Book review, movie criticism

Saturday, February 2, 2008

Erich Auerbach, Μίμησις, ΜΙΕΤ 2005.

Δεν τολμάς να σχολιάσεις ένα αριστούργημα, όταν ξέρεις ότι άλλοι το έχουν κάνει πιο διεξοδικά και με μεγαλύτερη επάρκεια. Θα γράψω δυο λόγια μόνο, παραπέμποντας αυτούς που θα ήθελαν περισσότερα στη wikipedia
Στο έργο αυτό του Auerbach παρελαύνει η ιστορία της Δυτικής λογοτεχνίας, από τη Βίβλο και τον Όμηρο μέχρι τον Τζέημς Τζόυς και τη Βιρτζίνια Γούλφ. Με καθοδηγητικό άξονα τη μίμηση, την αναπαράσταση, ο Auerbach σχολιάζει αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας βλέποντάς τα από την άποψη του υψηλού ύφους και του χαμηλού ύφους. Η τραγωδία για παράδειγμα έχει υψηλό ύφος, σε αντίθεση με την κωμωδία που έχει χαμηλό ύφος. Σε κάποιες περιόδους και σε κάποια έργα έχουμε ανάμειξη την υφολογικών επιπέδων, όπως π.χ. στη Βίβλο.
Δεν θα σχολιάσω περισσότερο, ήθελα μόνο να κάνω μια παρατήρηση για κάτι που με εξέπληξε.
Μιλώντας για τον Ραμπελέ στο οικείο κεφάλαιο, ο Auerbach αναφέρεται στον «πολυφωνικό πλούτο» του Γαργαντούα, ενώ πιο κάτω γράφει: «Ότι ο Ραμπελέ, κοντά στα άλλα, ήταν λυρικός ποιητής, ένας πολυφωνικός ποιητής των πραγματικών καταστάσεων της ζωής, έχει παρατηρηθεί συχνά και έχει τεκμηριωθεί με την παράθεση πολλών χωρίων…» (σελ. 367).
Υπογραμμίζω τα: «πολυφωνικός» και το «έχει παρατηρηθεί συχνά», σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι το βιβλίο εκδόθηκε το 1945.
Έχει παρατηρηθεί συχνά, αλλά σε πόση έκταση έχει σχολιασθεί;
Φαίνεται ότι ο Μιχαήλ Μπαχτίν έλαβε υπόψη του αυτές τις παρατηρήσεις, μια και ο ίδιος ήταν μελετητής το Ραμπελέ. Εντυπωσιασμένος από την ιδέα της πολυφωνικότητας στο έργο του Ραμπελέ την ανέπτυξε περισσότερο με αναφορά στο έργο του Ντοστογιέφσκι.
Ο Μπαχτίν γράφει στα ρώσικα, γλώσσα που οι περισσότεροι δυτικοί φιλόλογοι αγνοούν. Τον ανακαλύπτουν και τον μεταφράζουν αν θυμάμαι καλά το 1965, και από τότε έγινε είδωλο, όπως και ο Βλαντιμίρ Προπ. Ο Φώτης ο Τερζάκης και ο Βασίλης ο Αλεξίου, δυο καλοί φίλοι, είναι λάτρεις του Μπαχτίν. Ο Βασίλης μάλιστα μου ζήτησε να αντιπαραβάλω με το ρώσικο πρωτότυπο τη μετάφραση ενός κειμένου του Μπαχτίν που είχε κάνει από τα ισπανικά, και δημοσιεύτηκε στην Ουτοπία. Νόμιζα, και πολλοί άλλοι φαντάζομαι, ότι ο Μπαχτίν πρότεινε την ιδέα της πολυφωνικότητας. Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο του Auerbach διαπίστωσα ότι ο Μπαχτίν απλώς την ανέπτυξε.
Οι εκδόσεις του ΜΙΕΤ είναι οι καλύτερες που υπάρχουν, με φροντισμένη μετάφραση και επιμέλεια. Το μόνο ατόπημα που συνάντησα βρίσκεται στη σελίδα 401, στη φράση: «Το σώμα ας ξυπνάει και ας ζωογονεί τη βαρύτητα του σώματος, και το σώμα ας ελέγχει και ας σταθεροποιεί την ελαφρότητα του πνεύματος». Προφανώς αντί για «σώμα» στην αρχή της περιόδου έπρεπε να μπει η λέξη «πνεύμα». Το μεταφραστικό ατόπημα είναι του μεταφραστή των δοκιμίων του Μονταίνιου από τα οποία παρατίθεται το απόσπασμα, εδώ απλώς έχουμε ατόπημα επιμέλειας.
Στη σελίδα 463 διαβάζουμε σε απόσπασμα από τον Δον Κιχώτη: del mucho de leer se le seco el celebro de manera qua vino a perder el juicio. Μάλλον το qua είναι que.
Και ένα τρίτο.
Αλλά πιο πρώτα θα πω κάτι άλλο.
Μαθητής μου σε έκθεσή του γράφει «η νόθη». Το διορθώνω σε «η νόθα». Κάτι όμως δεν μου κάθεται καλά, αντιβαίνει τον γραμματικό κανόνα, και το ψάχνω στο λεξικό, και βλέπω ότι ο μαθητής μου είχε δίκιο. Τι ήταν όμως αυτό που με έκανε να διορθώσω σε «νόθα»; Γιατί δεν μου πήγαινε;
Δεν ξέρω γιατί. Πάντως και στον μεταφραστή της Μίμησης, τον Λευτέρη Αναγνώστου, δεν πήγαινε το «νόθη» και γράφει για «μια νόθα κόρη» (σελ. 553).
Δεν θυμάμαι σε ποιο σημείο του βιβλίου, διαβάζοντας περί της ανάμειξης των υφολογικών επιπέδων, θυμήθηκα μια ιστορία από τα μαθητικά μου χρόνια, πραγματικός διάλογος μεταξύ καθηγητών μου κατά τις πρόβες των γυμναστικών επιδείξεων, στο παραλιακό γυμναστήριο του 1ου Λυκείου της Ιεράπετρας (τα ανέκδοτα τα κόψαμε, το είπαμε, αλλά εδώ πρόκειται για πραγματική ιστορία).
- Ιδού κύριε Α (τα αρχικά φανταστικά) αι τρυφεραί νεάνιδες ενδεδυμέναι εν λευκώ.
- Ανάθεμά σε ωρέ Β α δεν είσαι μ…ας.
Γιατί την έγραψα αυτή την ιστορία.
Σαν ένα παράδειγμα μείξης υφολογικών επιπέδων, τόσο στο "ανέκδοτο", όσο και στην παρούσα βιβλιοκριτική. Το συνηθίζω στις βιβλιοκριτικές μου, μόνο που δεν ήξερα πώς το λέγανε. Σαν τον αρχοντοχωριάτη κι εγώ. Όταν ο φίλτατος ο Μάκης μού δημοσίευσε τη βιβλιοκριτική μου για την «Καλοσύνη των ξένων» του Τατσόπουλου στην "Ομπρέλα", είπα ότι μου την κουτσούρεψε. Τώρα ξέρω. Έκανε διαχωρισμό των υφολογικών επιπέδων, και το χαμηλό υφολογικό επίπεδο το πέταξε στα σκουπίδια.
Την τελευταία μου βιβλιοκριτική για το «Αόρατο πλήθος» του Μανώλη Πρατικάκη την τελειώνω με χαμηλό υφολογικό επίπεδο (τελευταία παράγραφος) για την τοπική εφημερίδα «Ιεράπετρα 21», ενώ έχω άλλο τέλος, υψηλού υφολογικού επιπέδου, που προορίζεται για ένα άλλο περιοδικό. Σας τις παραθέτω και τις δυο.
Post a Comment