Book review, movie criticism

Tuesday, February 22, 2011

Marc Henri Piault, Ανθρωπολογία και κινηματογράφος

Marc Henri Piault, Ανθρωπολογία και κινηματογράφος (μετ. Πελαγία Μαρκέτου), Μεταίχμιο 2009, σελ 429

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια ιστορία του ανθρωπολογικού ντοκιμαντέρ με συναφή θεωρητικά ζητήματα

Είναι κάμποσοι μήνες που διάβασα το βιβλίο, αμελώντας συνεχώς να γράψω γι αυτό. Απόψε το αποφάσισα, και το ξεφύλλισα διαβάζοντας τις υπογραμμίσεις μου. Πριν επιλέξω να ασχοληθώ ξεχωριστά με κάποιες απ’ αυτές, θα ήθελα να παρουσιάσω τη γενική εικόνα που αποκόμισα όσον αφορά τη σχέση ανθρωπολογίας και κινηματογράφου.
Κατ’ αρχάς το πρόβλημα τίθεται γενικότερα, σαν σχέση λόγου και εικόνας. Τι πλεονεκτήματα έχει ο λόγος που δεν έχει η εικόνα και αντίστροφα;
Ένα από τα πλεονεκτήματα του λόγου είναι η χρήση της μεταφοράς, κάτι που μόνο ο Αϊζενστάιν επιχείρησε να κάνει με το ιδεολογικό μοντάζ (μοντάζ ατραξιόν το βρήκα στο βιβλίο), μιας μεταφοράς βιασμένης που δεν επρόκειτο να έχει συνέχεια (Θυμάμαι την εικόνα, ένα τσούρμο εργάτες να μπαίνουν στο εργοστάσιο και ένα κοπάδι πρόβατα να μπαίνουν στο μαντρί, όμως δεν θυμάμαι σε πιο έργο). Ένα δεύτερο πλεονέκτημα είναι η χρήση αφηρημένων εννοιών, κάτι που δεν μπορεί να το κάνει ο κινηματογράφος. Αναρωτιέμαι αν ένα ανθρωπολογικό ντοκιμαντέρ θα μπορούσε να αποδώσει εκείνα που ο Κλωντ Λεβί Στρως αναφέρει στο βιβλίο του «Les Structures élémentaires de la parenté» (Στοιχειώδεις δομές συγγένειας).
Από την άλλη πλευρά είναι γνωστή η ρήση «μια εικόνα-χίλιες λέξεις», που εγώ θα μπορούσα να πω ότι, κάποιες φορές, «όσες λέξεις και να… την εικόνα δεν την φτάνουν». Και η πιο ακριβής περιγραφή δεν θα μπορούσε να μας βοηθήσει να πλάσουμε με την φαντασία μας, όχι τον Νανούκ, αλλά οποιοδήποτε Εσκιμώο, αν δεν είχαμε δει έναν σε φωτογραφία. Αλλά θυμάμαι ότι αυτόν τον προβληματισμό τον έχω εκθέσει και αλλού, σε σχέση με την ταξιδιωτική λογοτεχνία, νομίζω γράφοντας για το βιβλίο του Γιώργου Βέη «Από το Τόκιο στο Χαρτούμ», που κέρδισε φέτος το κρατικό βραβείο.
Φαντάζομαι ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε λόγο και εικόνα θα υπάρχει πάντα. Πάντως ένα ανθρωπολογικό έργο, όταν κλείνει προς την παρατήρηση σαν απότοκο μιας επιτόπιας έρευνας, θα ήταν καλό να ενισχύεται με την χρήση ενός ντοκιμαντέρ. Αν διάβαζα ένα ανθρωπολογικό έργο για τους Μασάι, θα ήθελα να έβλεπα και ένα ντοκιμαντέρ για τους Μασάι. Αν διάβαζα ένα ανθρωπολογικό έργο για τους Εσκιμώους, θα ξαναέβλεπα τον «Νανούκ του βορρά» του Flaherty. Αντίθετα ένα εντελώς θεωρητικό έργο, ένα έργο «της πολυθρόνας», δεν θα είχε και τόσο την ανάγκη της εικόνας.
Δεν δογματίζω. Απλά εκφράζω το ενδιαφέρον μου όχι σαν επαγγελματίας ανθρωπολόγος, αλλά σαν ένα άτομο που του αρέσει η ανθρωπολογία, και συμμετέχω από το 1987 στην ομάδα κοινωνικής ανθρωπολογίας που καθοδηγεί ο Σωτήρης Δημητρίου. Επίσης σαν άνθρωπος που δεν ασχολείται επαγγελματικά με τον κινηματογράφο αλλά του αρέσει ο κινηματογράφος (όχι πάντως περισσότερο από το διάβασμα). Συχνά γράφω για ταινίες που βλέπω στο blog μου.
Εδώ πρέπει να πούμε ότι η εικόνα έχει ένα πλεονέκτημα που ο λόγος το έχει σε μικρότερο βαθμό. Ένα βιβλίο μπορεί να είναι εικονογραφημένο, και μια εικόνα να συνοδεύεται από μια σχολιαστική λεζάντα. Όμως μόνο το ντοκιμαντέρ έχει τη δυνατότητα να κάνει χρήση τόσο της κινούμενης εικόνας όσο και του σχολιαστικού λόγου. Απλώς ο λόγος εδώ υποχρεωτικά μένει στο επίπεδο του σχολίου, και αυτή του η ιδιότητα ως συνοδού της εικόνας δεν του επιτρέπει την έκταση, και συνεπώς την επέκταση σε θεωρητικές εμβαθύνσεις. Έτσι είναι περίπου αναπόφευκτο το παρακάτω: «Η ιδιότητα του ‘σκηνοθέτη εθνογραφικών ταινιών’ εξακολουθεί να διακρίνεται από την ιδιότητα του εθνολόγου ή και του εθνογράφου ακόμη, σαν να μην μπορούσαν αυτές οι δύο ευγενείς ιδιότητες να ταιριάξουν απολύτως με τους μάστορες των εικόνων, που είναι καλοί μόνο για να προμηθεύουν με δεδομένα και εικονογραφήσεις τους ‘αληθινούς’ ειδικούς ενός τομέα που νομιμοποιείται αποκλειστικά από τη γραφή» (σελ. 283-284).
Είπα προηγουμένως ότι μου αρέσει περισσότερο το διάβασμα από τον κινηματογράφο. Όμως σε σχέση με την ανθρωπολογία, προτιμώ ένα ανθρωπολογικό ντοκιμαντέρ από ένα ανθρωπολογικό βιβλίο. Και οι τριτοκοσμικές ταινίες που προτιμώ τις προτιμώ και για το ανθρωπολογικό στοιχείο που εμπεριέχουν.
Αλλά ας επιστρέψουμε στο βιβλίο. Στο μεγαλύτερό του μέρος αποτελείται από μια ιστορία του ανθρωπολογικού ντοκιμαντέρ και από τα θεωρητικά προβλήματα που ανακύπτουν στη σχέση του κινηματογράφου με την ανθρωπολογία. Και πάλι εδώ τα προβλήματα είναι πιο γενικά, και απλά μια έκφρασή τους βρίσκεται σ’ αυτή τη σχέση. Διαβάζουμε: «Η κινηματογραφική αφήγηση αυτονομήθηκε, απέκτησε αυτεπίγνωση, και πολύ γρήγορα έθεσε το ερώτημα της σημαίνουσας πρόθεσης και των ιδιαίτερων αναλυτικών χαρακτηριστικών της παρατήρησης. Είτε πρόκειται για μυθοπλαστικό αφήγημα είτε για τη σημασιοδοτημένη περιγραφή μιας κατάστασης, το ερώτημα πώς μεταδίδεται η σημασία παραμένει ίδιο και περιλαμβάνει το τρίπτυχο της διερώτησης για το νόημα: ποιο νόημα έχει η ίδια η κατάσταση για τους πρωταγωνιστές της, πώς το αντιλαμβάνεται ο κινηματογραφιστής και, τέλος, τι από αυτό φτάνει μέχρι το θεατή;» (σελ. 55-56).
Το πρόβλημα τελικά είναι γνωσιολογικό, και έχει σχέση με τα όρια της ερμηνείας και της δυνατότητές της. Γιατί τελικά το νόημα είναι το νόημα που φτάνει στο θεατή. Και μέσα σ’ αυτό το νόημα μπορεί να υπάρχει και η διερώτηση για το ποιο νόημα έχει η ίδια η κατάσταση για τους πρωταγωνιστές της, και κάθε απάντηση που θα δώσει σ΄αυτό, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν μπορεί παρά να είναι μια εικασία, όπως επίσης και πώς το αντιλαμβάνεται ο κινηματογραφιστής-στο βαθμό βέβαια που ο θεατής θα θέσει και αυτά τα ερωτήματα. Φαύλος κύκλος δηλαδή, από τον οποίο μόνο με μια πραγματιστική προσέγγιση μπορούμε να ξεφύγουμε. Να υποθέσουμε δηλαδή ότι ευσυνείδητα κινηματογράφησε ο κινηματογραφιστής, χωρίς να του ξεφύγουν ουσιαστικά πράγματα, πράγμα που θα επιτρέψει σε μας να νοηματοδοτήσουμε όσο γίνεται πιο ορθά την κατάσταση. Αν του ξέφυγαν σημαντικά πράγματα, θα έλθει κάποιος άλλος να διαψεύσει. Πάντως πέρα από τις βυζαντινολογικές λεπτολογίες της θεωρητικής ανάλυσης, κανείς δεν θα αμφισβητήσει τον «Νανούκ του βορρά», τουλάχιστον με τον ίδιο τρόπο που θα αμφισβητήσει για παράδειγμα τον δομολειτουργισμό του Radcliffe-Brown. Εμείς οι ευτυχισμένοι θεατές ας απολαμβάνουμε τα ανθρωπολογικά ντοκιμαντέρ. Ας αφήσουμε τους ανθρωπολόγους να εκφράζουν τις αντιρρήσεις τους.
Post a Comment