Book review, movie criticism

Wednesday, January 5, 2011

Γιάννης Πούλος, Πρόσωπα και προσωπεία

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Γιάννης Πούλος, Πρόσωπα και προσωπεία, Αθήνα 2010, σελ. 31

Με το Γιάννη γνωριζόμαστε για πάνω από 30 χρόνια. Ήμασταν μαζί στους αγώνες που ξεκίνησαν στη δικτατορία και συνεχίστηκαν μετά, για να φέρουμε το σοσιαλισμό. Το μόνο που καταφέραμε ήταν να έλθει ένα σοσιαλιστικό κόμμα στην εξουσία (δεν ήταν και λίγο, σκεφτείτε ότι οι πρώην ληστοσυμμορίτες αναγνωρίστηκαν ως αγωνιστές).
Ίσως δεν αγωνιστήκαμε αρκετά. Ίσως απλά δεν γινότανε-ας θυμηθούμε την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1989. Αλλά αυτό είναι μια μεγάλη ιστορία για να τη συζητήσουμε εδώ.
Ο Γιάννης, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ, έχει κληρονομήσει το μανάβικο του πατέρα του. Το δούλευε εξ ολοκλήρου τα καλοκαίρια, που ο πατέρας του, ο συγχωρεμένος ο κυρ Χρήστος κατέβαινε στο νησί για διακοπές. Χειρονακτική εργασία. Εμείς οι άλλοι φοιτητές, που δεν είχαμε την πολυτέλεια τη δική του, έπρεπε να προλεταριοποιηθούμε για να δούμε πώς δουλεύει η εργατική τάξη.
Εγώ δούλεψα σε ένα επιπλοποιείο. Γυαλίζαμε με γυαλόχαρτο τα έπιπλα από το βερνίκι. Ανθυγιεινή δουλειά. Μας έδιναν και ένα μπουκάλι γάλα, που κάπως λέει εξουδετέρωνε τη σκόνη από τα πνευμόνια μας. Στο τέλος της εβδομάδας στηθήκαμε να πάρουμε το βδομαδιάτικο. 198 δραχμές. Όταν έφτασε η σειρά μου, λέω στον επιστάτη που μας πλήρωνε «Καλά, χάθηκε ο κόσμος να τα στρογγυλέψετε σε 200 δραχμές;». Με κοίταξε καλά καλά από την κορφή μέχρι τα νύχια, και μου είπε: -Εσύ να μην ξανάρθεις.
Βίαιη προλεταριοποίηση. Ξαναγύρισα στο φροντιστήριο ξένων γλωσσών που δούλευα, και πια δεν διανοήθηκα να δουλέψω προλετάριος. Εξάλλου χειρονακτικά δούλευα από χρόνια, στο λιομάζωμα, στις διακοπές των Χριστουγέννων, στα χωράφια των γονιών μου.
Πάλι παρασύρθηκα, όπως μου συμβαίνει συχνά στις βιβλιοκριτικές μου, με συνειρμούς και αναμνήσεις. Ας ξαναγυρίσουμε στον Γιάννη.
Ο Γιάννης μετουσίωσε ένα μέρος από την αγωνιστικότητά του και τη διάθεσή του για κοινωνική προσφορά σε ποίηση. Ή μάλλον άφησε τον ποιητή που είχε μέσα του να μιλήσει, αφού ποίηση και αγώνας δεν είναι πράγματα ασυμβίβαστα (βλέπε Ρίτσος, Νερούντα, Χικμέτ, Μαγιακόφσκι κ.λπ.)
Η συλλογή του χωρίζεται σε τρία μέρη. Το «Πρόσωπα και προσωπεία» που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή είναι το δεύτερο μέρος. Το πρώτο είναι τα «Καλοκαίρια» και το τρίτο τα «Πολιτικά».
Ανάμεσα στα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται στο δεύτερο μέρος είναι και ο διηγηματογράφος Πάνος Καρνέζης, με το ποίημα «Ο ξενιτεμένος».
«…Τώρα σχεδιάζεις στο χαρτί χαρακτήρες, πρόσωπα και σχέσεις
στην ομίχλη του Λονδίνου, συντροφιά για νάχεις.
Κι’ είναι τόσο δυνατά και αληθινά τα πλάσματα,
που τα λόγια τους, οι πράξεις τους, τα αισθήματα,
φτάνουν μέχρις εδώ να μας θυμίζουν την ιστορία μας,
τα λάθη, την μοναξιά, τις ‘μικρές ατιμίες’ μας» (σελ. 18).
Μιλάει σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, αλλά ποτέ σε πρώτο ενικό. Όταν είναι να μιλήσει για τον εαυτό του γράφει για τον Γιάννη ή τον μανάβη.
Το καλύτερο ποίημα κατά τη γνώμη μου στη συλλογή είναι το «Άγγελος», και αναφέρεται σε ένα προσωπείο, σε μια μάσκα που κυκλοφορεί σε χιλιάδες αντίτυπα.
«Πέρασες μια μέρα και μου είπες
-θέλω να…
Μα πριν τελειώσεις ρώτησα.
-Μήπως να περπατάς στα βουνά, ν’ ακούς τα πουλιά και να μαζεύεις χόρτα;
-Όχι
-Μήπως θες να περπατάς στη θάλασσα δίπλα στο κύμα;
-Όχι.
-Να ’χεις μια καλή παρέα στο τζάκι πίνοντας κρασί;
-Όχι
-Μήπως να διαβάζεις, να πίνεις, να χορεύεις, να τραγουδάς;
-Όχι.
-Τότε θες να ’χεις κοντά σου την όμορφη γυναίκα σου;
-Όχι, θέλω να παρκάρω το αμάξι μου» (σελ. 15).
Ο Γιάννης δεν ενδιαφέρεται για πρωτοπορίες, δεν περιφρονεί την ομοιοκαταληξία και τον δεκαπεντασύλλαβο, απλά θέλει να εκφράσει ποιητικά κάποιες ανησυχίες του, την αγάπη του για το πράσινο και τη θάλασσα-οικολόγος ων- και το σαρκασμό του για την πολιτική κατάντια μας: «Όταν την κόρη του καθηγητή πήρες γυναίκα/σαν άλογο από ράτσα/έγινες υπουργός στην πιάτσα».
Δεν ξέρω ποιον έχει υπόψη του, πάντως είναι πολλές οι περιπτώσεις που η έδρα δόθηκε προίκα στην κόρη του καθηγητή.
Κλείνοντας την παρουσίαση να αναφέρουμε ότι την ποιητική αυτή συλλογή κοσμούν και φωτογραφίες από τρεις ωραίους πίνακες τριών ζωγράφων, στους οποίους ο Γιάννης αφιερώνει και από ένα ποίημα. Αυτοί είναι οι Κατερίνα Κασσαβέτη, Τάκης Σιδέρης και Μιχάλης Μανουσάκης.
Ο Γιάννης, μια και ξεκίνησε να γράφει, είμαστε σίγουροι ότι θα συνεχίσει. Έχει την ευαισθησία, έχει και το ταλέντο, ελπίζουμε μόνο να του αφήνει χρόνο το μανάβικο. Ας παρηγορηθεί με τη σκέψη ότι αν δεν είχε το μανάβικο, θα δούλευε ίσως λογιστής σε μια εταιρεία που τώρα με την κρίση θα τον είχε απολύσει, όπως συνέβη με ένα φίλο μου.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment