Book review, movie criticism

Tuesday, September 6, 2016

Stanley Kubrick, 2001: A space odyssey



Stanley Kubrick, 2001: A space odyssey (1968)

  Όταν διαβάζω ένα βιβλίο ψάχνω και για σχετικές ταινίες. Το καλοκαίρι που διάβασα τον Όμηρο έψαξα για «Ιλιάδα» και «Οδύσσεια». Η λέξη «Οδύσσεια» έχει γίνει συνώνυμο της περιπέτειας και τη χρησιμοποιούν συχνά μ’ αυτή τη σημασία. Έτσι έπεσα πάνω στην «Chinese Odyssey» και στην «2001: Οδύσσεια διαστήματος» του Στάνλεϋ Κιούμπρικ. Ο γιος μου εξέφρασε, στο άσχετο, την επιθυμία να τη δει, και σκέφτηκα ότι είναι μια καλή ευκαιρία να τη δω κι εγώ, να τη δούμε μαζί.
Και την είδαμε.
Να πούμε κατ’ αρχήν ότι είναι κινηματογραφική μεταφορά του διηγήματος «The sentinel» του Άρθουρ Κλαρκ.
Η ταινία ξεκινάει δείχνοντας πιθήκους. Βρισκόμαστε στην προϊστορία της ανθρωπότητας. Ξάφνου ανάμεσά τους βλέπουμε μια στήλη. Την παρατηρούν με περιέργεια. Τι πράγμα είναι αυτό; Δεν έχουν ξανασυναντήσει κάτι παρόμοιο.
Κάποιος την έβαλε εκεί σαν μάτι ελέγχου. Κάποιος εξωγήινος. Μια ύπαρξη που μας ξεπερνά. Σκέφτηκα ότι θα έπεσα πάνω στο ίδιο θέμα με αυτό που έχω κι εγώ στο μυθιστόρημά μου «Το μυστικό των εξωγήινων».
Μετά το πρώτο δεκάλεπτο με τους πιθήκους μπαίνουμε στη διαστημική εποχή, μια εποχή που βέβαια ούτε η πιο αισιόδοξη διάνοια δεν θα την τοποθετούσε το 2001, 33 χρόνια δηλαδή μετά το γύρισμα της ταινίας. Οι ήρωές μας βρίσκονται σε διαστημικά οχήματα. Οι ρυθμοί είναι αργοί, αγγελοπουλικοί, μου αρέσουν, όχι σαν το γρήγορο ρυθμό των χολιγουντιανών ταινιών που στο τέλος είσαι με ένα κεφάλι καζάνι. Υπάρχει σασπένς, κάτι συμβαίνει σε έναν πλανήτη, πρέπει να πάνε να δούνε. Οι της ΝΑΣΑ εμπιστεύονται το μυστικό της αποστολής στον Χαλ, έναν υπερυπολογιστή, και όχι στα μέλη του πληρώματος. Το πλήρωμα είναι πενταμελές, αλλά οι τρεις βρίσκονται σε νάρκη. Θα αφυπνίζονταν όταν θα έφταναν εκεί.
Ο υπολογιστής κάποια στιγμή κάνει ένα λάθος. Γιατί; Μήπως έχει τεθεί υπό τον έλεγχο εκείνων οι οποίοι τοποθέτησαν και τη στήλη;
Τίποτα τέτοιο. Απλά έκανε λάθος. Αποφασίζουν να τον αχρηστεύσουν. Αυτός διαβάζει στα χείλη τους την απόφασή τους. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησής του λειτουργεί και θα προσπαθήσει να τους εξοντώσει. Τους τρεις που βρίσκονται σε νάρκη θα τους αποσυνδέσει και θα πεθάνουν. Τον τέταρτο θα τον εξαπολύσει στο διάστημα. Ο πέμπτος πηγαίνει να τον σώσει με ένα μικρό σκάφος που διαθέτει το διαστημόπλοιο. Τον αρπάζει με τις δυο τεράστιες δαγκάνες του. Επιστρέφει. Ο υπολογιστής όμως δεν υπακούει στον εντολή του να του ανοίξει την πόρτα. Αναγκάζεται να παρατήσει τον σύντροφό του και μηχανικά θα ανοίξει την πόρτα με τις δαγκάνες. Τώρα πια ο υπολογιστής είναι στο έλεός του. Θα εκλιπαρήσει, όμως αυτός θα τον εξουδετερώσει.
Και μετά;
Θα ακούσει ένα μήνυμα της ΝΑΣΑ. Το είχαν εμπιστευτεί στον υπολογιστή και όχι σ’ αυτούς, για λόγους ασφαλείας. Αυτοί θα το άκουγαν όταν θα έφταναν στον Δία. Αντιγράφω:
«Εδώ και 18 μήνες βρέθηκαν οι πρώτες ενδείξεις εξωγήινης ζωής. Ήταν θαμμένες 15 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της σελήνης. Εκτός από ένα πολύ δυνατό σήμα προς το Δία, ο ηλικίας 4 εκατομμυρίων ετών μονόλιθος είναι τελείως σιωπηλός. Η προέλευση και ο σκοπός του αποτελούν μυστήριο».
Και μυστήριο θα παραμείνουν.
Αμέσως μετά βλέπουμε τα παρακάτω κεφαλαία γράμματα:
ΔΙΑΣ
ΚΑΙ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ
Είναι σαν να ανοίγει ένα καινούριο κεφάλαιο, το τελευταίο. Ξεκινάει στο 1.46΄, σε μια ταινία συνολικής διάρκειας 2.13΄. Θα το χωρίσουμε σε τρία υποκεφάλαια. Τα δύο πρώτα θα τα χαρακτηρίζαμε ως ποιητικό κινηματογράφο, ένα κινηματογράφο σαν το «νουβέλ ρομάν», όπου ο άνθρωπος είναι ανύπαρκτος (εμφανίζεται για κάποια δευτερόλεπτα), που μόνο αισθητικά μπορεί να προσληφθούν, καθώς η διάρκειά τους δεν δικαιολογείται από την πλοκή. Στο πρώτο βλέπουμε εικόνες από το διάστημα, σαν σε ντοκιμαντέρ, με πολύ αργό ρυθμό. Αν γύριζα εγώ την ταινία θα έβαζα σαν μουσική υπόκρουση το «λάργκο» από τη «Συμφωνία του Νέου Κόσμου» του Ντόβρζακ. Κάποια βραδιά, πρωτοετής φοιτητής, σε απόλυτο σκοτάδι, σαν μαστουρωμένος, ακούγοντάς το μου έρχονταν τέτοιες εικόνες στο μυαλό.
Αυτά μέχρι το 1.52΄. Μετά περνάμε στο δεύτερο μέρος, όπου βλέπουμε μια χρωματική πανδαισία αφηρημένης ζωγραφικής που ξεκινάει με ένα ξέφρενο ρυθμό για να καταλαγιάσει σιγά σιγά, και με τη μουσική του Λιγκέτι να ταιριάζει εδώ απόλυτα. Και μόνο γι’ αυτό αξίζει ίσως να δείτε την ταινία, δεν πρόκειται ποτέ να ξαναδείτε κάτι ανάλογο. Δικαίως η ταινία πήρε το όσκαρ για «Καλύτερα εφέ, ειδικά οπτικά εφέ» (Best Effects, Special Visual Effects).
Αυτά μέχρι το πρώτο δίωρο. Τα τελευταία 10 λεπτά με ξενέρωσαν εντελώς. Το τέλος της ταινίας ήταν εντελώς ακαταλαβίστικο.
Ο ήρωας βρίσκεται σε ένα δωμάτιο με νεοκλασική επίπλωση. Γερασμένος. Μετά ξαπλωμένος, μάλλον ετοιμοθάνατος, σηκώνει το δεξί του χέρι δείχνοντας τη στήλη που βρίσκεται μπροστά του. Τι να σημαίνει άραγε; Μετά τον βλέπουμε σαν έμβρυο μέσα σε μια τεράστια διαστημική σφαίρα. Και το έργο τελειώνει.
Δεν κατάλαβα τίποτα. Και δεν είμαι ο μόνος. Υπάρχει ένας σύνδεσμος με τίτλο The space odyssey explained. Τον άνοιξα. Μα τελικά είμαι τόσο χοντροκέφαλος και δεν τα κατάλαβα αυτά που λέει όταν έβλεπα την ταινία;
Ο γιος μου μού έστειλε ένα ειδικό λήμμα στη βικιπαίδεια που έχει τίτλο Interpretations of 2001: a space odyssey. Αυτό δεν το διάβασα. Δεν ήθελα να νοιώσω περισσότερο ηλίθιος.
Κάνω αντιγραφή και επικόλληση από τη βιβλιοκριτική που έκανα στο βιβλίο του Alain de Botton, «Παρηγορία της φιλοσοφίας», όπου παραθέτω λόγια του Μονταίνι.
«Δεν υπάρχει τίποτα για το οποίο θα ήθελα να σπαζοκεφαλιάσω, ούτε καν για τη γνώση, όσο πολύτιμη και αν είναι. Δεν ζητάω από τα βιβλία παρά να μου προσφέρουν ευχαρίστηση μέσω μιας τίμιας ψυχαγωγίας… Αν συναντώ δυσκολίες διαβάζοντας, δεν τρώω τα νύχια μου να τις ξεπεράσω· τις παρατάω, αφού τους κάνω μια δυο εφόδους».
Και
«Συνήθως υποθέτουμε ότι έχουμε μπροστά μας ένα βιβλίο εξαιρετικά ευφυές όταν παύουμε να το κατανοούμε».
Δεν είμαι απ’ αυτούς. Δεν θεωρώ ότι έχω μπροστά μου μια ταινία εξαιρετικά ευφυή επειδή δεν την κατάλαβα. Απλά πιστεύω ότι ο Kubrick στο τέλος τα σκάτωσε. Ή μήπως τα σκάτωσε ο Άρθουρ Κλαρκ;
Έχω δηλώσει ότι δεν μου αρέσει η ποίηση. Όμως να ξεκαθαρίζουμε: μόνο η σύγχρονη ποίηση, που συχνά είναι ακαταλαβίστικη. Ο Όμηρος και ο Κορνάρος, ο Σολωμός και ο Καβάφης, είναι άλλο πράγμα. Πολλές φορές, διαβάζοντας σύγχρονη ποίηση, συναντώ στίχους που με κάνουν νιώθω σαν τον Οιδίποδα μπροστά στη Σφίγγα. Και δεν έχω καθόλου σαν χόμπι να λύνω αινίγματα. Δεν θα έφερνα αντίρρηση για τους συμβολισμούς, τις αλληγορίες, τα νοήματα κ.λπ. αν η ταινία ήταν σε πρώτο επίπεδο, αφηγηματικά, ευκρινής. Όμως δεν ήταν.
Και θυμήθηκα.
Είμαι μαθητής στην πρώτη γυμνασίου. Καθηγητής μας ο κος Ασπραδάκης. Έχουμε διόρθωση εκθέσεων. Είναι θεολόγος, αλλά λόγω έλλειψης φιλολόγων μας κάνει αρχαία και νέα. Σχολιάζει την έκθεσή μου, απευθυνόμενος σε μένα.
-Εσύ Δερμιτζάκη προσπαθείς να φιλοσοφήσεις, και είσαι σαν τον ποντικό που προσπαθεί να ανεβεί ένα χαράρι άχερα. Ανεβαίνει, ανεβαίνει, και όταν φτάνει στην κορφή τσουρλούν και τον πλακώνουν.
Μου φαίνεται κάτι τέτοιο συνέβη και στον Kubrick.
Η μουσική και τα εικαστικά δυο πρώτα υποκεφάλαια του τελευταίου μέρους με αποζημίωσαν αρκετά ώστε να μη θεωρήσω χαμένο το χρόνο που είδα την ταινία. Και βέβαια παρακολούθησα ευχάριστα και την υπόλοιπη ταινία μέχρι εκεί.
Αναρωτιόμουνα αν η ταινία γυρίστηκε πριν ή μετά την προσελήνωση. Ο γιος μου είπε ότι γυρίστηκε πριν. Και έκανε το καλαμπούρι του σχετικά με τη γνωστή θεωρία συνομωσίας, λέγοντας ότι οι αμερικανοί χρησιμοποίησαν τα σκηνικά του Kubrick για να παρουσιάσουν την δήθεν προσελήνωση, που έγινε ένα χρόνο μετά.
Και μια και μιλάμε για ταινία, μια χιουμοριστική ατάκα του γιου μου, τότε που ήταν μαθητής. (Η μητέρα του, στο τηλέφωνο): Διαβάζεις; (Μανώλης): Ναι, τους υπότιτλους.
Post a Comment