Book review, movie criticism

Saturday, February 26, 2011

Ιβάν Μπούνιν, Ναταλί

Ιβάν Μπούνιν, Ναταλί, (μετ. Πάνος Σταθόγιαννης), Ροές 1010, σελ. 278

Η παρακάτω βιβλιοκριτική έχει δημοσιευθεί και στο Λέξημα

Μια επιλογή από ερωτικά διηγήματα, που δείχνουν τόσο την ένταση του έρωτα όσο και την ματαίωσή του.

Ο πλήρης τίτλος του βιβλίου είναι «Ναταλί και άλλα διηγήματα». Η επιλογή έγινε από τον μεταφραστή, και όπως μας πληροφορεί στην κατατοπιστική εισαγωγή του, πρόκειται για ερωτικά διηγήματα.
Στην εισαγωγή αυτή ο μεταφραστής μας δίνει και βιογραφικές πληροφορίες. Ο Μπούνιν γεννήθηκε το 1870. Ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας που ξέπεσε. Μετά την οκτωβριανή επανάσταση έφυγε για την Ευρώπη. Το 1933 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ. Πέθανε το 1953. Αντιγράφουμε μια παράγραφο: «Τέλος, να σημειώσουμε ότι παντρεύτηκε δύο φορές. Ο πρώτος γάμος του (1898) άντεξε ελάχιστα. (Βρήκαμε στην Βικιπαίδεια ότι η γυναίκα του ήταν ελληνίδα, κόρη ενός έλληνα επαναστάτη, και το μοναδικό τους παιδί –δεν διευκρινίζεται αν ήταν αγόρι ή κορίτσι-πέθανε σε ηλικία πέντε χρονών). Ο δεύτερος (1907) μέχρι το τέλος της ζωής του. Κι αυτό, λόγω της ανοχής που έδειχνε η σύζυγός του στις διαρκείς ερωτικές του περιπέτειες με άλλες γυναίκες. Η θυελλώδης ιδιωτική του ζωή κατά τη διάρκεια της αυτοεξορίας του στο Παρίσι αποτέλεσε το θέμα της κινηματογραφικής ταινίας «Το ημερολόγιο της συζύγου του» που γνώρισε παγκόσμια επιτυχία» (σελ. 9). Στη Βικιπαίδεια διαβάζουμε ότι η ταινία αναφερόταν μόνο στην τελευταία του ερωτική περιπέτεια.
Ένας άνδρας με τόσες ερωτικές περιπέτειες δεν μπορούσε παρά να βιώνει την προσωρινότητα του έρωτα. Όλοι οι έρωτες που αφηγείται στα διηγήματά του έχουν πάντα ένα τέλος. Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις που διατηρείται, πάντα προβληματικός όμως. Στο διήγημα «Η γραμματική του έρωτα» διαβάζουμε. «Και ξαφνικά, στα καλά καθούμενα, ήρθε αυτός ο έρωτας, εμφανίστηκε αυτή η Λούσκα και στη συνέχεια ακολούθησε ο απροσδόκητος θάνατός της. Κι όλα έγιναν στάχτη και μπούλβερη: αυτός κλείστηκε στο σπίτι του, σ’ εκείνο το δωμάτιο που έζησε και πέθανε η Λούσκα, και πέρασε πάνω από είκοσι χρόνια καθισμένος στο κρεβάτι της» (σελ. 108). Υπάρχει και ο έρωτας μιας εγκαταλειμμένης γυναίκας που διατηρείται χρόνια μετά την εγκατάλειψη («Σκοτεινές αλέες»), αλλά και του άνδρα που η γυναίκα του δεν τον αγαπά αλλά τον παντρεύτηκε από υπολογισμό, και βέβαια τον απατά («Ιγκνάτ»).
Όλη σχεδόν η γκάμα των πιθανών αιτίων για τη ματαίωση του έρωτα εμφανίζεται σ’ αυτά τα διηγήματα στα οποία παρελαύνουν διάφορες γυναίκες σε διάφορες καταστάσεις: η πόρνη, η υπηρέτρια, άτομα δηλαδή που δεν αντιστοιχούν στην κοινωνική θέση του ήρωα, τυχαίες γνωριμίες, η ζήλεια που σε δυο διηγήματα καταλήγει στο φόνο, το ευκαιριακό ειδύλλιο με μια γυναίκα που εκείνη δεν θέλει να δώσει συνέχεια, το ξαφνικό συναισθηματικό πάγωμα (στο διήγημα «Λυκόφως», το μοναδικό διήγημα που η αφηγήτρια είναι γυναίκα), «Η Ζόικα και η Βαλέρια», δυο γυναίκες ένας άντρας (εδώ δεν ριμάρει με το «κομπολόι δίχως χάντρες», αλλά είναι μια ακόμη περίπτωση ιψενικού τριγώνου) που στο τέλος ο άντρας θα μείνει μόνος, κ.ά.
Διαβάζουμε: «Ούτε που της περνάει από το μυαλό πόσο δυνατή είναι η αγάπη που της έχω. Αλλά τι μπορώ να κάνω; Να την πάρω μαζί μου; Πού; Σε ποια ζωή; Και τι θα βγει απ’ όλα αυτά; Να εξαρτηθώ, να καταστραφώ για πάντα;» (σελ. 193).
Σε ποιον τα πουλάει αυτά; Αν την αγαπούσε πραγματικά τόσο πολύ, θα την έπαιρνε μαζί του κι ας καταστρεφόταν. Αλλά μια μικρή δόση αγάπης αμβλύνει της ενοχές για το πραγματικό κίνητρο που βρίσκεται πίσω από σχέσεις τέτοιου είδους: το σεξ. Το σεξ, λέξη που δεν θα τη συναντήσουμε ούτε μια φορά σε κανένα διήγημα. Υπάρχουν όμως κάποιες, πολύ ήπιες, σεξουαλικές περιγραφές. Φαντάζομαι έγιναν δυνατές μετά τον «Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι» του Ντέηβιντ Χέρμπερτ Λώρενς.
Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ ρομαντισμού και ρεαλισμού: Η Τιτίκα και ο Μάριος έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, όχι όμως και οι ήρωες και οι ηρωίδες του Μπούνιν.
Δεν τελειώνουν όλα τα διηγήματα «κατά το εικός και το αναγκαίον», αλλά όπως θέλει να τα τελειώσει ο συγγραφέας, πράγμα που καμιά φορά το αποφασίζει σχεδόν αυθαίρετα στις τελευταίες γραμμές (Αυτό μπορεί να γίνει ακόμη και στην τελευταία γραμμή, όπως στο Monte Mario του Κάρλο Κασόλα). Και θέλει να τα τελειώσει με το αίσθημα της ματαίωσης, αφού ο ίδιος δεν αγάπησε καμιά γυναίκα στις τόσες ερωτικές περιπέτειες που είχε τόσο πολύ, ώστε να χωρίσει τη σύζυγό του και να την παντρευτεί. Διαβάζουμε τις τελευταίες γραμμές από το «Ναταλί» (παρεμπιπτόντως, περίεργο που επιλέγει το γαλλικό Ναταλί και όχι το ρώσικο Ναταλία. Δεν είναι μεταφραστικό ατόπημα, για παράδειγμα από μια ενδεχόμενη μετάφραση από τα γαλλικά – δεν αναφέρεται, αν και θα ’πρεπε, αλλά πιστεύουμε ότι ο Σταθόγιαννης μεταφράζει από τα ρώσικα. Βρήκαμε το ρώσικο κείμενο, το διήγημα τιτλοφορείται πράγματι Натали).
(Μετά το θάνατο του συζύγου της): «Να που τώρα είσαι πάλι δίπλα μου, για πάντα. Όμως πρέπει να συναντιόμαστε σπάνια. Είναι ποτέ δυνατόν εγώ, η κρυφή σύζυγός σας, να μετατραπώ σε φανερή μετρέσα σας;»
Πέθανε τον Δεκέμβριο, κοντά στη λίμνη της Γενεύης, κατά τη διάρκεια πρόωρου τοκετού» (σελ. 244).
Τον Μπούνιν δεν τον ικανοποιεί ακόμη και το ότι οι δυο ερωτευμένοι μόνο σπάνια μπορούν να συναντιόνται. Έτσι βάζει ένα μηχανικό τέλος, με το θάνατο της Ναταλί.
Η λυρικές περιγραφές της φύσης, της ρώσικης γης την οποία ο Μπούνιν νοσταλγεί τόσο ώστε σκέφτεται και τον επαναπατρισμό του, δεν δένονται πουθενά καλύτερα από όσο στο τέλος του διηγήματος «Το φθινόπωρο».
«Τα αραιά ανοιχτογάλαζα άστρα τρεμόπαιζαν ανάμεσα στα σύννεφα πάνω μας, ο ουρανός άρχισε σιγά σιγά να καθαρίζει, οι λεύκες στις κατηφοριές σκοτείνιασαν απότομα και η θάλασσα όλο και περισσότερο άρχισε να διαχωρίζεται από τους μακρινούς ορίζοντες. Δεν ξέρω αν ήταν καλύτερη από τις άλλες που είχα αγαπήσει, όμως εκείνη τη νύχτα ήταν πέρα και πάνω από κάθε σύγκριση. Κι όταν φιλούσα τον ποδόγυρο πάνω από τα γόνατά της κι εκείνη γελούσε δακρυσμένη και αγκάλιαζε το κεφάλι μου, εγώ την κοίταζα με τον ενθουσιασμό της τρέλας. Και στο απαλό φως των αστεριών, το χλωμό, ευτυχισμένο και κουρασμένο πρόσωπό της μου φαινόταν πρόσωπο γυναίκας αθάνατης» (σελ. 42).
Ένα «γνωστό-άγνωστο» χαρακτηρίζει τον συγγραφέα στο προλογικό του σημείωμα ο μεταφραστής. Παρόλο που το σύμπλοκο αυτό παραπέμπει αλλού, καταλαβαίνουμε τι εννοεί: Ο Μπούνιν είναι ένας συγγραφέας τιμημένος με το βραβείο Νόμπελ, ο πρώτος ρώσος για την ακρίβεια, που όμως είναι σχετικά άγνωστος στην Ελλάδα. Και εγώ είναι η πρώτη φορά που διαβάζω κάτι δικό του. Ελπίζω ότι θα μου ξαναδοθεί η ευκαιρία.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment