Book review, movie criticism

Monday, February 4, 2008

Γιασμίνα Χαντρά, "Τρομοκρατικό κτύπημα" κ. ά.

Και μια ακόμη δημοσίευση: Γιασμίνα Χαντρά, "Τρομοκρατικό κτύπημα".
Όχι μόνο. Με ενθουσίασε τόσο αυτό το βιβλίο, που πήρα και τα υπόλοιπα του ίδιου συγγραφέα που κυκλοφορούν στα ελληνικά, και τα παρουσιάζω κι αυτά, πολλές φορές συγκρίνοντας το ένα με το άλλο.

Γιασμίνα Χαντρά, η ελπίδα.

Πώς ανακάλυψα τη Γιασμίνα Χαντρά.
Το να συνοδεύεις μια γυναίκα για ψώνια δεν είναι ό, τι πιο ευχάριστο για έναν άντρα. Ακόμη και όταν πρόκειται για το Mall, όπου όλα τα μαγαζιά βρίσκονται δίπλα δίπλα. Σε μια ώρα τα είχα φτύσει, μέχρι που φτάσαμε στο Fnac. Πήγαμε στο τμήμα με τα γαλλικά βιβλία, και το μάτι μου έπεσε στο L’ attentat, της Γιασμίνα Χαντρά. –Πάρε το, μου είπε η φίλη μου, η συγγραφέας είναι πολύ καλή. Το πήρα όχι γιατί ήταν πολύ καλή, αλλά γιατί βρήκα μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αφήσω τη φίλη μου να συνεχίσει μόνη της τα ψώνια και εγώ να την αράξω κάπου να διαβάσω. Την άραξα σε ένα παγκάκι, και αφοσιώθηκα στο διάβασμα. Και κατενθουσιάστηκα με το βιβλίο.
Έτσι ανακάλυψα τη Γιασμίνα Χαντρά.
Που ήδη από το βιογραφικό στο αυτί του βιβλίου ήξερα ότι ήταν άνδρας, στρατιωτικός, που όταν παραιτήθηκε από το στρατό αποκάλυψε το πραγματικό του όνομα: Μωχάμεντ Μουλεσεχούλ.
Στη συνέχεια αγόρασα όλα τα βιβλία του που ήταν μεταφρασμένα στα ελληνικά.
Στο αυτί του «Τι ονειρεύονται οι λύκοι» γράφει: «Είμαι υπερήφανος που υπογράφω με γυναικείο όνομα, γιατί σέβομαι εξαιρετικά τις γυναίκες». Είμαι αντιισλαμιστής από μια φεμινιστική σκοπιά, θεωρώντας ότι οι γυναίκες υφίστανται μια φοβερή καταπίεση στις ισλαμικές χώρες, ιδιαίτερα στην μαύρη Αφρική και εκεί που επικρατούν θεοκρατικά καθεστώτα – ευτυχώς με τους Ταλιμπάν να έχουν ανατραπεί στο Αφγανιστάν έχουμε ένα λιγότερο - και το να διαβάσω μια τέτοια δήλωση από έναν άντρα συγγραφέα δεν μπορούσε παρά να με ενθουσιάσει.
Δεν σκοπεύω να κάνω μια εμπεριστατωμένη ανάλυση των έργων της Γιασμίνα Χαντρά (ας αφήσουμε τον συγγραφέα με το ψευδώνυμό του, που είναι και πιο εύηχο. Άραγε ξέρουν οι συμπατριώτες μου από το Χαντρά της Σητείας ότι χαντρά σημαίνει πράσινο;). Θα γράψω μόνο για τα βιβλία που έχω διαβάσει, και για ότι με εντυπωσίασε σ’ αυτά.
Το «Μοριτούρι» (1997) είναι το πρώτο έργο που θα τον κάνει διάσημο. Αστυνομικό μυθιστόρημα, θα το ακολουθήσουν άλλα δύο.
Σε όλα τα αστυνομικά μυθιστορήματα σημασία έχει η υπόθεση και όχι το φόντο, στο οποίο κινούνται τα πρόσωπα. Εδώ σημαντικό, περισσότερο ίσως για τον δυτικό αναγνώστη, είναι το φόντο. Αλγερία, σπαραζόμενη από έναν εμφύλιο. Από τη μια το Εθνικό Πατριωτικό Μέτωπο που χάρισε στην Αλγερία της ανεξαρτησία της διώχνοντας τους Γάλλους, και από την άλλη οι φανατικοί ισλαμιστές να σκοτώνουν τους «δικτάτορες», δηλαδή κάθε δημόσιο υπάλληλο, που κατά τη γνώμη τους βρίσκεται στην υπηρεσία ενός διεφθαρμένου καθεστώτος. Ο αστυνομικός Λομπ αναλαμβάνει την υπόθεση μιας εξαφάνισης, της κόρης ενός μεγιστάνα. Στην πορεία της αναζήτησης σκιαγραφείται γλαφυρά η σύγκρουση αυτή. Ο αστυνόμος Λομπ, porte-parole των αντιλήψεων του συγγραφέα, εκφράζει την αντίθεσή του, την οργή του και την αηδία του με τους ισλαμιστές.
Διαβάζοντας το «Μοριτούρι» και έχοντας ήδη διαβάσει το L’ attentat, μου ήλθε στο μυαλό ένας δικός μας συγγραφέας, για ορισμένα κοινά στοιχεία που έχουν, ακόμη και στην πορεία τους: Ο Γιάννης Ξανθούλης. Το «Μοριτούρι» διαθέτει δυο στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα δυο πρώτα έργα του Ξανθούλη, το «Ο μεγάλος θανατικός» και «Οικογένεια Μπες Βγες». Τα στοιχεία αυτά είναι το ξέφρενο χιούμορ και η ευφάνταστη μεταφρορά. Κατά τα άλλα το θανατικό που υπάρχει στα δυο αυτά έργα του Ξανθούλη τοποθετείται σε ένα περίπου σουρεαλιστικό πλαίσιο, ενώ το θανατικό στο έργο της Χαντρά είναι ένα πραγματικό θανατικό, που το έχουμε ακούσει και το ακούμε κατά καιρούς στα δελτία ειδήσεων.
Μια και είμαι fan των ανεκδότων, των αστείων και κάθε τι που σε κάνει να γελάς και να ξεχνάς το ζόφο που σε περιβάλει, μάρτυράς μου το blog μου, θα αντιγράψω κάθε χιουμοριστική ατάκα που βρήκα στο βιβλίο και την υπογράμμισα. Πολλές από τις χιουμοριστικές ατάκες δεν είναι παρά ευφάνταστες μεταφορές. Όταν βαρεθείτε πηδήξτε τις γραμμές.
«Δεν γυρίζει πια στο σπίτι του στο Μπαμπ ελ Ουέντ από τότε που τρεις πανομοιότυποι γενειοφόροι πήγαν να του πάρουν μέτρα για την καρωτίδα ώστε να διαλέξουν το κατάλληλο μαχαίρι» (σελ. 14).
«Κοιτάζω τον γκουρού στη φωτογραφία: είκοσι οχτώ χρόνων. Ποτέ δεν πήγε σχολείο. Ποτέ δεν έπιασε δουλειά. Προσκυνήματα μεσσιανικά στην Ασία, κηρύγματα που στάζουν δηλητήριο κι αδυσώπητο μίσος εναντίον όλου του κόσμου. Και να τον που αυτοανακηρύσσεται τιμωρός: τριάντα τέσσερις δολοφονίες, δύο τόμοι δογματικών θέσεων, ένα χαρέμι σε κάθε γιάφκα κι ένα ιερατικό δαχτυλίδι σε κάθε δάκτυλο» (σελ. 15).
«Αναγνώρισα έναν μικροέμπορο ναρκωτικών. Έναν εντελώς αηδιαστικό κοπρίτη, άνετο μες στη θανάσιμη αμαρτία όσο μια μουνόψειρα στο βρακί ενός χίπη. Σήμερα έχει ένα δίκαννο με πριονισμένη κάννη, ένα στίχο από το κοράνι στην άκρη των χειλιών κι εκδικείται με χαρά τα πρώην αφεντικά του» (σελ. 15).
«Ο Χατζ Γκαρν είναι ένας από τους πιο επικίνδυνους πειρατές των ταραγμένων υδάτων της επικράτειας. Πασίγνωστος σοδομίτης, θα έβαζε ιδέες με το νου του, βλέποντας ακόμα και την τρύπα μιας εξάτμισης. Ο θρύλος λέει γι’ αυτόν τον διακεκριμένο επί των πρωκτικών επιστημών ότι το κάνει με ότι κινείται, εκτός από τους δείκτες του ρολογιού, με ό, τι στέκεται όρθιο εκτός από τα οδόσημα, και με ό, τι ψηλαφιέται, εκτός από τις δικογραφίες» (σελ. 21).
«-Χαλαρά Λομπ, οι προσκεκλημένοι μου έχουν μακρύ χέρι.
-Το έλεγα εγώ ότι έχουν κοινά σημεία με τους χιμπαντζήδες» (σελ. 24).
«-Είναι σαν να γυρεύεις ένα έντιμο χασάπη το μήνα του ραμαζανιού» (σελ. 35). Αυτή την ατάκα θα μπορούσαμε να την τροποποιήσουμε στα καθ’ ημάς, την παραμονή των Χριστουγέννων με τις γαλοπούλες και την παραμονή του Πάσχα με τα αρνιά.
«Ο καφετζής είναι ένας στραβοχυμένος ανθρωπάκος. Χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να εξυπηρετήσει τον πελάτη απ’ ό, τι ένας τελωνειακός για να αφήσει τον ταξιδιώτη να περάσει. Θα μπορούσε να δείχνει καλοκάγαθος, αν δεν είχε κολλημένο στο μούτρο του έναν αηδιαστικό σκαντζόχοιρο, μια ανατρεπτική γενειάδα που κάνει την παρέα του επικίνδυνη» (σελ. 47).
«Στον ουρανό …οι γλάροι απλώνονται σαν λευκά συνθήματα» (σελ. 58).
«Έχει τόσο ταλέντο όσο τακούνι έχει μια παντόφλα» (σελ. 76).
Κι ένα σωρό άλλα, που τα περισσότερα χρειάζονται το context τους, και δεν θέλω να παραφορτώσω το κείμενό μου.
Θα τελειώσω αναφέροντας ένα εντυπωσιακό εφέ τέλους.
Οι ωραιότερες σελίδες που διάβασα στη «Λολίτα» του Ναμπόκοφ, είναι αυτές όπου ο ήρωας σκοτώνει τον αποπλανητή της Λολίτας. Εκτείνονται σε πάνω από τρεις σελίδες. Και φαίνεται δεν είμαι ο μόνος που έχω αυτή την αντίληψη, γιατί στο ίντερνετ βρήκα αρχείο ήχου με τον Jeremy Irons να διαβάζει τις σελίδες αυτές.
Η Χαντρά είναι πιο σύντομη. Ο Λομπ σκοτώνει τον εγκέφαλο των δολοφονιών.
«Υπάρχουν τρεις αρχές αρμόδιες να δικάζουν τους ανθρώπους κύριε Γκουλ. Η συνείδηση, η δικαιοσύνη και ο θεός. Οι δυο πρώτες συμβαίνει να αποτυχαίνουν, όχι όμως η Τρίτη. Και σας περιμένει ακλόνητη.
Τα χαρακτηριστικά του τον προδίδουν μεμιάς. Γίνεται ωχρός. Τα χείλη του ξεραίνονται.
-Δεν είστε σοβαρός, αστυνόμε. Είστε μπάτσος. Δεν έχετε το δικαίωμα…
-Πολύ φοβάμαι ότι είναι το μόνο δικαίωμα που μου έχει μείνει.
Όταν συνήλθα, έπιασα τον εαυτό μου να πατάει σαν τρελός τη σκανδάλη, ενώ η κάννη του όπλου μου είχε εδώ και πολύ ώρα παγώσει».
Είναι υπέροχο αυτό το εφέ τέλους, με το αφηγηματικό κενό.
Η Γιασμίνα Χαντρά φαίνεται να ακολουθεί μια πορεία ανάλογη με του Ξανθούλη. Στη συνέχεια γίνεται τραγικά αγέλαστος. Δεν καταφέρνω να σημειώσω καμιά χιουμοριστική ατάκα.

Στο L’ attentat, (δεν ξέρω με ποιο τίτλο εκδόθηκε στα ελληνικά, εκδόσεις Καστανιώτη), ως αφηγηματολόγο με εντυπωσίασε η αφηγηματική του τεχνική.
Η αφηγηματική τεχνική να ξεκινάς από το τέλος της ιστορίας, και η κυρίως ιστορία να φαίνεται ως αναδρομή, είναι κάτι όχι και τόσο σπάνιο στην αφήγηση, τόσο στο μυθιστόρημα όσο και στον κινηματογράφο. Με αυτή την τεχνική το «σασπένς του τι» θα γίνει στο τέλος, αντικαθίσταται με το «σασπένς του πώς» φτάσαμε σ’ αυτό το τέλος. Το τέλος είναι συνήθως τραγικό, ένας θάνατος, και με αυτή την τεχνική υπάρχει η ειρωνεία της τραγωδίας και το αίσθημα το ελέου. Ο αναγνώστης ξέρει τι θα γίνει στο τέλος με τον ήρωα, συνήθως ότι θα πεθάνει, και όλα τα γεγονότα που διαβάζει στη συνέχεια, σαν αναδρομή, τα διαβάζει υπό το φως αυτής της γνώσης. Δεν αναρωτιέται τι θα γίνει στο τέλος με τον ήρωα, ξέρει ότι θα πεθάνει, και τον λυπάται προκαταβολικά. Αλλά γι’ αυτά έχω γράψει πιο αναλυτικά στο διδακτορικό μου.
Έτσι και σ’ αυτό το έργο της Γιασμίνα Χαντρά. Το έργο ξεκινάει με την ανατίναξη του αμαξιού ενός ιμάμη, που παρασέρνει στο θάνατο, μαζί με αρκετούς άλλους, τον Αμίν, τον ήρωα του μυθιστορήματος. Το μυθιστόρημα τελειώνει με την ίδια σκηνή.
Μέχρις εδώ δεν έχουμε τίποτα πρωτότυπο. Η πρωτοτυπία είναι ότι η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Παραβιάζοντας κάθε ρεαλιστική σύμβαση, η Χαντρά βάζει τον ήρωά της να αφηγείται το γεγονός, ενώ από ένα σημείο και ύστερα είναι πια νεκρός. «Ένας άντρας πιάνει τον καρπό μου, και λέει, πριν τον αφήσει να πέσει: - αυτός ο άνθρωπος είναι τελειωμένος. Τίποτα δεν γίνεται μ’ αυτόν… χέρια με σέρνουν στο εσωτερικό της καμπίνας, με ρίχνουν στο σωρό με τα άλλα πτώματα. Σε ένα τελευταίο τίναγμα, μ’ ακούω να κλαίω με λυγμούς… ‘Θεέ μου, αν είναι ένας φοβερός εφιάλτης, κάνε να ξυπνήσω γρήγορα…’».
Στο L’ attentat βρίσκουμε τον «ήρωα της μέσης του δρόμου» (middle of the road hero) των ιστορικών μυθιστορημάτων του sir Walter Scott, για τον οποίο μιλάει ο Georg Lukacz στο «Ιστορικό μυθιστόρημα» (η μετάφραση που έκανα για το έργο πριν 30 χρόνια ατύχησε με έναν τυπογράφο που είχε εκδοτικές φιλοδοξίες, και έτσι δεν είδε ποτέ το φως της δημοσιότητας. Το έργο, απ’ όσο ξέρω, δεν έχει εκδοθεί στα ελληνικά). Ο ήρωας της μέσης του δρόμου είναι ο ήρωας που συνδέεται με δυο αντιτιθέμενες παρατάξεις, και δέχεται τους κραδασμούς από τις πιέσεις και των δυο. Ο Αμίν είναι γιατρός χειρούργος. Παλαιστινιακής καταγωγής, έχει ισραηλινή υπηκοότητα. Η γυναίκα του είναι Παλαιστίνια. Κάποια στιγμή μπαίνει στον αγώνα, εν αγνοία του συζύγου της φυσικά. Ζώνεται με εκρηκτικά, μπαίνει σε ένα εστιατόριο και σκορπάει το θάνατο. Ο Αμίν ξυλοκοπείται από αγανακτισμένους Ισραηλινούς. Προσπαθεί να έλθει σε επαφή με την Παλαιστίνια αντίσταση, να μάθει πως έγινε η γυναίκα του καμικάζι. Προπηλακίζεται, συλλαμβάνεται και υφίσταται δυο εικονικές εκτελέσεις. Σε ένα τζαμί, όπου ψάχνει να βρει την ανιψιά του για να ζητήσει πληροφορίες, σκοτώνεται στην δολοφονική απόπειρα κατά του ιμάμη από ισραηλινούς.
Ο Αμίν κάπου λέει «είμαι χειρούργος, σώζω ζωές, δεν παίρνω ζωές». Ο Χαντρά νιώθει σαν τον ήρωά του. Καταλαβαίνει το δικαίωμα των Παλαιστινίων για μια πατρίδα, όμως δεν φαίνεται να είναι σύμφωνος με τις τυφλές επιθέσεις των καμικάζι εναντίον αμάχων. Τα αντίποινα οδηγούν σε άλλα αντίποινα, σε ένα ασταμάτητο λουτρό αίματος που τα θύματα είναι κυρίως οι άμαχοι. Το αγέλαστο, απαισιόδοξο αυτό βιβλίο, επικυρώνει την βαθειά απαισιοδοξία του με το θάνατο του ήρωα, με αυτό τον πρωτότυπο αφηγηματικό τρόπο που περιέγραψα.
Post a Comment