Book review, movie criticism

Monday, October 6, 2008

Γιώργος Ιωάννου, Για ένα φιλότιμο

Στον Ναυτίλο, που μου το συνέστησε.

Είπα ότι θα διάβαζα μόνο τα 6 βιβλία του Ιωάννου που αγόρασα με ενάμισι ευρώ πριν λίγα χρόνια από τον Πύρινο Κόσμο, αλλά τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Άφησαν σχόλιο ήδη στην πρώτη ανάρτηση για το Η μόνη κληρονομιά, ο Ναυτίλος για να μου συστήσει ταυτόχρονα το Για ένα φιλότιμο και η Ροζαλία για να μου συστήσει τη Σαρκοφάγο. Έσκασα λοιπόν στην Πολιτεία τα 15 ευρώ και τα αγόρασα.
Διάβασα κιόλας το Για ένα φιλότιμο, και γι αυτό κάθομαι και σας γράφω τώρα.
Αυτό το βιβλίο με προβλημάτισε σαν θεωρητικό της λογοτεχνίας. Τι είναι τελικά που κάνει ένα βιβλίο και αρέσει; Η λογοτεχνικότητα, για την οποία κόπτονται (κόπτονταν μάλλον) οι ρώσοι φορμαλιστές τη δεκαετία του 20; Η έξυπνη αφηγηματική τεχνική; Η υφολογική πρωτοτυπία;
Δεν είδα το βιβλίο του Ιωάννου να διαθέτει τίποτα από αυτά. Η οιονεί ειδολογική πρωτοτυπία, με το να εισάγει ένα "πεζογράφημα", όπως γράφεται στο οπισθόφυλλο, "που βρίσκεται μεταξύ δοκιμίου και αφηγήματος", σίγουρα δεν είναι ο λόγος.
Νομίζω όμως ότι ανακάλυψα τι είναι, και δεν έχει σχέση με τίποτα από τα παραπάνω. Είναι ο εξομολογητικός του χαρακτήρας, ο εξομολογητικός χαρακτήρας ενός ανθρώπου που βασανίζεται από άγχη και φοβίες, που είναι ολότελα εύθραυστος, και μας εκθέτει αυτή την ευθραυστότητά του με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια. Η ομολογία που κάνει στο τέλος του «Ώρα για το κουκούλι», ένα περίπου δοκίμιο όπου ο Ιωάννου συγκρίνει τον έρωτα με τη στοργή, δίνει νομίζω το στίγμα της πεζογραφίας του, και το κλειδί της κατανόησης για την τόσο μεγάλη αποδοχή που βρήκε:
«Το πρώτο όμως που προσπαθώ είναι να μιλώ με ειλικρίνεια, με ευλάβεια μάλλον. Διψώ για εξομολόγηση, που πάντοτε ανακουφίζει κάπως» (σελ. 76).
Όπως διψούμε να εξομολογούμαστε, έτσι διψούμε και να μας εξομολογούνται. Μας γεμίζει ικανοποίηση η εμπιστοσύνη που τρέφουν στο πρόσωπό μας οι φίλοι μας όταν μας εκθέτουν τις απόκρυφες σκέψεις τους, όταν μας αποκαλύπτουν τα μύχια της ψυχής τους. Αυτό κάνει και ο Ιωάννου με τους αναγνώστες του. Και υπάρχουν πιο μύχιες εξομολογήσεις από τις παρακάτω που διαβάζουμε:
«…δεν έχω τίποτα από όλα αυτά παρά μόνο το φόβο μου» (σελ. 77).
«Μου φαίνεται πως θα χάσω το νου μου. Όλο αυτό το ενδεχόμενο σκέφτομαι τον τελευταίο καιρό» (σελ. 77).
«…μιλάω συνέχεια μονάχος μου, κάνοντας μάλιστα και χειρονομίες. Κάποτε, όταν έβλεπα στους δρόμους να μιλούν με τον εαυτό τους, γελούσα. Τώρα ήλθε κι η δικιά μου σειρά» (σελ. 65).
«…όταν ξέσπασαν εκείνες οι φριχτές αϋπνίες…» (σελ. 25).
«Φοβάμαι τους σκορπιούς και το παράδειγμά τους (όταν βρεθούν περικυκλωμένοι από φλόγες αυτοκτονούν). Φοβάμαι τον εαυτό μου» (σελ. 33).
«Μικρός οραματιζόμουν να ’χα ένα πολυβόλο στην ταράτσα μας και να θερίζω τους περαστικούς» (σελ. 33).
«Ως πότε θα ζω εκεί που δεν θέλω;» (σελ. 34) κ.ά.
Πέρα από τον εξομολογητικό τόνο συγκινεί και η ευαισθησία του Ιωάννου απέναντι σε γεγονότα και καταστάσεις. Με τι τρυφερότητα μιλάει για τα μουλάρια, με τι συγκίνηση παρακολουθεί την εκταφή του εκτελεσμένου αδελφού!
Αυτή η ανάγκη εξομολόγησης με την ασφυκτική πίεση που ασκεί δημιουργεί συχνά μια ασάφεια στην αφήγηση, κάτι που έχω διαπιστώσει και σε αναρτήσεις σε blogs. Και, επί τη ευκαιρία, η πρώτη σκέψη που έκανα διαβάζοντας αυτά τα σύντομα πεζογραφήματα του Ιωάννου είναι ότι θα αποτελούσαν καταπληκτικές αναρτήσεις σε blogs.
Ο εξομολογητικός χαρακτήρας της αφήγησης είναι που της δίνει και την συνειρμική της διάσταση, που, αν θα θέλαμε να κάνουμε μια παρομοίωση, θα λέγαμε ότι μοιάζει με τραπέζι μπιλιάρδου: η μια μπίλια-ανάμνηση σπρώχνει την επόμενη και ούτω καθεξής. Στη Μόνη κληρονομιά αυτό φαίνεται πολύ καθαρά, αλλά και εδώ, στο πρώτο πρώτο διήγημα με τίτλο «Τα κελιά». Καθώς ο Ιωάννου περιφέρεται στα δικαστήρια του έρχονται στο νου τα κελιά της φυλακής. Από εκεί η σκέψη του πηγαίνει στο στρατό, όπου δεν μπορούσε να βρει «στενούς και σκοτεινούς χώρους» παρά μόνο τα αποχωρητήρια, που «δεν είναι βέβαια το ίδιο με το αποχωρητήριο του χωριού», για το οποίο μιλάει στη συνέχεια. Διαβάζοντας αυτό που γράφει για ένα φίλο του, ότι «του ομολόγησε πως μόνο εκεί μέσα μπόρεσε να καταλάβει καλά την Κριτική του καθαρού λόγου του Καντ», θυμήθηκα τον φίλο μου τον Αντώνη, στο χωριό, που κάθε φορά που πήγαινε στο αποχωρητήριο διάβαζε και από ένα Μικρό Ήρωα. Ήταν γιος του πιο πλούσιου του χωριού. Εμείς τα φτωχαδάκια, μέσα στον στάβλο με τις κατσίκες και τον γάιδαρο, δεν είχαμε τέτοια πολυτέλεια. Αυτός όμως, πάνω στο αναπαυτικό κάθισμα της λεκάνης του αποχωρητηρίου, είχε όλη την άνεση.
Παρασυρμένος από τον Ιωάννου, γίνομαι και εγώ συνειρμικός στην βιβλιοπαρουσίασή μου. Στο επόμενο διήγημα, τις «Κότες», διαβάζω την τελευταία παράγραφο.
«Πάντως είναι ωραίο να τις βλέπεις και ευχάριστο να τις σφάζεις κατά ποικίλους τρόπους, αλλά αηδιαστικό μέχρι ξεράσματος να τρως εκείνο το ασπρουλιάρικο αναιμικό κρέας τους» (σελ. 16).
