 17, 2019

Ρότζερ Σάτακ, Από τη μεριά του Προυστ


Ρότζερ Σάτακ, Από τη μεριά του Προυστ (μετ. Αλέξανδρος Ίσαρης-Χρυσούλα Μεντζαλίρα), Μεταίχμιο 2002, σελ. 370


   Πριν ενάμισι μήνα που κατέβηκα στην Κρήτη έψαξα τα αδιάβαστα βιβλία μου για να επιλέξω τι να διαβάσω, και το πρώτο που επέλεξα ήταν το «Από τη μεριά του Προυστ» του Ρότζερ Σάτακ, μια μελέτη για το έργο του. Πριν δεκαπέντε χρόνια είχα διαβάσει τον πρώτο τόμο του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» που έχει τίτλο «Από τη μεριά του Σουάν».  
  Είχα φτάσει περίπου στο ένα τρίτο το βιβλίου όταν σκέφτηκα ότι, καθώς η πλοκή μου ήταν άγνωστη, καλό θα ήταν να δω τις ταινίες που είχαν γυριστεί πάνω σ’ αυτόν. Έτσι είδα το «Ένας έρωτας του Σουάν» του Φόλκερ Σλέντορφ, τη «Φυλακισμένη» της Σαντάλ Ακερμάν και τον «Ξανακερδισμένο χρόνο» του Ραούλ Ρουίζ. Τυχαία ανακάλυψα την «Céleste» (1982)  βιογραφική ταινία για τον Προυστ του Percy Adlon, την οποία μπορείτε να δείτε στο youtube με αυτόματους γαλλικούς υπότιτλους, καθώς και την τηλεταινία «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο» (2011), επίσης στο youtube, σε σκηνοθεσία Nina Companéez, η τελευταία της ταινία (πέθανε το 2015, σε ηλικία 78 χρόνων), με ρώσικους hardsubbed υπότιτλους και αυτόματους γαλλικούς. Αυτήν θα τη δω αφού ξαναδιαβάσω το «Από τη μεριά του Σουάν». Ναι, τώρα που με έπιασε το μεράκι λέω να ξεμπερδεύω με τον μοντερνισμό που δεν μου αρέσει, ξαναδιαβάζοντας και την «Κυρία Νταλογουέι» Βιρτζίνια Γουλφ.
  Υπάρχουν μελετητές που έχουν σαν έργο ζωής τη μελέτη ενός συγγραφέα. Τέτοιος είναι και ο Ρότζερ Σάτακ. Από τα δέκα βιβλία που βλέπω στη βικιπαίδεια ότι έχει γράψει, τα τέσσερα είναι για τον Προυστ, με τελευταίο αυτό εδώ. Διαβάζω επίσης: «...επί τριάντα και πλέον χρόνια ασχολούμαι από τη θέση του δασκάλου και του συγγραφέα με το έργο του Προυστ» (σελ. 286).  
  Μου άρεσε το βιβλίο, χωρίς να είμαι σε θέση να κρίνω τα γραφόμενά του, μια και δεν έχω διαβάσει τον Προυστ. Έτσι κι αλλιώς ένα βιβλίο το κρίνω τώρα πια από την απόλαυση που μου προσφέρει, σαν κείμενο, παρά από την ορθότητα των αντιλήψεων που περιέχονται σ’ αυτό, από τις οποίες μπορεί να συμμερίζομαι ελάχιστες. Είναι η περίπτωση των Ντοστογιέφσκι, Τολστόι και Πάστερνακ. Μπορεί αυτοί να είναι λογοτέχνες, αλλά το ίδιο ισχύει και για τους μελετητές και τους δοκιμιογράφους. Έτσι θα προχωρήσω κατ’ ευθείαν στην παράθεση κάποιων αποσπασμάτων, τα οποία σχεδόν πάντα σχολιάζω.
  «Η υπόταξη συγκρατεί συνήθως τον κόσμο σε μια ολότητα. Η παράταξη τον διασπά σε μικρά κομμάτια που μας επιτρέπουν να κινηθούμε ανάμεσά τους γοργά και απρόσκοπτα» (σελ. 14).
