Book review, movie criticism

Thursday, October 2, 2008

Γιώργος Ιωάννου, Η μόνη κληρονομιά.

Εκτός από το «ράφι των τύψεων» όπου έχουμε τα βιβλία που αγοράσαμε αλλά δεν καταφέραμε ακόμη να διαβάσουμε, υπάρχουν και «οι συγγραφείς των τύψεων», συγγραφείς που, ενώ έχουμε στα υπόψη να διαβάσουμε, δεν το έχουμε καταφέρει ακόμη. Ένας τέτοιος συγγραφέας για μένα είναι και ο Γιώργος Ιωάννου.
Θα πρέπει να απολογηθώ γι αυτό.
Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, με τη λογοτεχνία δεν είχα πάντα στενές σχέσεις. Το να διαβάζεις λογοτεχνία το θεωρούσα στα νιάτα μου χάσιμο χρόνου. Αργότερα, όταν άρχισα να γράφω, θεωρούσα επίσης χάσιμο χρόνου και το να γράφεις λογοτεχνία. Εξάλλου τι είναι λογοτεχνία; «Ψευτιές», μου έλεγε η μάνα μου, προσπαθώντας να με πείσει να σταματήσω τα εξωσχολικά διαβάσματα και να διαβάσω τα μαθήματά μου.
Το θυμήθηκα και το παρακάτω, να το γράψω.
Στο γυμνάσιο κάναμε αγγλικά μια χρονιά όλη κι όλη. Οι καθηγητές των αγγλικών σπάνιζαν. Εμένα όμως μου άρεσαν τα αγγλικά και οι ξένες γλώσσες γενικά. Από την πρώτη Λυκείου άρχισαν να διαβάζω μόνος μου Γαλλικά και αμέσως μετά και Γερμανικά. Στα γαλλικά έφτασα σε πολύ καλό επίπεδο, αφού, γυρνώντας από την Αθήνα όπου είχα πάει για να δώσω «πανελλαδικές» (κάπως αλλιώς τις έλεγαν τότε, έχω ξεχάσει), ανάμεσα στα βιβλία που κουβάλησα μαζί μου («μα τι έχεις στη βαλίτσα, πέτρες;» με ρώτησε ο αχθοφόρος που μου την κουβάλησε στο πλοίο) ήταν και ο Τοίχος του Σαρτρ, στα γαλλικά Le mur, μια σειρά διηγημάτων που τα διάβασα όλα με τη βοήθεια λεξικού.
Ο πατέρας μου λοιπόν, όταν με έβλεπε να διαβάζω αγγλικά, μου έλεγε «Είντα τα διαβάζεις τα αγγλικά, να διαβάζεις τα μαθήματά σου. Αφού μια μέρα θα ρθουν οι Ρώσοι να σφάξουν τους Αμερικάνους». Αυτό το «μια μέρα θα ρθουν οι Ρώσοι να σφάξουν τους Αμερικάνους» ήταν η μόνιμη επωδός, κάθε φορά που μου έλεγε να αφήσω τα αγγλικά και να κοιτάζω τα μαθήματά μου.
Στο πανεπιστήμιο πέρασα στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών της Φιλοσοφικής, στην Αθήνα. (Αργότερα, σαν πτυχιούχος, όταν υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία, γράφηκα στο τρίτο έτος του Φιλοσοφικού Τμήματος, και με αυτό το δεύτερο πτυχίο διορίστηκα στη δευτεροβάθμια). Ήμουν δευτεροετής όταν αγόρασα μια μέθοδο άνευ διδασκάλου, της σειράς Assimil, για τα ρώσικα. Είχε και δισκάκια, αυτά των 45 στροφών. Αναγκάστηκα τότε να αγοράσω και πικάπ. Το καλοκαίρι λοιπόν που κατέβηκα στην Κρήτη είχα πέσει με τα μούτρα στα ρώσικα. Ο πατέρας μου καινούριο βιολί. «Να κοιτάζεις τα μαθήματά σου και να αφήσεις τα ρώσικα». Του το είχα φυλαγμένο. «Καλά, εσύ δεν μου έλεγες όταν ήμουν στο γυμνάσιο να αφήσω τα αγγλικά και να κοιτάζω τα μαθήματά μου, γιατί θα έρθουν οι Ρώσοι να σφάξουν τους Αμερικανούς; Ε, λοιπόν κι εγώ προετοιμάζομαι για αυτή τη μέρα».
Ο πατέρας μου δεν ήταν κομμουνιστής, κι ας έφαγε από τους μπαντουβάδες «το περισσότερο ξύλο από όλη την περιφέρεια» όπως άκουσα σε ένα πηγαδάκι από κάποιον που δεν ήξερε ότι ήμουν γιος του. Ξέρω ότι τη γλύτωσε από του χάρου τα δόντια από αυτό το ξύλο.
Επανειλημμένα τον καλούσαν στη χωροφυλακή για δήλωση, όπου πάντα δήλωνε, όπως μας έλεγε. «Δεν ήμουν ούτε είμαι κομμουνιστής. Ήμουν, είμαι και θα είμαι αγροτικός». Αυτό κι αν είναι ταξική συνείδηση! Αργότερα βέβαια έμαθα ότι το Αγροτικό Κόμμα ήταν το μόνο που συνεργάστηκε με το ΚΚΕ στον εμφύλιο. Ο πατέρας μου όμως δεν μπορούσε να είναι με τους άθεους κομμουνιστές. Κι ας έτρεφε μένεα κατά των παπάδων, που έβγαζαν στην εκκλησία διπλό και τριπλό δίσκο.
Όμως ας κλείσουμε αυτή την παρέκβαση, και ας συνεχίσουμε.
Στα νιάτα μου γύρευα τη γνώση. Γι αυτό και προτεραιότητα στα διαβάσματά μου είχαν τα θεωρητικά κείμενα, κυρίως φιλοσοφία. Λογοτεχνία διάβαζα αραιά και που. Στα τριάντα μου είχα ήδη διαμορφώσει την Weltanschauung μου, όπως εκτίθεται στο δεύτερο βιβλίο μου που το έγραψα σ’ αυτή την ηλικία, την Αναγκαιότητα του μύθου. Σε λίγο διορίστηκα ως φιλόλογος, και σκέφτηκα να ασχοληθώ περισσότερο με τη λογοτεχνία, μια και ήταν πια επάγγελμά μου. Καρπός εκείνης της στροφής ήταν τέσσερα μικρά εισαγωγικά μελετήματα για τον Κάλβο, τον Καβάφη, τον Σολωμό και τον Παλαμά. Παρόλο που εγώ είμαι της πεζογραφίας –δώσε μου παραμύθια και πάρε μου την ψυχή- η ποίηση ήταν πιο γκλαμουράτη, γι αυτό και ασχολήθηκα με ποιητές και όχι με πεζογράφους.
Στα σαράντα μου ανακάλυψα ότι μπορούσα να γράφω βιβλιοκριτικές που να αρέσουν. Όμως μπορούσα να γράφω μόνο για νεοεκδοθέντα βιβλία. Έτσι άρχισα να γράφω για σύγχρονους συγγραφείς, πεζογράφους κυρίως. Οι μόνοι ποιητές με τους οποίους ασχολήθηκα ήταν φίλοι, ή κρητικοί που μου έστειλαν τις συλλογές τους (εμείς οι κρητικοί, όπως και να το κάνουμε, είμαστε μια μασονία). Έγραψα όμως και παρουσιάσεις για το συνολικό έργο του Κουμανταρέα, της Φακίνου, του Βαλτινού, του Χουλιαρά, του Αλέξανδρου Κοτζιά, και του Μάριου Χάκκα. Ο Ιωάννου έμεινε απέξω.
Ο Ιωάννου υπήρξε δάσκαλος του Μιχάλη του Τζιλιάνου, του αγροτικού γιατρού με τον οποίο κάναμε χειμερινό μπάνιο στην Κάσο, όταν πρωτοδιορίστηκα. Μου μιλούσε συχνά γι αυτόν.
Είχα ακούσει ένα συνάδελφο στο 3ο Λύκειο Νίκαιας, τον Γιάννη τον Πανούση (τώρα είναι λέκτορας στην Πάτρα), να μιλάει με ενθουσιασμό για ένα διήγημα του Ιωάννου. Πρόπερσι, σε μια ημερίδα της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων αφιερωμένης στον Ιωάννου, απόλαυσα τόσο την εισήγηση του τέως συναδέλφου Αντώνη Σανουδάκη (τι κάθομαι και λέω, εγώ είμαι ο τέως, όχι αυτός) όσο και αποσπάσματα του διηγήματος στο οποίο αναφερόταν η εισήγησή του, αποσπάσματα σπαρταριστά. Θα τον διαβάσω οπωσδήποτε τον Ιωάννου, σκέφτηκα τότε, εξάλλου τον έχω αγορασμένο.
Πριν έξι εφτά χρόνια το βιβλιοπωλείο Πύρινος Κόσμος, Σόλωνος και Ιπποκράτους γωνία, έβγαλε κυριολεκτικά στο σφυρί ένα σωρό βιβλία. Δεν έχασα την ευκαιρία. Αγόρασα πενήντα. Πόσο πλήρωσα; Εβδομήντα πέντε ευρώ. Ενάμιση ευρώ το βιβλίο. Έξι απ’ αυτά ήταν πεζογραφήματα του Ιωάννου.
Κουβάλησα στην Κρήτη όλο το «ράφι των τύψεων», ξέροντας ότι μόνο στις διακοπές έχω μεγάλη άνεση χρόνου για διάβασμα. Τώρα κατέβηκα για μια βδομάδα στην Κρήτη για δουλειές. Ταξίδεψα μισοάρρωστος, έφτασα με πυρετό. Ήπια το αντιπυρετικό μου και, κρεβατωμένος καθώς ήμουνα, είπα να διαβάσω κανένα βιβλίο. Πήρα ένα μικρούλικο, το Η λογοτεχνία και το δικαίωμα στο θάνατο του Maurice Blanchot. Αφού διάβασα δυο σελίδες και είδα το μυαλό μου να θολώνει, είπα τι κάθομαι και μαζοχίζομαι, χρειάζομαι κάτι ευχάριστο. Και βέβαια το μυαλό μου πήγε αμέσως στον Ιωάννου. Σε ένα από τα βιβλία έγραφε την εργογραφία του, ποιο βιβλίο έγραψε πρώτο και ποιο μετά, και βέβαια είπα να τα πάρω με τη σειρά. Το πρώτο ήταν Η μόνη κληρονομιά.
Τα διηγήματα του τόμου αυτού είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικά, και νομίζω και τα υπόλοιπα, από ένα γρήγορο ξεφύλλισμα που έκανα στους επόμενους τόμους. Δεν υπάρχει η αριστοτελική αρχή της «πράξεως σπουδαίας και τελείας», ή μάλλον υπάρχει μόνο το «σπουδαίας», γιατί το «τελείας», δηλαδή ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, δεν υπάρχει. Ο Ιωάννου γράφει συνειρμικά, με αποτέλεσμα τα διηγήματά του να έχουν μια εντελώς χαλαρή δομή. Αφηγείται κάτι, και καθώς αφηγείται θυμάται κάτι άλλο, και αφηγούμενος το κάτι άλλο θυμάται πάλι κάτι άλλο και το αφηγείται με τη σειρά του. Κάνει ακριβώς ό,τι έκανα εγώ στην εισαγωγή αυτής της βιβλιοπαρουσίασης. Χαρακτηριστικό από αυτή την άποψη είναι το διήγημα «Η αποζημίωση», που αναφέρεται στις αποζημιώσεις που έπαιρναν εκείνοι των οποίων τα σπίτια είχαν καταστραφεί από τους βομβαρδισμούς. Ο αφηγητής, που σίγουρα είναι ο ίδιος ο Ιωάννου, που μόλις θα είχε κλείσει τα 18 του, πηγαίνει στη διεύθυνση για να καταθέσει την αίτηση αποζημίωσης. Η απαρίθμηση των απωλειών στην αίτησή του δεν ικανοποιεί τον διευθυντή, που του λέει ότι πρέπει να βάλει και άλλα πράγματα, πιάνο, πολυελαίους κ.λπ. Και ο αφηγητής κάνει μια παρέκβαση μιας σελίδας για να αφηγηθεί τις πραγματικές απώλειες, τις οποίες έτσι κι αλλιώς είχε παρουσιάσει κάπως παραφουσκωμένες.
Τη στιγμή του βομβαρδισμού αυτός και η οικογένειά του ήδη είχαν πάρει το δρόμο της επαρχίας για να σωθούν. Έτσι συνεχίζει την αφήγηση με αυτό το οδοιπορικό και την εγκατάστασή τους στο ορεινό χωριό όπου κατέφυγαν για να γλυτώσουν.
Μιλώντας για τα γράμματα από το μέτωπο, κάνει επίσης μια λεπτομερή παρέκβαση για τον «έφιππο ταχυδρόμο», σχεδόν μιας σελίδας, πριν ξαναεπιστρέψει στις συνθήκες εγκατάστασής τους. Μόλις στην προτελευταία παράγραφο ξαναπιάνει την κύρια γραμμή της αφήγησης: «Τα ξαναθυμόμουν όλα αυτά με γλυκιά ταραχή, πηγαίνοντας απ’ το γραφείο αποζημιώσεων σ’ ένα πρακτορείο λαχείων…» (σελ. 122). Σ’ αυτό το διήγημα των επτά σελίδων, ούτε καν οι δύο δεν αναφέρονται στην κύρια αφήγηση, ενώ οι υπόλοιπες πέντε καλύπτουν τις εγκιβωτισμένες.
Και το διήγημα «Ο Θανάσης ο φονιάς» είναι επίσης πολύ χαρακτηριστικό. Στην πρώτη παράγραφο, που μόλις ξεπερνάει τις τρεις γραμμές, ο αφηγητής (να τηρούμε τις αφηγηματολογικές συμβάσεις: αυτός που αφηγείται δεν είναι ο συγγραφέας) μας λέει δυο λόγια για τον Θανάση. Στην πρώτη περίοδο της επόμενης παραγράφου μας λέει ότι τον γνώρισε από τον Γιαγκούλα τον λούστρο. (Είχα ένα μαθητή Γιαγκούλα, καλή του ώρα). Στην επόμενη μισή σελίδα μας μιλάει για τον Γιαγκούλα, για να ξαναγυρίσει στον Θανάση τον μάγειρα, που χάρη στη μαγειρική του ο αφηγητής μας πάχυνε και δεν του έκαναν πια τα πουκάμισα. Η επόμενη μισή σελίδα αναφέρεται στο πώς απόκτησε τόσα πολλά πουκάμισα. Μετά, σε μισή παράγραφο, επιστρέφει στον Γιαγκούλα και στον Θανάση. Καθώς έβλεπε τον Γιαγκούλα που ντερλίκωνε σαν λύκος, «θαρρούσα πως έβλεπα τη μακαρίτισσα τη γιαγιά μου», και σ’ αυτή τη γιαγιά είναι αφιερωμένη η υπόλοιπη παράγραφος, επτά γραμμές. Κατόπιν μας μιλάει πάλι για τον Θανάση που του παράγγειλε να του φέρει ένα πουκάμισο από την Αθήνα, και μετά «μου είπε την ιστορία του», κάπου μισή σελίδα. Στην επόμενη παράγραφο ξαναγυρνάει στο πουκάμισο που του αγόρασε, και στη συνέχεια, στις δυο τελευταίες παραγράφους, μας μιλάει πάλι για τον Θανάση, για την κηδεία του.
Ο Μπαχτίν στο Έπος και μυθιστόρημα που παρουσιάσαμε πρόσφατα στο blog μας λέει ότι το μυθιστόρημα είναι πρωτεϊκό, αναρχικό, που δεν χωράει σε πλαίσια και κανόνες. Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για το διήγημα. Την χαλαρή δομή των διηγημάτων του Ιωάννου δεν θα την θεωρήσουμε καθόλου ως μειονέκτημα. Απεναντίας, ο συνειρμικός χαρακτήρας των διηγημάτων στον οποίο οφείλεται αυτή η χαλαρότητα, σε συνδυασμό με τη λιτότητα της γραφής που είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της αφηγηματικής άνεσης, κάνουν τα διηγήματα αυτά ιδιαίτερα ευχάριστα στην ανάγνωση.
Για μένα όμως η κύρια αρετή τους είναι ο χιουμοριστικός, σαρκαστικός πολλές φορές, χαρακτήρας τους, που τα κάνει ιδιαίτερα απολαυστικά. Από τα πιο σπαρταριστά είναι ο «θείος Βαγγέλης», που αναφέρεται στους επικήδειους που εκφωνούσε ο θείος στους πεσόντες στρατιώτες και υπαξιωματικούς κατά τον εμφύλιο. Και από τα «Περιστέρια», στην πρώτη κιόλας σελίδα, ανιχνεύω: «Είχαμε αποχτήσει κι εμείς τον τρελό μας. Την πουτάνα μας την είχαμε προ πολλού» (σελ. 104) και «Είχε το ύφος των μεγάλων ρητόρων που δεν αναγνωρίζουν ούτε τη μάνα τους έτσι κι ανεβούν στο βήμα» (στο ίδιο).
Αλλά ας κάνουμε κάποιες επί μέρους παρατηρήσεις, ξεκινώντας από ανάλογα ερεθίσματα.
Το κάνω συνειδητά σε ποιήματα, συχνά και σε πεζά, εδώ όμως μου βγήκε εντελώς αυθόρμητα: να ανιχνεύω δεκαπεντασύλλαβους. "Κεραυνωμένος και μισός μες στο ρηχό χαντάκι" (σελ. 81). Έξι γραμμές πιο κάτω υπάρχει και το δεύτερο ημιστίχιο ενός λειψού δεκαπεντασύλλαβου: "ούτε και το φεγγάρι". Θα υπάρχουν κι άλλοι, αλλά δεν μπορούσα να έχω τεντωμένο το μυαλό μου για να τους επισημάνω.
Η πεζογραφία του Ιωάννου είναι αυτοβιογραφική, και ενδιαφέρουσα όχι μόνο για την ποιότητα της γραφής αλλά και για την «σπουδαιότητα» των γεγονότων, όπως είναι αυτά του πολέμου, της κατοχής και της αντίστασης, και στη συνέχεια του εμφύλιου. Δεν μπορούσα να ξέρω ότι ο Ιωάννου γράφει σε πρώτο πρόσωπο, και έτσι ο αφηγητής στο πρώτο διήγημα, το «Ψηλά στο Εσκί Ντελίκ», μου φάνηκε αρχικά σαν τριτοπρόσωπος, μέχρι που, μετά από τρεισήμισι σελίδες, συναντάω ρήματα στο πρώτο πρόσωπο πληθυντικού: «…ανεβήκαμε να μείνουμε κοντά τους… μια και δεν μπορούσαμε…» (σελ. 15).
Διαβάζω τη φράση: «Η ομορφιά επιβάλλεται στους πάντες, κακά τα ψέματα» (σελ. 103).
Και θυμήθηκα ένα περιστατικό που μου αφηγήθηκε ένας φίλος πανεπιστημιακός. Κάποιος καθηγητής εξετάζει προφορικά μια πανέμορφη κοπέλα. Όταν τέλειωσε η εξέταση, ανυπόμονη αυτή, ρωτάει τον καθηγητή τι βαθμό της έβαλε. Και αυτός της απαντάει: -Εσένα κορίτσι μου σου έβαλε άριστα ο θεός, και θα σου βάλω εγώ πιο κάτω;
Ο Ιωάννου αντιμετωπίζει τις γυναίκες με αρκετό σαρκασμό. Διαβάζουμε: «Αυτή, μελαχρινή καθώς ήταν, ολοένα μαύριζε και ζάρωνε σα σταφίδα» (σελ. 25). «Ήταν ιδιαίτερα σιχαμερή» (σελ. 90). «Αυτή ακόμα και τώρα, μολονότι κατάκοιτη, καταπίεζε βαριά τα άλλα δυο κορίτσια, σε σημείο που πήγαιναν και άναβαν κεριά στην εκκλησιά για να πεθάνει το ταχύτερο» (σελ. 94). «Πάντως δεν ήταν αλήθεια αυτό που έλεγε η γειτονιά, πως δεν φορούσαν τίποτε από κάτω» (σελ. 95). «…η μάνα της, μια φοβερή καμπουρίτσα» (σελ. 97).
Η τελευταία παράγραφος από το διήγημα «Τζέλτεν» έχει κάτι το μακάβρια ειρωνικό, μέσα από την προοπτική του χρόνου από την οποία διαβάζεται: «Και σ’ όλο το γυρισμό έλεγα και ξανάλεγα ‘Παναγίτσα μου, βάλε το χέρι σου να μη βρεθούν ποτέ πετρέλαια στην πατρίδα. Τότε είναι που δε θα ξανασηκώσουμε κεφάλι» (σελ. 86). Η Παναγίτσα τελικά δεν έβαλε το χέρι της.
Όμως τα παρακάτω έχουν μια κυριολεκτικά τραγική ειρωνεία όταν διαβάζονται σήμερα, και μάλιστα στο διήγημα που δίνει τον τίτλο στη συλλογή. «Δεν πρόκειται να εξιστορήσω πώς πέθανε ο πατέρας μου. Πέθανε, βέβαια, νέος κι αυτός, αλλά στα ξαφνικά, πράγμα που είναι κάτι για μένα… Τα παιδιά της γιαγιά μου λοιπόν, ακολουθώντας τους παππούδες τους και τον μπαμπά τους, πήγαν όλα από φυσικό θάνατο, με μια εξαίρεση ίσως. Και όλοι τους ανάμεσα στα πενήντα με εξήντα. Ως τα πενήντα τους ήταν όλοι μια χαρά, από γιατρούς δεν ήξεραν. Μόλις όμως καβατζάρανε τον μισό αιώνα, άρχιζε ραγδαία η φθορά. Αν μερικοί τουλάχιστον είχαν πάει από βίαιο θάνατο, θα μου έμενε κάποιο περιθώριο να πιστεύω πως είχαν πολλή ζωή ακόμα μέσα τους, μα βγήκε εκείνο το καταραμένο δυστύχημα, η δολοφονία, ο ξυλοδαρμός, τα βασανιστήρια, και τους την έκοψε απότομα. Εδώ όμως τα πράγματα είναι σαφή. Όλοι τους ανάμεσα στα πενήντα με εξήντα» (σελ. 37-38). Και λίγο πιο κάτω: «…έπιασα μια ακαδημαϊκή δήθεν συζήτηση μ’ ένα φίλο γιατρό, σπουδαγμένο στα ξένα. Απέξω απέξω έφερα την κουβέντα και στην κληρονομικότητα του θανάτου. ‘Τι να σου πω’, μου είπε. ‘Τ’ αγόρια κληρονομούν συνήθως την ηλικία του πατέρα τους’. Βουβάθηκα. Να, λοιπόν, η κληρονομιά μου. Και τα ’λεγε αυτά, κι άλλα χειρότερα, με μεγάλη έμφαση. Ο πατέρας του ζει ακόμα, ένα χούφταλο» (σελ. 39).
Μπορεί ο Ιωάννου να έπεσε θύμα αρνητικής αυθυποβολής, έχω γράψει σχετικά στο πρώτο μου βιβλίο, το Παραψυχολογία, μύθος ή πραγματικότητα. Πίστεψε ότι θα πεθάνει πριν κλείσει τα εξήντα και πέθανε, το 1985, σε ηλικία 58 χρονών.
Θυμάμαι και στο στρατό τον δόκιμο που με αντικατέστησε, που έλεγε συνεχώς ότι θα πεθάνει 33 χρονών. Κάπου διάβασα ότι είναι αρκετοί αυτοί που πιστεύουν ότι θα πεθάνουν στην ηλικία του Ιησού.
Τι έγινε τελικά, πέθανε στα 33 του;
Τότε ήταν περίπου εικοσιπεντάρης, δεν κρατήσαμε επαφή, δεν έμαθα ποτέ. Έχω ξεχάσει και το όνομά του.
Όμως ο Γιώργος Ντ., που πίστευε ότι θα πεθάνει 33 χρονών, πέθανε πράγματι στα τριαντατρία του. Σε μένα έτυχε ο κλήρος να κάνω την ανακάλυψη. Δεν είχε εμφανιστεί στο γραφείο του χωρίς να ενημερώσει. Έλεγαν να ψάξουν την επομένη. Εγώ πήγα αμέσως, βραδάκι ήταν που μου το είπαν, αφού φώναξα την αστυνομία. Παραβίασαν την πόρτα και τον βρήκαν νεκρό. Η νεκροψία έδειξε ότι όλες του οι αρτηρίες ήταν βουλωμένες. Κάπνιζε σαν φουγάρο ο συγχωρεμένος. Έχω μια κασέτα με τον Ρος Ντέηλι, που μου την έγραψε, για να τον θυμάμαι.
Μου βγήκε σεντόνι αυτό το κείμενο, ποιος θα κάνει καρδιά να το διαβάσει ως το τέλος; Πάντως, τελειώνοντάς το, έχω διαβάσει και το επόμενο βιβλίο με πεζογραφήματα του Ιωάννου, και μια και μένουν ακόμη τέσσερα, είπα να τα πάρω μαζί μου στην Αθήνα να τα διαβάσω. Θα γράψω δυο λογάκια για όλα, μπορεί και τρία, αλλά μπορεί και μόνο δυο. Πάντως όχι αυτό το σεντόνι, φαντάζομαι.
Και τώρα που το αναρτώ, να πω ότι έχω ήδη γράψει και για το Δικό μας αίμα και έχω διαβάσει τον Επιτάφιο Θρήνο. Αλλά να μη σας φλομώσω, σιγά σιγά.
Και έτσι γίνεται κάτι σαν σήριαλ, αλλά με αυτοτελή επεισόδια, σαν αυτά τα αμερικάνικα που βλέπει ο γιος μου, κι εγώ μαζί του καμιά φορά. Τέλειο δεν είναι;
Post a Comment