Book review, movie criticism

Saturday, January 22, 2011

Αλέξανδρος Βαλαβάνης, Για όσο κρατήσει

Αλέξανδρος Βαλαβάνης, Για όσο κρατήσει, ΑΛΔΕ 2010 (σειρά metroαναγνώσματα), σελ. 57

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια συγκινητική νουβέλα και ένα έξυπνο διήγημα περιλαμβάνονται στον μικρό αυτό τόμο

Μια νουβέλα και ένα διήγημα περιλαμβάνονται στον μικρό τόμο ενός από τα τέσσερα metroαναγνώσματα που κυκλοφόρησαν πρόσφατα (τα δυο τα έχουμε ήδη παρουσιάσει)
που φέρει τον τίτλο της νουβέλας: «Για όσο κρατήσει». Θα μιλήσουμε πρώτα για αυτό.
Πέρα από την αφηγηματική άνεση που χαρακτηρίζει τη γραφή του Βαλαβάνη, το πιο χαρακτηριστικό ίσως σε αυτή την νουβέλα είναι η λεπτομερειακή προσωπογράφηση του ήρωά του, του Βασίλη.
Ο Βασίλης είναι ένας δειλός, εσωστρεφής τύπος, που σέρνεται κυριολεκτικά από τη μητέρα του, η οποία έχει μια έντονη επιρροή πάνω του. Δεν είναι το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, απεναντίας κάνει απεγνωσμένες προσπάθειες να ξεφύγει, είναι το σύμπλεγμα της μητέρας του που μένει πεισματικά και υπερπροστατευτικά προσκολλημένη στο γιο της, ένα σύμπλεγμα με το οποίο δεν ασχολήθηκε ο Φρόιντ για να το ονοματίσει. Όμως κάποτε ο Βασίλης καταφέρνει να εξεγερθεί. Την εξέγερση αυτή τη δίνει με μια θαυμάσια μεταφορά ο Βαλαβάνης. Αντιγράφουμε:
«Ο Βασίλης ήταν ένας χείμαρρος, ένα ποτάμι που σε κάποιο σημείο η μητέρα του είχε στήσει ψηλό φράγμα για να συγκρατεί τα νερά του. Με τα χρόνια όμως τα νερά αυξάνονταν και ο ποταμός φούσκωνε. Τη μέρα που ο ποταμός αυτός είχε φουσκώσει πάρα πολύ, το φράγμα αυτό –αλλά ίσως και κανένα φράγμα στον κόσμο-δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα νερά του. Στο πέρασμά τους, το ορμητικά νερά, διέλυσαν κάθε ίχνος του φράγματος που επί είκοσι οχτώ ολόκληρα χρόνια τα περιόριζε. Είναι γνωστό πως το νερό του ποταμού δε γυρίζει πίσω. Ο Βασίλης που είχε πάρει την απόφαση ν’ αλλάξει, τα είχε καταφέρει. Ήταν αδύνατο η μητέρα του να κερδίσει το χαμένο έδαφος και να τον ξαναχειραγωγήσει» (σελ. 38).
Η υπερπροστασία της μητέρας του, η δική του ατολμία, ήταν η αιτία που η Διαμαντούλα απομακρύνθηκε από κοντά του. Όταν αποτίναξε την υπερπροστασία της μητέρας του βρήκε τον εαυτό του, απόκτησε θάρρος πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα όχι μόνο να αναβαθμιστεί στον επαγγελματικό τομέα, αλλά και να ξανακερδίσει την Διαμαντούλα.
Υπάρχει ένας μίτος που ενώνει αυτό το έργο με το άλλο έργο της σειράς, το «Κράτα με στα χείλη σου» της Χριστίνας Καμπά. Εκεί κάναμε τη διαπίστωση ότι η ματαίωση στον έρωτα οφείλεται είτε σε συγκεκριμένες συνθήκες είτε στο τυχαίο. Και ξαναβρισκόμαστε στο ίδιο δίπολο και εδώ. Με μια διαφορά: Όπως κάποιες συνθήκες οδήγησαν στη ματαίωση του έρωτα, κάποιες άλλες οδήγησαν στην επανάκτησή του. Όμως ο δεύτερος τύπος ματαίωσης, το τυχαίο, είναι σχεδόν πανομοιότυπο και στα δυο έργα: ένα τροχαίο. Η δεύτερη φάση του έρωτά τους δεν κράτησε πολύ. Ο Βασίλης, πηγαίνοντας με το αυτοκίνητό του να συναντήσει την Διαμαντούλα, συνάντησε πιο πριν το θάνατο.
«Ο Βασίλης έχασε τη ζωή του ανόητα και απρόβλεπτα μέσα σε δέκατα του δευτερολέπτου. Έτρεχε με κοντά ενενήντα χιλιόμετρα την ώρα τη στιγμή της σύγκρουσης. Εντός πόλεως και χωρίς να φορά τη ζώνη του…» (σελ. 43-44).
Ηθικόν δίδαγμα: Τρέχοντας μπορεί να φτάσουμε πιο γρήγορα στον προορισμό μας, όμως δημιουργείται το ενδεχόμενο να μη φτάσουμε ποτέ.
Το σύντομο διήγημα που έχει τον τίτλο Chat, με το οποίο κλείνει ο μικρός αυτός τόμος, είναι ολότελα μοντέρνο και έξυπνα δοσμένο.
Δυο άτομα, ένας νεαρός και μια κοπέλα κάνουν chat στο διαδίκτυο, ένα ιντερνετικό φλερτ. Δεν έχουν βάλει φωτογραφία στο προφίλ τους, γνωρίζονται μόνο σαν αόριστες φιγούρες. Δίνει καθένας μια σύντομη περιγραφή του εαυτού του.
Ανταποκρίνεται αυτή η περιγραφή στην πραγματικότητα;
Κανένας δεν έχει παραποιήσει την εικόνα για τον εαυτό του. Όμως, καθώς λένε ότι μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις, και αυτοί στην περιγραφή τους δεν χρησιμοποίησαν παραπάνω από είκοσι, είναι φυσικό η φαντασιακή παράσταση που σχημάτισαν με βάση αυτές τις λέξεις να αφίσταται από την πραγματικότητα.
Κάποτε αποφασίζουν να βρεθούν. Θα αρέσει άραγε ο ένας στον άλλο;
«Εκείνη είχε πλήρη επίγνωση του ότι το ενδεχόμενο να μην του πολυαρέσει επικρατούσε σε σχέση με το ενδεχόμενο να μείνει ευχαριστημένος από την εικόνα της. Πίστευε όμως πως μετά από τόσες συνομιλίες που είχαν κάνει με την από κοντά γνωριμία τους, θα εκτιμούσε την εσωτερική της ομορφιά και το χαρακτήρα της...» (σελ. 57).
Τι σου είναι όμως οι άνδρες!!! Σπάνια εκτιμούν την εσωτερική ομορφιά και τον χαρακτήρα, ενώ βρίσκουν απείρως ελκυστικότερα τα εξωτερικά κάλλη. Και οι γυναίκες βέβαια δεν είναι χαζές (ούτε η Αφροδίτη ήταν χαζή, απλά ήθελε να αυταπατάται), και γι αυτό ξοδεύουν περισσότερο χρόνο φροντίζοντας την ομορφιά τους (αγοράζοντας ρούχα, επισκεπτόμενες κομμωτήρια, φροντίζοντας τη σιλουέτα τους με δίαιτες που συχνά είναι μοιραίες-βλέπε νευρική ανορεξία), παρά τον εσωτερικό τους κόσμο, με το να διαβάζουν βιβλία, να παρακολουθούν διαλέξεις, να επισκέπτονται εκθέσεις ζωγραφικής, να παρακολουθούν τις συναυλίες στο μέγαρο, κ.τ.ό.
Και το διήγημα τελειώνει:
«‘Άλλος ο εικονικός κόσμος, άλλος ο πραγματικός’, σκέφτηκε ο Βασίλης πιάνοντας την Αφροδίτη αγκαζέ για να πάνε για καφέ.
Ευτυχώς σε λίγες μέρες έπρεπε να παρουσιαστεί στο στρατό!».
Αφηγηματικά άνετος, διεισδυτικός ψυχογράφος και χιουμορίστας, ο Αλέξανδρος Βαλαβάνης είναι ένας πολύ καλός συγγραφέας. Ελπίζουμε ότι οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις δεν θα τον αποτρέψουν από το να γράφει.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment