Book review, movie criticism

Friday, November 9, 2007

Φαίδων Ταμβακάκης, Ευμορφία

Φαίδων Ταμβακάκης, Ευμορφία

Ο Φαίδων Ταμβακάκης είναι από τους πιο ταλαντούχους πεζογράφους μας. Το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Ευμορφία» εκδόθηκε το 1982 όταν ο συγγραφέας ήταν μόλις 22 χρονών (γεννήθηκε το 1960). Διαβάζοντάς το, δύσκολα μπορούσα να φανταστώ ότι πρόκειται για το βιβλίο ενός εκκολαπτόμενου ταλέντου.
Κατ’ αρχήν, γίνεται μια συνεχής παραβίαση αφηγηματικών συμβάσεων, που οφείλεται μάλλον σε αδυναμία, παρά στο ότι επιδιώκει ορισμένα αποτελέσματα.
Το βιβλίο ξεκινάει με μια παιδική ανάμνηση για κάποιον Ισπανό μοναχό, τον πατέρα Εουσέμπιο, στο κελί του οποίου γλίστρησε μια μέρα στα κρυφά. Στην εξέλιξη της ιστορίας ο Φαίδων, ο αφηγητής, τον φέρνει κατά καιρούς στο νου του. Υπάρχει κάποιο μυστήριο γύρω από το πρόσωπό του. Περιμένουμε τη λύση του.
Δεν θα τη βρούμε. Στην τελευταία παράγραφο του βιβλίου ο αφηγητής μας πληροφορεί ότι σχεδιάζει να κάνει ένα ταξίδι για να διαπιστώσει «Τι ακριβώς είχε συμβεί στο σκοτεινό κελί». Μπορείτε να φανταστείτε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα χωρίς να βρίσκεται στο τέλος ο δολοφόνος; Αποτελεί νομίζω εκ των ων ουκ άνευ αφηγηματική σύμβαση, ο αναγνώστης να μη μένει στο τέλος με ερωτηματικά ως προς σημεία του μύθου, γύρω από τα οποία είχε οικοδομηθεί ένα σασπένς.
Μετά την αρχική σκηνή, ο ήρωας, επαγγέλματος αντικέρ, μας περιγράφει ένα ταξίδι του στο Παρίσι, ένα άλλο στο Λονδίνο, την γνωριμία του με δυο γυναίκες μουσικούς, την επιστροφή του στην Ελλάδα, γεγονότα και σκηνές από τη ζωή του που διαδραματίζονται στα βόρεια προάστια, την πρόσληψή του στον «Ενδυμίωνα», σχολείο για παιδιά της υψηλής κοινωνίας που διδάσκονται με το σύστημα Ο’ Νηλ, της αντιαυταρχικής εκπαίδευσης.
Κυκλοφορεί μια φήμη για κάποιες μαθήτριες που πέθαναν μυστηριωδώς. Περιμένουμε να μάθουμε πώς. Ο αφηγητής ερωτεύεται μια μαθήτρια, τη Λυδία, και τη στιγμή που κάνει έρωτα μαζί της, αυτή πεθαίνει.
«Ακόμη αγνοούσα την αιτία που πέθανε η Ευμορφία. Κι όμως ο τρόπος έμοιαζε τόσο με τις φήμες για τα άλλα κορίτσια του Ενδυμίωνα».
Το ότι ο τρόπος έμοιαζε, μας το λέει για πρώτη φορά. Όσο για την αιτία, δεν θα τη μάθει ποτέ. Ούτε κι εμείς.
Η «αφηγηματική αναμονή» είναι ότι θα ανακαλύψουμε το μυστικό – έστω μόνο του τρόπου, αν όχι και την αιτία – του θανάτου, ταυτόχρονα με τον Φαίδωνα. Εν τούτοις αυτός πληροφορείται κάτι που εμείς όχι μόνο δεν θα το μάθουμε μαζί του – αυτό σε ορισμένες πλοκές θα ήταν δυνατό, και θα συνιστούσε μάλιστα στοιχείο για παραπέρα αξιοποίηση – αλλά ούτε καν πότε και από ποιον. Όταν το μαθαίνουμε τελικά, έχουμε την αίσθηση ότι προδοθήκαμε από τον συγγραφέα.
Ή μάλλον ότι το χειρίστηκε άσχημα. Η εκ των προτέρων γνώση από τη μεριά του αναγνώστη θα απέτρεπε βέβαια το εφέ της έκπληξης, από την άλλη όμως θα κορύφωνε την αγωνία για τη συνεύρεση του Φοίβου και της Λυδίας. Αν, πάντως, ο συγγραφέας ενδιαφερόταν πρώτιστα για το στοιχείο της έκπληξης, θα μπορούσε να γίνει η αποκάλυψη στο Φοίβο και στον αναγνώστη για τον όμοιο θάνατο των άλλων κοριτσιών αμέσως μετά το θάνατο της Λυδίας. Καθώς μάλιστα ο συγγραφέας είναι γρήγορος στην αφήγηση, συμπυκνώνοντας τον αφηγηματικό χρόνο στο ελάχιστο, θα δημιουργούσε στον αναγνώστη την επιδιωκόμενη εντύπωση παρουσιάζοντας σχεδόν ταυτόχρονα την αποκάλυψη του μυστικού του θανάτου των κοριτσιών με το θάνατο της Λυδίας.
Το ότι δεν θα μάθουμε, αντίθετα, αν τελικά ο φίλος του Φοίβου, ο Δημήτρης, αυτοκτόνησε ή όχι, δεν αποτελεί πρόβλημα, γιατί ο συγγραφέας δεν δημιούργησε σασπένς γύρω από το θάνατό του. Ο θάνατός του δεν τίθεται – αφηγηματικά εννοώ – σαν αίνιγμα προς λύση, αλλά σαν μια τραγική κατάληξη, τις λεπτομέρειες της οποίας ο συγγραφέας – και πολύ σωστά – δεν μας υποβάλλει ότι θα πρέπει να τις γνωρίσουμε. Όμως το μυστήριο του θανάτου των κοριτσιών αφηγηματικά τίθεται σαν ζήτημα προς εξιχνίαση, όπως και το μυστήριο που καλύπτει τον πατέρα Εουσέμπιο. Το δεύτερο δεν θα λυθεί καθόλου, ενώ η λύση του πρώτου γίνεται με καθόλου ικανοποιητικό τρόπο, όπως αναπτύξαμε. Έτσι αδυνατίζει και η θέση που θέλει να προβάλλει ο συγγραφέας, το αξεδιάλυτο, σε μια και μόνη πράξη, του έρωτα και του θανάτου, των κυρίαρχων κατά τον Φρόιντ ενστίκτων. Εκτός και αν ο στόχος του δεν είναι υπαρξιακός – μεταφυσικός, αλλά κοινωνιολογικός: οι κόρες των μεγαλοαστών κουβαλάνε σαν κουσούρι μέσα τους τον θάνατο, που βάζει τέρμα στις ερωτικές δραστηριότητές τους πριν καλά καλά αρχίσουν. Κάτι τέτοιο όμως δεν υποστηρίζεται από το συγκείμενο.
Υπάρχει ένα ακόμα αδύνατο σημείο, που έχει να κάνει όχι με την πλοκή αλλά με το μύθο. Ο Δημήτρης εμφανίζεται σαν αλήτης σε μια παραλία, στην πορεία μιας παραφροσύνης που θα έχει σύντομα το τέλος που αναφέραμε πιο πριν. Θα συνομιλήσει με τον Φοίβο, ο οποίος μόλις στο τέλος θα καταλάβει την ταυτότητά του. Στην μεταμφίεση, σαν στοιχείο μύθου σε θεατρικά έργα, γίνεται συμβατικά δεκτή η μη αναγνώριση της φωνής (Αρχαίοι τραγικοί, Σαίξπηρ, ιδιαίτερα στις κωμωδίες του, Ερωτόκριτος κ.ά.), όχι όμως στη ρεαλιστική πεζογραφία.
Μα πρόκειται για ρεαλισμό; Αν ναι, είναι πολύ κακού είδους. Ο συγγραφέας σώζεται-υποπτεύομαι άθελά του-με το να μας παρουσιάζει στο τέλος την παραπάνω ιστορία σαν απλή φαντασίωση του ήρωά του, την οποία αφηγείται σε μια θεία του, η οποία όμως δεν τον πιστεύει.
Θέλει ο συγγραφέας να μας πει ότι στα μάτια ενός έφηβου η πραγματικότητα και η φαντασίωση είναι πράγματα αξεδιάλυτα; Διάλεξε ένα πολύ κακό τρόπο να μας το πει. Και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με ανεπάρκειες του μύθου και της πλοκής, αλλά και με τον ίδιο τον αφηγηματικό του λόγο.
«Η αφήγηση είναι γρήγορη, ασθματική, χωρίς παρεκβάσεις...» γράφει κριτικός σε απόσπασμα που παρατίθεται στο οπισθόφυλλο. Πραγματικά, είναι τόσο γρήγορη που συχνά ξεφεύγει από τον έλεγχο τόσο του συγγραφέα όσο και του αναγνώστη. Δημιουργούνται ασάφειες, χρονικά χάσματα, χαλαρές έως ανύπαρκτες συνδέσεις. Ακόμη και η επιλογή των λέξεων δεν είναι συχνά η καταλληλότερη. «Το σκυλάκι με το σαρκαστικό όνομα Κέρβερος» πρέπει να είναι μάλλον «το σκυλάκι με το κατ’ ευφημισμό όνομα Κέρβερος».
Δεν μας ικανοποίησε η «Ευμορφία». Μας άρεσαν όμως αφάνταστα «Τα τοπία της Φιλομήλας». Οπωσδήποτε ο Ταμβακάκης είναι ένας συγγραφέας με ταλέντο, που χρειάζεται όμως συμμάζεμα.
Post a Comment