  Η υπόταξη δυσκολεύει την ανάγνωση καθώς εκβιάζει την μακροπερίοδο, σε αντίθεση με την παράταξη, την οποία προτιμώ. Δεν θυμάμαι αν η υπόταξη και η μακροπερίοδος είναι χαρακτηριστικό μόνο του Προυστ ή όλου του μοντερνισμού.   
  «Η εικόνα ενός μελαγχολικού ή βλοσυρού Προυστ δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πρόκειται για μια εικόνα, που όταν τη διαγράψουμε θ’ ανακαλύψουμε ένα μυθιστόρημα γεμάτο κωμικά γεγονότα και λεπτομέρειες» (σελ. 109).
  Πολύ αμφιβάλλω γι’ αυτό, αλλά θα το επιβεβαιώσω ξαναδιαβάζοντας το «Από τη μεριά του Σουάν». Σίγουρα δεν είναι Γκόγκολ ή Μπουλγκάκοφ.
  «Το παράπονο του Προυστ, όπως ονομάζω τη βαθύτατη τάση του προς την αυτοϋποτίμηση και την αυτοαμφισβήτηση…» (σελ. 150).
  Πινελιές πάνω στο πορτραίτο του Προυστ, καλό είναι να τις έχω υπόψη μου. Πάλι όμως θα πρέπει να το επιβεβαιώσω.
  «Μοναδική μου απόλαυση ήταν να παρατηρώ χωρίς να γίνομαι αντιληπτός – μακάρι μάλιστα να μπορούσα να είμαι αόρατος» (σελ. 153).
  Θα επιστρέψουμε σ’ αυτό.
  «… Η απόσταση ανάμεσα στα δυο μάτια μας μας επιτρέπει να καταγράφουμε αυτόματα, στη δική μας κλίματα, το βάθος του χώρου» (σελ. 189).
  Δηλαδή εκείνοι που έχουν χάσει το ένα μάτι τους δεν έχουν αίσθηση του βάθους του χώρου; Ή μήπως απλώς δεν το καταγράφουν αυτόματα;
  «… τον ευεργετικό ρόλο της ακούσιας μνήμης» (σελ. 189).
  Μια μορφή της ακούσιας μνήμης είναι και η συνειρμική μνήμη, στην οποία είναι γνωστό το αντικείμενο που την εκλύει. Αυτή σε μένα λειτουργεί μια χαρά. Όταν γράφω μια κριτική μου έρχονται στο μυαλό πράγματα που έχω δει ή έχω διαβάσει παλιά και που έχουν σχέση με το έργο για το οποίο γράφω.
  Πάντως πιο ευεργετικό ρόλο παίζει η εκούσια μνήμη. Αν δεν λειτουργεί καλά, είσαι στα πρόθυρα της άνοιας ή, ακόμη χειρότερα, του Alzheimer. Καθώς σε μένα τη βλέπω να αδυνατίζει αρχίζω να φοβάμαι, αν και ίσως είναι φυσικό για την ηλικία μου.
  «… η έκπληξη που νιώθει κανείς μπροστά σ’ ένα πίνακα με λανθασμένο τίτλο» (σελ. 107).
  Να και η σύμπτωση, ένα παράδειγμα για το πώς λειτουργεί άψογα η συνειρμική μου μνήμη. Διαβάζοντας το παραπάνω μου ήλθε αμέσως στη μνήμη το αντισοβιετικό ανέκδοτο.  
  Σε μια έκθεση ζωγραφικής σταματάει κάποιος μπροστά σε ένα πίνακα που δείχνει τον Στάλιν να κάνει έρωτα με την Ναντέζντα Κρούπσκαγια, τη γυναίκα του Λένιν. Ο τίτλος του πίνακα είναι «Ο Λένιν στην Πολωνία». Ρωτάει τον ξεναγό: -Και ο Λένιν πού είναι; -Στην Πολωνία.
  «…η υπέρτατη ουσία της Αναζήτησης έγκειται στις πράξεις αναγνώρισης…» (σελ. 209).
