Book review, movie criticism

Sunday, October 19, 2008

Γιώργος Ιωάννου, Η Σαρκοφάγος

Στη Ροζαλία που μου το συνέστησε

Στη Σαρκοφάγο βρήκα τα περισσότερα χαρακτηριστικά της πεζογραφίας του Ιωάννου, στα έξι βιβλία του που έχω διαβάσει μέχρι στιγμής. Είναι κυρίαρχος κι εδώ ο εξομολογητικός χαρακτήρας της, όπως τον σχολιάσαμε στην παρουσίαση του Για ένα φιλότιμο. Επίσης έντονος είναι ο συνειρμικός χαρακτήρας της αφήγησης, με πιο χαρακτηριστικό το τελευταίο αφήγημα «Ουκ ηπίστατο φεύγειν», όπου ο Ιωάννου περιγράφει ένα ταξίδι του με τραίνο, διάφορα περιστατικά που συνέβησαν και τις αναμνήσεις που τον κατέκλυσαν κατά τη διάρκειά της. Ακόμη υπάρχει, σε μικρότερες δόσεις βέβαια, το χιούμορ, που τόσο με ενθουσίασε στο Η μόνη κληρονομιά και που δεν το βρήκα μετά στο Δικό μας αίμα, στον Επιτάφιο Θρήνο και στα Πολλαπλά κατάγματα που διαβάζω τώρα. Απεναντίας απουσιάζει ο δοκιμιακός χαρακτήρας που υπάρχει στα περισσότερα αφηγήματα του Για ένα φιλότιμο, πράγμα που αναδεικνύει περισσότερο τον εξομολογητικό τους χαρακτήρα. Ο Ιωάννου δεν θέλει εδώ να μας διδάξει, θέλει μόνο να μας εκμυστηρευτεί, τις συνήθειές του («…συνηθίζω να κοιμούμαι μ’ ένα μαξιλάρι αποκάτω κι ένα αποπάνω απ’ το κεφάλι μου», σελ. 100), τους φόβους του («Ασφαλώς θα πάω πολύ χειρότερα-ούτε καν από φιλικό χέρι», σελ. 83), τα συναισθήματά του («εδώ με πιάσανε αργότερα οι αγωνίες, οι αϋπνίες, οι ιδρώτες, τα άγχη, και το κρεβάτι από τότε ξαναπήρε από τα στριφογυρίσματά μου να σπάνει» σελ. 50-51), περιστατικά από τη ζωή του («Πολλά χριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν, όπως λένε, και νύχτες πρωτοχρονιάς έχω περάσει ολομόναχος μέσα σ’ αυτό το δωματιάκι. Τα ταξί κορνάρουν στην Ομόνοια για τον καινούριο χρόνο, ο κόσμος τραγουδάει και φιλιέται, κι εγώ κουκουλωμένος με τις ωτοασπίδες στ’ αυτιά, δεν ξέρω πια τι να ευχηθώ στον εαυτό μου» σελ. 114).
Τέλος το ερωτικό στοιχείο εμφανίζεται κι εδώ, έντονο, απελπισμένο, και με την αίσθηση του κινδύνου όπως φαίνεται από το παρακάτω απόσπασμα: «Μόνο που πάντοτε φτάνω με τη μνήμη μου σ’ ένα φράγμα από δάκρυα, ασυνάρτητες φωνές και κάτι τσιρίδες σπαραχτικές και βροντώντας τότε την πόρτα ξαναβγαίνω στο εφιαλτικό κυνήγι των θανάσιμων αγγέλων» σελ. 10).
Ας σχολιάσουμε όμως τώρα κάποια αποσπάσματα, και ας κάνουμε τους δικούς μας συνειρμούς.
«Κάποτε ο νουνός θυμήθηκε τ’ όνομα κι απ’ τη χαρά του βιάστηκε να πει ‘Ελπινίκη… τη μάνα του’, ‘πάψε ευλογημένε, του είπε με αγανάκτηση ο παπάς και άρχισε να επαναλαμβάνει το όνομα» (σελ. 120).
Πού το περίεργο που ο νονός ξέχασε το όνομα της βαφτισιμιάς του την ώρα της βάφτισης; Ελπινίκη!!! Έχετε ακούσει εσείς πολλές φορές αυτό το όνομα; Εγώ πρέπει να είναι η τρίτη φορά που το συναντάω γραμμένο σε λογοτεχνικό κείμενο. Όμως το έχω ακούσει πολλές φορές στη ζωή μου. Ήταν το όνομα της μάνας μου.
«Αυτό το πράμα, μάλιστα-πολύ θα το ’θελα. Αυτό τ’ αλλάζω με την τωρινή μου μοίρα. Με μια βαριά μοτοσικλέτα ν’ αλωνίζω πόλη και προάστια» (σελ. 98).
Μια τετρακοσάρα είναι βαριά; Εννοώ τη Honda steed μου. Θα με ζήλευε άραγε ο Ιωάννου αν με έβλεπε πάνω σ’ αυτή;
«Δεν έχω την απαίτηση να καταλάβω τίποτα – ούτε για το θάνατο ούτε για τους αδικοχαμένους. Πολύ περισσότερο δεν επιθυμώ να διαμαρτύρομαι επί ματαίω. Άλλωστε αργά ή γρήγορα θα λύσω κι εγώ με τη σειρά μου αυτό το μυστήριο» (σελ. 102).
Φοβάμαι ότι δεν έλυσε το μυστήριο. Απλά έπαψε να τον απασχολεί.
«Τα τραμ ήταν καλύτερα, μα δεν πρόκειται να ξαναγυρίσουν» (σελ. 96).
Αμ δε!
«Ακόμα και στον ύπνο μου ψιθύριζα με αγαλλίαση τους αρχικούς του χρόνους (του ρήματος munio): munio, munivi και munii, munitum, munire. Και δώστου κάθε τόσο να κοιτάζω τη γραμματική για το πώς κλίνεται το ένα και το άλλο, με αποτέλεσμα την τέταρτη συζυγία να τη μάθω καλύτερα απ’ όλες τις άλλες. Πάντως ο νους μου δεν πήγαινε στο κακό ή σε τίποτα το συγκεκριμένο» (σελ. 52).
Εμένα όμως το μυαλό μου, όταν διάβασα αυτές τις γραμμές, πήγε στο Β΄ συνέδριο της Αιγυπτιακής Εταιρείας της Θεωρίας της Λογοτεχνίας όπου ήμουν καλεσμένος, (Δεκέμβρης του 2000) και συγκεκριμένα σε μια συναδέλφισσα σύνεδρο, τη Munira al Fadel. Καθίσαμε για φαγητό δίπλα δίπλα και πιάσαμε την κουβέντα. Μου είπε το όνομά της. Και φυσικά δεν παρέλειψα να της πω (μετά από λίγο βέβαια, αφού νοιώσαμε πιο εγκάρδια ο ένας με τον άλλο) τι σημαίνουν στα ελληνικά οι δυο πρώτες συλλαβές του ονόματός της.
Ανταλλάξαμε κάμποσα e-mail, πριν χαθούμε, όπως γίνεται συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Σε ένα από αυτά μου έστειλε συνημμένο ένα απόσπασμα από άρθρο εφημερίδας, που αναφερόταν στον θάνατο του μεγάλου θεωρητικού της λογοτεχνίας Eduard Said. Στο άρθρο αυτό έλεγε ότι στην κηδεία του πάνω στον τάφο του διαβάστηκε, ως επιθυμία του, το «Περιμένοντας τους Βαρβάρους» του Καβάφη.
Σ’ αυτό το συνέδριο χόρεψα για πρώτη φορά στη ζωή μου τσιφτεφτέλι. Στην κρουαζιέρα του Νείλου που κάναμε οι σύνεδροι, ένα από τα θεάματα πάνω στο πλοίο ήταν και ο χορός της κοιλιάς από μια ωραία Αιγύπτια χορεύτρια. Κάποια στιγμή βέβαια άρχισε να καλεί τους συνέδρους, ένα ένα, να χορέψουν μαζί της. Αρνιόντουσαν όλοι.
Εγώ υπήρξα ο animator. Σηκώθηκα και χόρεψα μαζί της. Αμέσως μετά από μένα σηκώθηκε και χόρεψε ο Terry Eagleton, και στη συνέχεια ακολούθησαν και άλλοι.
Ο Terry Eagleton είναι ένα από τα ιερά τέρατα της Θεωρίας της Λογοτεχνίας. Μια δυο μέρες πριν είχα ανταλλάξει μαζί του δυο κουβέντες. Ένοιωθα όπως θα ένοιωθε ένας ποδοσφαιρόφιλος αν συναντούσε σε ένα μπαρ τον Μαραντόνα και αντάλλασαν δυο λόγια.
Έχω μια φωτογραφία που χορεύω με τη χορεύτρια. Είναι μια από τις δυο «γυμνές» για τις οποίες με κατηγόρησαν για το blog μου, και έτσι κατέβασα τρομοκρατημένος το σχετικό post.
Μετά από τρεις βδομάδες πήγα και σε ένα άλλο συνέδριο, στη Σλοβενία. Έγραψα τότε ένα κείμενο με το οποίο παρουσίαζα τα συνέδρια αυτά και δημοσιεύτηκε στο Comparative Literature and Culture web journal, που είμαι στην συντακτική του.
Με κάλεσαν και στο επόμενο συνέδριο, μετά από τρία χρόνια. Αλλά για αυτό μπορεί να γράψω κάποια άλλη φορά.
Post a Comment