Και εδώ, όπως και με το μπαλέτο για το οποίο έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση για την Μόνη κληρονομιά, θα διαφωνήσω. Μου άρεσε φοβερά το «μπαμιελίδικο» της μάνας μου, κοτόπουλο με μπάμιες, αλλά μου ήταν όχι μόνο αδιανόητο να σφάξω κότα, αλλά και να βλέπω τον πατέρα μου να τις σφάζει. Γενικά δεν μπορώ να βλέπω ζώα να υποφέρουν.
Ακόμη και τα σαλιγκάρια. Πώς μπορούν αλήθεια και τα μαγειρεύουν ζωντανά; Θα ’πρεπε πρώτα να βρουν ένα τρόπο να τα σκοτώνουν, να μην υποφέρουν.
Κάποτε η ξαδέλφη μου μας έστειλε μια μαγεριά σαλιγκάρια. Η γυναίκα μου βαριόταν να τα μαγειρέψει κι εμένα μου ερχόταν αλλεργία στη σκέψη να τα βάλω ζωντανά στην κατσαρόλα με το ζεστό νερό. Θα ήθελα εμένα να μου κάνουν κάτι τέτοιο, όπως σε εκείνο τον περιηγητή που τον πιάσανε οι κανίβαλοι και τον βάλανε στο καζάνι, και ο φύλαρχος του είπε «και μια και πάσχετε από ζάχαρο θα σας κάνουμε κρεμ καραμελέ»;
Γι αυτό λοιπόν κι εγώ τους χοχλιούς αυτούς τους έκανα «σπορικούς». Τους μισούς τους αμόλησα στον ακάλυπτο της οικογενειακής πολυκατοικίας μας, και τους άλλους μισούς στο Αττικό Άλσος.
Βέβαια μικρός δεν είχα απόλυτα αυτή την ευαισθησία.
Στο βιβλίο μου «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά» νομίζω ότι αναφέρω το παρακάτω επεισόδιο.
Τότε, την εποχή της αυτοκατανάλωσης, τα πυροτεχνήματα για το Πάσχα δεν τα αγοράζαμε (πού τόσα λεφτά) αλλά τα φτιάχναμε μόνοι μας, τα λεγόμενα παρτατζίκια. Κόβαμε λουρίδες χαρτί, βάζαμε στη μέση μπαρούτι που δεν μας κόστιζε και τόσο, και τις διπλώναμε σε τρίγωνα. Μετά, με ένα σουβλί κάναμε μια τρύπα στη μια μεριά του τριγώνου και βάζαμε τον λεγόμενο αγκιζώτη, το φυτίλι, που το ξύναμε με μαχαίρι από ένα εύφλεκτο υλικό, απομεινάρι της κατοχής, που ήταν στο μέγεθος και στο σχήμα του επεξεργαστή ενός κομπιούτερ, ένα μικρό τετράγωνο πλακέ.
Κατά καιρούς πετούσα διάφορα φαγώσιμα μέσα στο κοτέτσι, και οι κότες τρέχανε με λαχτάρα και τα αρπάζανε. Το Πάσχα όμως τους πετούσα παρτατζίκια. Τρέχανε οι καημένες, και μόλις ήταν έτοιμες να τα τσιμπολογήσουν αυτά σκάγανε, και αυτές πετάγονταν δυο μέτρα ψηλά από την τρομάρα τους. Εγώ ξεκαρδιζόμουνα στα γέλια, ενώ η μάνα μου μού έβαζε τις φωνές γιατί λέει τις τρόμαζα και μετά δεν θα κάνανε αυγά. Μου άρεσαν τα αυγά, αλλά η πλάκα να τις βλέπω να φτεροκοπούνε τρομαγμένες μου άρεσε πιο πολύ.
Αυτά προς το παρόν με τον Ιωάννου, θα συνεχίσουμε με τη Σαρκοφάγο.
Post a Comment