Book review, movie criticism

Saturday, January 24, 2009

Raoul Ruiz, Η υπόθεση του κλεμμένου πίνακα (1978).

«Η υπόθεση του κλεμμένου πίνακα» είναι η πρώτη ταινία από το τρίπτυχο αφιέρωμα της Κινηματογραφικής Λέσχης στον Ραούλ Ρουίζ. Είχα σκοπό να τη δω εν ευθέτω χρόνω, μια και αυτή την περίοδο είμαι πηγμένος με διάφορα, αλλά η φίλη μου η Αριάνα μου είπε ότι τη μάγεψε, χωρίς να προλάβει να δει την αρχή. Την αντέγραψα για να της τη δώσω. Είχε όμως διεγερθεί το ενδιαφέρον μου και αποφάσισα να τη δω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Το «όσο πιο γρήγορα» ήταν σήμερα, μια εβδομάδα μετά.
Δεν ήταν εύκολη ταινία. Ήταν κάτι ανάλογο με τον μεταμοντερνισμό στη λογοτεχνία. Ασπρόμαυρη, παίζει με το φως και τη σκιά. Και παραθέτω από την εισαγωγή του Μπακογιαννόπουλου: «Δεν θα συναντήσετε ιστορία και αφήγηση, αλλά μια επίμονη αναζήτηση ενός νοήματος το οποίο συνεχώς διαφεύγει και κατά κάποιον τρόπο, ίσως και να μην υπάρχει. Σαν μια γεωμετρία μη ευκλείδεια, σαν κίνηση σε λαβύρινθο, σαν σύστημα του Μπόρχες. Ο Ρουίζ ξεκινάει από ένα μυθιστόρημα του Πιέρ Κλοσόφκσι, μελετητή του Σαντ και συγγραφέα ο οποίος συνθέτει μυστικισμό και σεξουαλικότητα. Όμως ο Ρουίζ βάζει τη δική του σφραγίδα».
Ο Μπόρχες γράφει - δεν θυμάμαι σε ποιο διήγημα στις «Μυθοπλασίες» - ότι όταν έχουμε μια ιδέα δεν είναι ανάγκη να γράψουμε ένα ολόκληρο μυθιστόρημα, είναι αρκετό να δώσουμε την περίληψή του. Έτσι και ο Ρουίζ εδώ, αντί να κάνει μια κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Κλοσόφσκι δίνει την υπόθεσή του μέσα από ζωγραφικούς πίνακες
Ένας ζωγράφος του 19ου αιώνα, όχι πραγματικός αλλά επινοημένος, ζωγραφίζει επτά πίνακες. Ο τέταρτος απουσιάζει. Ο συλλέκτης παρουσιάζει τους πίνακες στον αόρατο αφηγητή ως tableaux vivants, εξαιρετικά πρωτότυπο εύρημα. Με μια συλλογιστική αστυνομικού μυθιστορήματος ανασυστήνει την υπόθεση του κλεμμένου πίνακα.
Και καταλήγει ο Μπακογιαννόπουλος:
«Οι πίνακες παραπέμπουν ο ένας στον άλλο, και παραπέμπουν επίσης σε ένα κρυφό νόημα με τις απεικονιζόμενες λεπτομέρειες. Διατυπώνει συστηματικά αυτή τη σχεδόν αστυνομική έρευνα στους τρεις πρώτους πίνακες, κολλάει στον τέταρτο, ο οποίος λείπει, και τότε ο συλλέκτης υποθέτει ότι ο πίνακας αυτός έχει κλαπεί. Ερμηνεύει όμως αυτόν τον πίνακα με το κλειδί του πέμπτου πίνακα, του επόμενου, που υποδηλώνει την ύπαρξη ενός σεξουαλικού σκανδάλου ανάμεσα στα εικονιζόμενα πρόσωπα, το οποίο σκάνδαλο αποκρύπτεται με την κλοπή του προηγούμενου πίνακα. Ο έκτος πίνακας παραπέμπει σε μια λατρεία μυστικοσεξουαλική που θεμελιώνει τις προηγηθείσες ερμηνείες. Εκεί λοιπόν που με κόπο πιστεύουμε ότι καταλάβαμε πια τι γίνεται στην ταινία, τι σημαίνουν αυτοί οι πίνακες, ο έβδομος πίνακας, επίσης ταμπλώ βιβάν μας δηλώνει ότι όλο αυτό το νόημα είναι υποθετικό, και ότι μπορούν να διατυπωθούν και πολλά άλλα νοήματα. Όπως λέει ο Ρουίζ, είναι σαν τον ορίζοντα, όταν φτάνεις εκεί, ο ορίζοντας είναι πάλι μπροστά, μακριά σου».
Και μ’ αυτά τα λόγια ο Μπακογιαννόπουλος τελειώνει την εισαγωγή του. Τα παραθέσαμε για να διατυπώσουμε τη διαφωνία μας.
Είναι της μόδας η αποδόμηση του νοήματος όπως και η πολυσημία, η οποία, ακυρώνοντας τελικά το νόημα, οδηγείται σε έναν αισθητισμό που φαίνεται ότι ικανοποιεί τα σημερινά γούστα.
Και εγώ αισθητιστής είμαι, όμως δεν εγκαταλείπω την αναζήτηση του νοήματος, εκεί που νομίζω ότι μπορεί να βρεθεί. Και εδώ νομίζω υπάρχει ένα νόημα, αλλιώς, ένα μήνυμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση «the medium is not the message», ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, το μέσο δεν είναι το μόνο μήνυμα. Το μήνυμα αυτό το βρήκαμε στις τελευταίες φράσεις τις ταινίας:
«Το αίνιγμα λύθηκε. Θα έπρεπε να είμαστε όλοι ικανοποιημένοι. Πλην όμως δεν είμαστε. Εκείνο που απασχολεί εμάς τους κοινούς θνητούς είναι ότι οι Αρχές φοβήθηκαν μία αίρεση. Μήπως πρόκειται για κάτι απείρως σπουδαιότερο; Εκείνο που απασχολεί εμάς τους ταπεινούς τούτης της γης είναι μήπως αυτό το ‘απείρως σπουδαιότερο’ είναι η αναβίωση της λατρείας του Μίθρα. (σημείωση δική μου: θεότητα που λατρευόταν στην Ασία, και είχε μεγάλη διάδοση στους ρωμαίους στρατιώτες). Μήπως όμως μας απασχολεί ότι μία αίρεση τέτοιου είδους ισοδυναμεί με το στρατό και την στρατιωτική πειθαρχία; Και οι στρατιωτικές μανούβρες, και οι πομπώδεις παρελάσεις, αποτελούν απλώς ένα μέρος της Τελετουργίας, έτσι όπως απεικονίζεται στους πίνακες; Πρέπει να φοβόμαστε επειδή αποκαλύφθηκε ότι η στρατιωτική ζωή είναι στην ουσία η ίδια η τελετουργία; Το βαθύτερο νόημα και ο σκοπός της οποίας είναι ο πόλεμος μέχρις εσχάτων; (La guerre totale). Όχι, δεν το πιστεύω. (δις) Θα αργούσαμε πολύ να εμπεδώσουμε αυτή την ιδέα. Εξάλλου, ένα τέτοιο στρατήγημα χωρισμένο σε τρεις γρίφους, δεν μας ωθεί εν τάχει προς τα εκεί. Παρόλα αυτά ξέρω ότι απομένει κάτι ακόμα. Ξέρω ότι αυτή τη στιγμή οι πίνακες αρχίζουν να διαγράφονται από τη μνήμη μας. Ξέρω ότι η παγίδα που έστησε ο ζωγράφος Τονέρ αρχίζει να αποδίδει. (commence a produire son effet). Οι χειρονομίες, οι ίδιες χειρονομίες που επαναλαμβάνονται από πίνακα σε πίνακα, αρχίζουν να χάνονται, ούτως ώστε οι πίνακες να σβηστούν εξ ολοκλήρου, καθώς και εκείνο που αντιπροσωπεύουν. Ας παραδοθούμε στη λήθη λοιπόν. Οι πίνακες θα σβηστούν, θα χαθούν. Θα εξαφανιστούν. Και το μόνο που θα απομείνει είναι μόνο η επίφαση, τα εξωτερικά γνωρίσματα της Τελετουργίας».
«Και με αυτά τα λόγια ο συλλέκτης μας συνόδευσε ευγενικά ως την εξώπορτα». Αυτά είναι τα τελευταία λόγια που ακούγονται στην ταινία, τα λόγια του αόρατου αφηγητή-συνομιλητή με τον συλλέκτη. Η κάμερα τον συνοδεύει μέσα από τους πίνακες ως την εξώπορτα.
Πού κρύβεται λοιπόν το νόημα;
Στα λόγια: «Πρέπει να φοβόμαστε επειδή αποκαλύφθηκε ότι η στρατιωτική ζωή είναι στην ουσία η ίδια η τελετουργία; Το βαθύτερο νόημα και ο σκοπός της οποίας είναι ο πόλεμος μέχρις εσχάτων; Όχι, δεν το πιστεύω». Αυτό το «όχι, δεν το πιστεύω» είναι ειρωνικό. Αυτό ακριβώς πιστεύει ο Ρουίζ. Ότι «η στρατιωτική ζωή είναι στην ουσία η ίδια η Τελετουργία, το βαθύτερο νόημα και ο σκοπός της οποίας είναι ο πόλεμος μέχρις εσχάτων». Το νόημα, καλά κρυμμένο, ξεφεύγει ακόμη και από τον Μπακογιαννόπουλο. Είναι η καταγγελία ενός αναβιούμενου μιλιταρισμού. Όμως η καταγγελία πρέπει να γίνει «ανοικειωτικά», μέσα από την ειρωνεία, τις μεταφορές και τις μεταμφιέσεις της τέχνης. Εξάλλου ο πεσιμισμός του Ρουίζ φαίνεται από τα επόμενα λόγια, ότι «οι πίνακες αρχίζουν να διαγράφονται από τη μνήμη», δηλαδή αν υπήρχε μια πιθανότητα να αποκαλυφθεί το νόημά τους αυτή εξαφανίζεται.
Τελικά όμως είναι τα πράγματα έτσι; Είναι ο Ρουίζ ένας αντιμιλιταριστής που με μια πρωτοποριακή γραφή καταγγέλλει τον μιλιταρισμό, ή χρησιμοποιεί το αντιμιλιταριστικό μήνυμα, γενικά αβανταδόρικο, ως μέσο για να αναδείξει την πρωτοποριακή γραφή του;
Δεν το πιστεύω. Ένας αγωνιστής στο πλευρό του Αλλιέντε δεν διαγράφει έτσι εύκολα το αγωνιστικό παρελθόν του. Το μήνυμα δεν ήταν απλώς το πρόσχημα για την ανάπτυξη μιας πρωτοποριακής γραφής. Όμως, τι να πω, παραήταν κρυμμένο, ώστε να διαφύγει της προσοχής του Μπακογιαννόπουλου. Τον μπέρδεψε μάλλον και ο Ρουίζ μ’ αυτά που λέει για τον ορίζοντα.
Post a Comment