  Να το επιβεβαιώσουμε κι αυτό. Ή, καλύτερα, να δούμε αν θα το προσλάβουμε.
  «Δύο ήταν τα θέματα που τον απασχολούσαν την εποχή εκείνη: Οι θεωρίες του πάνω στην εμπειρία της ακούσιας μνήμης… και η συνεχώς ενισχυόμενη πεποίθηση πως οι θλίψεις και τα βάσανα είναι εντέλει ευεργετικά, γιατί μας παρέχουν ένα είδος πνευματικής γνώσης» (σελ. 220).
  Να μου λείπει τέτοια γνώση.
  «…είχε γράψει “πως η ανάγνωση είναι το γόνιμο θαύμα της επικοινωνίας μέσα στη μοναξιά”. Η κοινωνικότητα, συνεχίζει, διασπά τη σκέψη, ενώ η μοναξιά τη δυναμώνει. Η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού [και όχι μόνο, θα συμπλήρωνα εγώ] έργου δημιουργεί μια μορφή επικοινωνίας, που αποδυναμώνει (ή καταργεί) την ανάγκη για κοινωνικότητα» (σελ. 232).
  Η περίπτωσή μου.
  «…καταλογίζεται στον Ράσκιν και τον Μοντεσκιού…» (σελ. 245).
  Προφέρεται όντως Μοντεσκιού (2.400 λήμματα) στα γαλλικά; Γιατί σε μας είναι γνωστός σαν Μοντεσκιέ (32.400 λήμματα). Τι να κάνουμε Αιμιλία; Είμαι μαλλιαρός δημοτικιστής, προτιμώ το σαν από το ως.   
  «Διότι έχουμε πλέον μάθει ότι ο ρόλος της λογοτεχνίας είναι καθοδηγητικός, διδακτικός» (σελ. 251).
  Ένα από τα είδωλα της φυλής (θα το επιβεβαιώσω) του Μπέηκον είναι η τάση να γενικεύουμε από την προσωπική μας εμπειρία. Ούτε ο Αριστοτέλης θα προσυπόγραφε το παραπάνω, ούτε κι εγώ. Η λογοτεχνία ενδέχεται να είναι καθοδηγητική, προγραμματικά βέβαια στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, όμως καθόλου υποχρεωτικά. Εκτελεί και αρκετές άλλες λειτουργίες. Η «απόλαυση του κειμένου» για την οποία έγραψε ο Μπαρτ είναι μια απ’ αυτές.  
  «Είναι όμως αδύνατον να παρακολουθήσει κανείς την ταινία του Ρουίς. Ο θεατής που δεν έχει διαβάσει την Αναζήτηση το μόνο που καταφέρνει είναι να χαθεί ανάμεσα σε εγωκεντρικές, φλύαρες γυναίκες και υπερόπτες άντρες που φέρουν επιδεικτικά το μονόκλ τους» (σελ. 313).
  Στην ανάρτησή μου για την ταινία γράφω:
  «Η Αιχμάλωτη, ατμοσφαιρική ταινία, έχει μια σφιχτοδεμένη πλοκή, με την παθολογική ζήλια σαν θέμα και το σασπένς να αιωρείται. Οι άλλες δυο ταινίες απλώς μεταφέρουν επεισόδια, για να μην πω σκηνές, από το μυθιστόρημα, κυρίως η ταινία του Ρουίζ, όπου βλέπουμε ένα μεγάλο μέρος της πλοκής να εκτυλίσσεται μέσα σε σαλόνια, με τις συζητήσεις των προσκεκλημένων και των οικοδεσποτών, και με τον Προυστ να περιφέρεται παρατηρώντας αποστασιοποιημένα».
  Ποτέ μη λες ποτέ, αλλά δεν νομίζω να διαβάσω άλλο τόμο από την Αναζήτηση, εκτός ίσως αν κάποιος πέσει στα χέρια μου.


No comments:

Post a Comment