Book review, movie criticism

Friday, May 27, 2011

Γιώργος Βέης, Μανχάταν-Μπανγκόκ

Γιώργος Βέης, Μανχάταν-Μπανγκόκ, Κέδρος 2011, σελ. 220

(Εις μνήμην Γιάννη Βαρβέρη)

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα ακόμη βιβλίο με ταξιδιωτικές εντυπώσεις και μαρτυρίες του βραβευμένου συγγραφέα και ποιητή Γιώργου Βέη

Το βιβλίο ακολουθεί την αντίστροφη πορεία: Μπανγκόκ-Μανχάταν. Πρώτα η εξωτική Ανατολή, μετά η οικεία Δύση. Αν και, υποθέτω, μάλλον ο τίτλος τέθηκε αντίστροφα από τη διάταξη των κειμένων, ως πιο εύηχος.
Είναι το τέταρτο βιβλίο του Γιώργου Βέη που παρουσιάζω, και κάθε φορά που ξαναγράφω για τον ίδιο συγγραφέα έχω το άγχος ότι θα επαναλάβω πράγματα που έχω ήδη πει. Ξαναδιαβάζοντας τις τρεις προηγούμενες βιβλιοκριτικές μου το διαπίστωσα. Βέβαια, θα μου πει κανείς, ακόμη και αν κάποιος τις έχει διαβάσει και τις τρεις, δεν μπορεί να θυμάται. Όμως αυτό δεν είναι επιχείρημα. Έτσι, ξαναδιαβάζοντάς τις τώρα, θα προσπαθήσω να μην επαναλάβω τα ίδια πράγματα.
Στην ίδια έκταση. Γιατί, όπως οι συγγραφείς υφολογικά επαναλαμβάνονται, έτσι και ο βιβλιοκριτικός δεν μπορεί να μην επαναλάβει πράγματα που είπε πιο πριν. Έτσι θα πούμε ακόμη μια φορά ότι αυτό που χαρακτηρίζει την γραφή του Γιώργου Βέη είναι η ποιητικότητά της, πράγμα που αποτελεί το κατεξοχήν υφολογικό χαρακτηριστικό που τον ξεχωρίζει από τους άλλους συγγραφείς ταξιδιωτικών έργων.
Τα δυο πρώτα κείμενα είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ως προς την ποιητικότητα του ύφους. Το πρώτο αναφέρεται σε μια «μετάβαση», μια μετάβαση στην Μπανγκόκ.
«Η πόλη χύνεται ως αργά το βράδυ στα πεζοδρόμια, τριγυρνάει αδιάκοπα έξω από τις βιτρίνες μιας απέραντης ποικιλίας ειδών χειροτεχνίας και…» (σελ. 18). Είναι μια άλλη πόλη, διαφορετική, από την «Ανυπόταχτη πολιτεία» του Γιάννη Ρίτσου: «Η πολιτεία περνάει μές΄ απ΄τα φώτα της./ Η πολιτεία ανάβει τις φουφούδες της μεσοκαλόκαιρα στις γωνιές των δρόμων./ Η πολιτεία μοσχοβολάει ψημένο καλαμπόκι…». Η πολιτεία των παιδικών μου χρόνων, των χρόνων που έγραφε το ποίημά του ο Ρίτσος, έγινε στη συνέχεια πόλη. Διολίσθηση του σημαινόμενου στο κατ΄εξοχήν σημαίνον του.
Το δεύτερο είναι μια «μαρτυρία» από την ίδια πόλη. Είναι η μαρτυρία μιας κηδείας, που δεν την κάνει μόνο ενδιαφέρουσα η ποιητικότητα της γλώσσας του Βέη αλλά και τα ανθρωπολογικά της στοιχεία, όπως η πίστη ότι ο νεκρός εξακολουθεί να ακούει επί πέντε μέρες μετά τον θάνατό του, και συγγενείς και φίλοι του ψιθυρίζουν στο αυτί.
«Ο νεκρός ανταποκρίνεται αργά ή γρήγορα με τον τρόπο των βουδικών νεκρών. Συντονισμένος για την ώρα με τον κόσμο των ζωντανών, επεξεργάζεται με άνεση τις αποκαλύψεις και τα μυστικά όσων τον θυμήθηκαν, λίγο προτού απομακρυνθεί οριστικά από τα γήινα πράγματα. Ανταποδίδει με την ίδια ευκολία τα αναγκαία για τη συγκυρία σημεία» (σελ. 30).
Και οι επόμενες μαρτυρίες:
«Οι τυφλές μασέζ». Καμία σχέση με τις δικές μας μασέζ των ροζ αγγελιών.
«Στο μουσείο εξόντωσης». Μνημείο για τα θύματα του Πολ Ποτ και των ερυθρών Χμερ, με χιλιάδες νεκροκεφαλές. Ο θεός να μας φυλάει από τους φανατικούς μιας πίστης, ακόμη και από τους φανατικούς της πίστης σ΄αυτόν (μόλις τέλειωσα το «Διαβάζοντας τη Λολίτα στην Τεχεράνη» της Αζάρ Ναφισί, αυτοβιογραφική μαρτυρία για τα εγκλήματα των ιρανών φανατικών ισλαμιστών).
«Διατηρητέα κρανία, άθαφτα κόκαλα. Διατηρητέος πανικός» (σελ. 50). Το πιο μικρό κείμενο από τα κείμενα φωτογραφικών εντυπώσεων και σχολίων που απαρτίζουν τα περισσότερα κεφάλαια του βιβλίου, και χωρίζονται μεταξύ τους με κάτι σαν ρόδακα. Σπάνια ξεπερνούν τις δυο σελίδες.
Το κεφάλαιο «Tetrameles nudiflora» αναφέρεται στα εντυπωσιακά μνημεία ενός αρχαίου πολιτισμού που έχει καταπιεί η βλάστηση της ζούγκλας και κυρίως το φυτό tetrameles nudiflora, και ανακαλύφθηκαν πριν λίγες δεκαετίες. Πριν χρόνια είχα δει ένα εντυπωσιακό ντοκιμαντέρ γι αυτά.
Το επόμενο κεφάλαιο έχει τίτλο «Οι ευγενείς άνδρες λατρεύουν τα βουνά», και όπως μας πληροφορεί ήδη από την πρώτη γραμμή ο συγγραφέας, «Ο τίτλος του παρόντος κεφαλαίου ανήκει στον Κομφούκιο». Ο Βέης, μαζί με τις προσωπικές του εντυπώσεις για τη μεγαλοπρέπεια των βουνών παραθέτει εντυπώσεις και αποσπάσματα από έργα άλλων «ευγενών ανδρών», ποιητών κυρίως.
Ο Βέης μιλάει γενικά για τα βουνά, αλλά και για συγκεκριμένα βουνά. Το παρακάτω είναι ένα απόσπασμα από έργο του Γιασούσι Ινόουε: «Ήταν η μητέρα μου αυτή που αργότερα στάθηκε η αιτία ν΄αναβιώσει μέσα μου η παράδοση του Ομπάσουτε, του βουνού όπου πήγαιναν και εγκατέλειπαν αυτούς που είχαν γεράσει» (σελ. 80). Είδα το φοβερό έργο που αναφέρεται σ΄αυτή την παράδοση, την «Μπαλάντα του Ναραγιάμα» (1983) του Σοχέι Ιμαμούρα. Είχα δει πιο πριν ένα άλλο ανάλογο έργο, με Εσκιμώους, του οποίου έχω ξεχάσει τον τίτλο. Ακόμη θυμάμαι την εικόνα της γριάς Εσκιμώας πάνω στους πάγους. Έπρεπε να τη φάει η αρκούδα, για να μην πεθάνει από την πείνα, για να μπορεί στη συνέχεια να τη σκοτώσει γιος της, να τραφεί με το κρέας της και να ντυθεί με το δέρμα της.
Ο πατέρας μου, μισότυφλος στα γεράματά του (πέθανε 94 χρονών), μονολογούσε συχνά «Καλύτερα ήταν τα παλιά χρόνια που τους γέρους τους γκρεμίζανε». Τους σκότωναν ρίχνοντάς τους από έναν γκρεμό. Δεν υπήρχε περίσσευμα τροφής για να θρέψουν μη παραγωγικά χέρια. Ελπίζω το ΔΝΤ να μην επιβάλλει κανένα παρόμοιο μέτρο, για να εξοικονομηθούν χρήματα από τις συντάξεις.
Στο επόμενο κεφάλαιο, «Η παρένθεση του Μέγγιου», ο Βέης αναφέρεται στη ζωή του μεγάλου σοφού και νομοθέτη, που υπήρξε ο πιο διακεκριμένος μαθητής του Κομφούκιου.
Γιώργο, δεν μπορώ, μου έχει γίνει βίτσιο να κάνω επίδειξη της γλωσσομάθειάς μου. Θα μου επιτρέψεις λοιπόν να διορθώσω:
Αναφέρεις συνετά τις διάφορες αποδώσεις του ονόματός του. Η σωστή είναι: Μενγκ Τζι. (孟子; pinyin: Mèng Zǐ). Οι δυτικοί απέδωσαν με διάφορους τρόπους το όνομα. Το Mencius είναι η λατινοποίηση του ονόματος. Το ίδιο έκαναν και με τον Κομφούκιο (Confucius), που το πραγματικό του όνομα είναι Κόνγκ Τζι (孔子; pinyin: Kǒng Zǐ). Και επειδή και άλλα ονόματα, κυρίως σύγχρονων πολιτικών έχουν αποδοθεί λάθος, αφού κάποια γράμματα pinyin δεν προφέρονται όπως στα αγγλικά, καλό είναι να διατηρείται η γραφή pinyin όπως γίνεται στις γλώσσες που χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο. Παρεμπιπτόντως ο συγγραφέας Λου Σιν είναι Λου Σουν (Για την ακρίβεια Shoon. 鲁迅, στα pinyin Lǔ Xùn και Lu Hsün σε ένα άλλο σύστημα φωνητικής απόδοσης των κινέζικων ονομάτων). Και τέλος μια διόρθωση στα γερμανικά: Η ρήση του Άλμπερτ Σβάιτσερ Ehrfurcht für dem Leben (σεβασμός στη ζωή) είναι Ehrfurcht vor dem Leben.
Το επόμενο κεφάλαιο με τίτλο «Με τους γίββωνες της Ιάβας» μου άρεσε ιδιαίτερα, αφού είμαι οικολόγος με οικολογικές περγαμηνές (τρία βιβλία με οικολογικό περιεχόμενο). Αναφέρεται στην απειλή εξαφάνισης αυτού του πρωτεύοντος. Μαθαίνω με έκπληξη ότι είναι μονογαμικό ζώο.
Και από την Ανατολή πάμε στη Δύση. Το δεύτερο αυτό μέρος τιτλοφορείται «Το τοπίο ως παιδαγωγός, το ταξίδι ως αισθητική». Τα δυο πρώτα κεφάλαια παίρνουν ένα ξεχωριστό τίτλο: «Μανχάταν: η ποιητική του χρόνου».
Το πρώτο κεφάλαιο είναι μακάβριο: η «Εισαγωγή στο τοπίο» στην πραγματικότητα είναι μια αφήγηση, αφήγηση της ζωής ενός περιθωριακού νεαρού που η τραυματική του παιδική ηλικία θα τον οδηγήσει στην παραβατικότητα και στη συνέχεια τον θάνατο. Η λιτότητα της γλώσσας υπογραμμίζει με ένα νατουραλιστικό τρόπο το μακάβριο του θέματος. Για το ίδιο το Μανχάταν ο συγγραφέας μιλάει στο επόμενο κεφάλαιο, «Αποσπάσματα από το ημερολόγιο της ανατολικής ακτής των ΗΠΑ». Ο Βέης έμεινε στο Μανχάταν μια εξαετία, από τον Ιούνιο του 1983 έως τον Ιούνιο του 1989. Αντλεί δηλαδή από τις αναμνήσεις του.
Όχι μόνο. Παραθέτει και αποσπάσματα από την πέμπτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Παράφραση της νύχτας» που έγραψε εκείνη την περίοδο. Στη μέση του κεφαλαίου παρεμβάλλεται ένα πλούσιο φωτογραφικό υλικό, όπως εξάλλου και στα προηγούμενα βιβλία του.
Τα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου είναι μαρτυρίες συναντήσεων (Νικόλας Κάλας, Χόρχε Λουί Μπόρχες) και γεγονότων (η τριπλή κηδεία του Πόε, μια συναυλία με τον Ντύλαν, μια θεατρική παράσταση του Άμλετ, μια μουσική συναυλία), και σύντομες παρουσιάσεις προσώπων (Γουόρχολ, Φρανκ Στέλα και Τάκερ). Έχουμε περάσει ήδη τις δυο σελίδες, δεν μπορούμε να αναφερθούμε διεξοδικά σ΄αυτές. Θα κλείσουμε την παρουσίαση αυτή υπογραμμίζοντας το ταλέντο του Γιώργου Βέη και ως προσωπογράφου. Γιώργο, καλοτάξιδο κι αυτό το βιβλίο, και καλότυχο. Γιατί όχι ένα ακόμη βραβείο;

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment