Book review, movie criticism

Sunday, February 15, 2009

Κι άλλα θεατρικά: Γιάννη Νιωτάκη, Ζορμπάδες και αγωνιστές και Μπέρτολτ Μπρεχτ, Αρχείο Γιόχαν Φάτσερ

Κάποιος με έψαξε με το όνομά μου στο google, και κοιτάζοντας στα link βρήκα κάποιες δημοσιεύσεις μου στο forum του Λέξημα. Ανάμεσα σ' αυτές βρήκα και δυο θεατρικές κριτικές που τις είχα ξεχασμένες. Τώρα που πήραμε φόρα με το "Ωραία και μόνη η Ζάκυνθος" και το "Slip and Tanga", ας τις αναρτήσουμε και αυτές, έτσι, για να τις έχουμε πιο πρόχειρες.

Ζορμπάδες και αγωνιστές του Γιάννη Νιωτάκη, θεατρική διασκευή από το ομώνυμο βιβλίο του Μ. Μαστορογιαννάκη, από τη θεατρική ομάδα της αδελφότητας Κρητών Ρόδου «Ο ψηλορείτης», Θέατρο Ορφέας, 13-12-04.

Θα προσθέσω στον τίτλο: και καλαμαράδες, γιατί οι δυο καλαμαράδες, ο Γιάννης Νιωτάκης και ο Μανώλης Μαστορογιαννάκης μας έδωσαν ο πρώτος μια σπαρταριστή κρητική ηθογραφία, και ο δεύτερος μια υπέροχη δραματοποίηση, τόσο στη διασκευή του κειμένου όσο και στην παράσταση ως σκηνοθέτης.
Και ως ηθοποιός. Γιατί ο Γιάννης Νιωτάκης κρατούσε έναν από τους κεντρικούς ρόλους της παράστασης.
Να μιλήσουμε όμως πρώτα για το κείμενο. Καμιά νεοηθογραφία νομίζω δεν θα μπορούσε να αντέξει σήμερα χωρίς το χιούμορ. Και το χιούμορ ήταν άφθονο σε όλο το έργο, και όλοι εμείς οι θεατές γελούσαμε με την καρδιά μας. Με επιδέξιο τρόπο ο συγγραφέας και ο διασκευαστής «έδεσαν» σπαρταριστά επεισόδια σε μια χαλαρή αφηγηματική δομή. Φάρσες, κωμικές ιστορίες, επιτυχημένες χιουμοριστικές ατάκες συνέθεταν το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας.
Δεν πιστεύω ότι η κρητική ζωή περιστρέφεται γύρω από ένα καραφάκι ρακί ή μια μποτίλια κρασί, το καφενείο όμως είναι ό,τι η αρχαία αγορά, εδώ βρίσκονται οι άνθρωποι, κουβεντιάζουν, σχολιάζουν, κάνουν τις φάρσες τους και φυσικά πίνουν. Και με βάση τη σκηνική οικονομία, ως δραματικός χώρος πιο κατάλληλος από το καφενείο δεν θα μπορούσε να βρεθεί.
Η δομή του έργου ήταν η δομή ενός κονσέρτου. Γρήγορο και σπαρταριστό στο πρώτο μέρος, γίνεται αργό, στοχαστικό και μελαγχολικό στην αρχή του δεύτερου μέρους, με την αναφορά στους ήρωες μακεδονομάχους από την Κρήτη. Ο Πάρης Κελαϊδής έχει γράψει βιβλίο γι’ αυτούς. Ήταν συγκινητικός ο μακεδονομάχος ήρωας που πουλούσε κουλούρια για να ζήσει. Και θυμήθηκα τον άλλο ήρωα, κρητικομάχο, τον καπετάν Καζάνη, που για να ζήσει δούλευε σκαφτιάς στη Νάξο, για να πεθάνει, στα σαράντα του νομίζω, από την κακοπέραση. Μεγάλο το δίδαγμα: Να μη συγχέουμε την πατρίδα με τις εκάστοτε κυβερνήσεις.
Για να μείνω μέσα στην ατμόσφαιρα του έργου θα σας αναφέρω μια γελοιογραφία που είχα δει μαθητής και μου έμεινε στο μυαλό. Είναι 25 Μαρτίου, και μπροστά σε μια εικόνα του Καραϊσκάκη στέκονται δυο άτομα και ο ένας λέει στον άλλο: Άκουγα μέχρι τώρα Καραϊσκάκη και νόμιζα ότι ήταν κανένα γήπεδο.
Έτσι και εγώ. Άκουγα μέχρι τώρα Κατεχάκη και νόμιζα ότι ήταν ο περιφερειακός. Ε, λοιπόν, να το μάθετε και σεις, ήταν ένας κρητικός μακεδονομάχος, που μαζί με τον Κλαδή, τον Μακρή και τόσους άλλους άφησε τα κόκαλά του στη Μακεδονία, για να μείνει ελληνική.
Μετά από το μελαγχολικό αυτό ιντερμέτζο ξαναγυρίζουμε στον ξέφρενο ρυθμό της πρώτης πράξης, με το γέλιο να ρέει άφθονο σε σκηνή και σε πλατεία.
Δεν είμαι θεατρικός κριτικός, και το να πω ότι οι ηθοποιοί έπαιζαν υπέροχα δε λέει και πολλά. Θα πω μόνο δυο πράγματα: ότι με εντυπωσίασε που ο Γιάννης Νιωτάκης έκανε τόσο επιτυχημένα το γέρο, και ένα σχόλιο που άκουσα από διπλανό κάθισμα: τύφλα να ’χουν οι επαγγελματίες ηθοποιοί.
20-12-2004

Αρχείο Γιόχαν Φάτσερ του Μπέρτολτ Μπρεχτ, Σκηνοθεσία Τάκης Τζαμαριάς, Θίασος «Δυτικά της Πόλης», θέατρο «Επί Κολωνώ».

Τάκη μου, σου γράφω για την παράστασή σου, το «Αρχείο Γιόχαν Φάτσερ» του Μπρεχτ, που σκηνοθέτησες για τον θίασό σου «Δυτικά της Πόλης» και παίζεται στο θέατρο «Επί Κολωνώ». Εγώ δεν θα κρατήσω την ανωνυμία μου, όπως η γνωστή σου εκείνη στο Αθηνόραμα, που μου φαίνεται ότι ακόμα ψάχνεσαι για το ποια είναι. Λοιπόν εγώ είμαι ο Μπάμπης ο Δερμιτζάκης, διδάκτορας του Θόδωρου Γραμματά, καθηγητή θεατρολογίας, και εσύ υποψήφιος διδάκτοράς του. Συνεργαστήκαμε μαζί του στο εγχειρίδιο της Θεατρολογίας που διδάσκεται στην πρώτη Λυκείου.
Και τι δεν μας σούρανε οι ζηλιάρηδες τότε! Θυμάμαι που πανικόβλητος ήλθες διαβάζοντας στην εφημερίδα για ένα δάσκαλο και για ένα καθηγητή αγγλικών. Τελικά ο δάσκαλος δεν ήσουν εσύ, αλλά ένας κριτής του βιβλίου, και ο καθηγητής αγγλικών δεν ήμουν εγώ, αλλά ένας καθηγητής θεατρολογίας στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών, επίσης κριτής.
Αλλά να μην ξεφεύγουμε από το θέμα μας, που είναι πώς μου φάνηκε η παράστασή σου.
Νιώθω αδυναμία να γράψω για μια θεατρική παράσταση, σαν κριτικός βιβλίου τα καταφέρνω καλύτερα. Για παράδειγμα άκουσα καλά λόγια για τη βιβλιοκριτική μου στο έργο του Ανδρέα του Μήτσου, φίλος κι αυτός, για το «Σκύλο της Μαρί», που δημοσιεύτηκε τώρα στο Αντί.
Είναι η δεύτερη φορά που προσπαθώ να κάνω θεατρική κριτική. Η πρώτη ήταν για ένα έργο του Γιώργου του Γαλάντη, πριν αρκετά χρόνια, που δεν κατάφερα να τη δημοσιεύσω. Ευτυχώς υπάρχει ο ελεύθερος χώρος του internet, όπου μπορούμε να καταθέτουμε τις απόψεις μας και να συνομιλούμε χωρίς τις τυπικότητες των εντύπων.
Λοιπόν, ας ξεκινήσουμε από το κείμενο.
Το έργο αυτό του Μπρεχτ το αγνοούσα. Δεν ξέρω πού και πότε παίχτηκε εδώ στην Ελλάδα, πάντως δεν είναι από τα γνωστά του. Δεν εκπλήσσομαι βέβαια που το ανέβασες. Για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι ψάχνεις προκλητικά έργα, έργα που βρίσκονται λίγο πολύ στην αφάνεια, για να τα αναδείξεις. Η δουλειά που έκανες με το «Ο Οθέλος ξαναγυρίζει» του Καζαντζάκη ήταν καταπληκτική. Ο δεύτερος είναι ότι έχεις καταλάβει κι εσύ ότι ο σκηνοθέτης δεν είναι η φτωχή θεραπαινίδα του θεατρικού συγγραφέα, που καθήκον έχει να αναδείξει το κείμενό του, αλλά ο συντονιστής μιας performance όπου το κείμενο δεν είναι υποχρεωτικό να έχει την πρωτοκαθεδρία, όπως συμβαίνει στο θέατρο της Ασίας.
Τάκη, δεν είναι άραγε καιρός να επιστρέψει πια το θέατρο στις ρίζες του; Έτσι ήταν η αρχαία τραγωδία, όπως το παραδοσιακό ασιατικό θέατρο, ένα Gesamtkunstwerk, όπως οραματίστηκε ο Βάγκνερ τις όπερές του, ένα «συνολικό έργο τέχνης», όπου όλες οι μορφές τέχνης αντιπροσωπεύονται ισομερώς, χωρίς καμιά να διεκδικεί τα πρωτεία. Η απόκλιση βέβαια ξεκίνησε ήδη από την τραγωδία, με το διαγωνιστικό χαρακτήρα που είχε, όπου στους «προκριματικούς» κρινόταν το κείμενο, και με τον Ευριπίδη αργότερα να συρρικνώνει τα χωρικά στο ελάχιστο. Μετά ήλθε ο διωγμός με τον χριστιανισμό, για να αναβιώσει το θέατρο στο Μεσαίωνα με καθαρά διδακτικούς στόχους. Ε, λοιπόν ο Μπρεχτ με την αποστασιοποίησή του αποτελεί ένα οξύμωρο, προσπαθώντας να γεφυρώσει τα αγεφύρωτα. Είναι διδακτικός όπως το θρησκευτικό θέατρο, και χρησιμοποιεί τεχνικές της τραγωδίας για την αποστασιοποίησή του, όπως ο χορός και η μουσική. Γυρνάει στην τραγωδία όταν νομίζει ότι της γυρίζει την πλάτη, ορίζοντας το θέατρό του ως αντι-αριστοτελικό.
Τάκη μου, μπλέχτηκες στο μπρεχτικό οξύμωρο (πρόσεξε την παρήχηση του μπ και του χτ). Ο διδακτικός Μπρεχτ δίνει στον Φάτσερ του «εικόνες από ένα πόλεμο», δώδεκα ήταν τελικά; Δεν θυμάμαι. Η πλοκή είναι προσχηματική, τέσσερις λιποτάκτες που προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε συνθήκες εξαθλίωσης, και δίπλα τους άλλες ταλαιπωρημένες ψυχές, και με τους λαθρέμπορους και τους πλούσιους να καλοπερνάνε, σε πολύ χαλαρά συνδεμένα επεισόδια. Ο κηρυγματικός λόγος κυριαρχεί.
Τάκη μου, εσύ μέσα στην παράδοση την μπρεχτική της αποστασιοποίησης, αλλά και με τη σύγχρονη αντίληψη του σκηνοθέτη, παρουσίασες ένα πολυθέαμα. Οι ηθοποιοί σου ορχούνταν συνεχώς, σαν ακροβάτες, μπαλαρίνες κλπ, σε συνθέσεις όμορφες. Εξαίρετοι όλοι, τους παρακολουθώ σε όλες σου τις δουλειές, εδώ και δέκα χρόνια που γνωριζόμαστε. Υπήρχαν άφθονα ταμπλώ βιβάν μιας υπέροχης εικαστικής σύλληψης, ένα στιγμιαίο πάγωμα του χρόνου. Οι κινήσεις κατέληγαν συχνά σε υπέροχα mie, το τέλος μιας κίνησης δυναμικά φορτισμένο, όπως στο Καμπούκι, που αποθανατίζεται λες από φωτογραφικό φακό. Οι ηθοποιοί σου, ρακένδυτοι, ήταν ντυμένοι σε όμορφα κουρέλια, για να μην προσβάλουν το hanna, την αίσθηση της ομορφιάς, όπως την περιγράφει ο Zeami, ο θεωρητικός του Νο (πες στη Γιάννα τη Λεκάκου, που έκανε τη μετάφραση των κειμένων του Zeami, να σου κάνει δώρο ένα αντίτυπο μόλις εκδοθεί). Το βιολεντσέλο με τους βαθείς, μελαγχολικούς ήχους του, μας σπάραζε συνεχώς την καρδιά. Ναι, Τάκη μου, αποτύπωσες υπέροχα τη φρίκη του πολέμου στην performance σου, υπονομεύοντας συνεχώς το κείμενο του Μπρεχτ. Κάπου προς το τέλος, όπου οι ηθοποιοί σου κουράστηκαν και ησύχασαν πια, και κάθισαν φρόνημα στην πρώτη σειρά, και το βιολεντσέλο επίσης σταμάτησε να μας τρυπάει την καρδιά, ακούσαμε επιτέλους καθαρά τι ήθελε να πει ο Μπρεχτ. Και δεν μπορώ ότι μας εντυπωσίασε ιδιαίτερα. Τη φρίκη του πολέμου δεν τη ζήσαμε, ούτε τη ζούμε, και αυτοί που τη ζούνε αυτή τη στιγμή έχουν ένα χρώμα σαν τους Πακιστανούς που βλέπουμε στα φανάρια να πουλάνε χαρτομάντιλα, δεν είναι σαν κι εμάς, λίγο τους συμπονάμε. Θέλω να σου πω Τάκη μου ότι και η «Μάνα κουράγιο» είναι αντιπολεμικό έργο, αλλά εκεί βλέπουμε το σπαραγμό μιας μάνας που χάνει σιγά σιγά τα παιδιά της, και ο σπαραγμός είναι ατόφιος, ανεξάρτητα αν τα χάνει από τον πόλεμο ή από ένα τροχαίο. Εδώ βλέπουμε ένα θεατρικό δοκίμιο πάνω στην κερδοσκοπία με τον πόλεμο, και άλλα συμπαρομαρτούντα. Και οι λιποτάκτες είναι αρκετά αξιοθρήνητοι με τους δικούς τους καβγάδες για να κερδίσουν τον έλεό μας, τη συμπόνια μας.
Βλέποντας την παράστασή σου μου ήλθε στο νου η φόρμα του Νο, jo-ha-kyu, δηλαδή αργά, πιο γρήγορα, πρέστο. Στο έργο σου είδα να επικρατεί ένας ανάποδος ρυθμός. Δεν θέλω να το βάλω στον προκρούστη του Νο, αλλά αυτός ο ρυθμός κουράζει. Τους γρήγορους ρυθμούς τους θέλεις στο τέλος, για να ξεξυπνήσεις.
Τάκη μου, έδωσες την πιο καλή παράσταση που θα μπορούσε να κάνει κανείς με βάση ένα τέτοιο κείμενο. Εσύ όμως είσαι «δραματουργοκλάστης» (κατά το εικονοκλάστης, θα έλεγα ότι τους δραματουργούς τους έχεις «κλάσει», αν το «χέσει» δεν ήταν πιο δόκιμο), όπως και όλοι οι σύγχρονοι μεγάλοι σκηνοθέτες άλλωστε. Και γι αυτό πιστεύω ότι από τις πιο ωραίες δουλειές που έχεις κάνει είναι οι διακειμενικές συνθέσεις που έχεις παρουσιάσει με τους φοιτητές στο παλιό πανεπιστήμιο. Έχοντας συντρίψει τις «αφηγηματικές προσδοκίες» του κοινού σε σχέση με το συγγραφέα, τον οποίο περιμένουν να υπηρετήσεις, το κάνεις να αφοσιώνεται στη σκηνοθετική σου δουλειά. Εξάλλου και η επιλογή των αποσπασμάτων δική σου δουλειά είναι. Έτσι, για να κλείσουμε μ’ αυτό το έργο, το προσέλαβα όπως μια όπερα. Μια άρια την ακούμε για τη μουσική της και όχι για τα λόγια της. Ελάχιστα με ενδιέφεραν τα λόγια του Μπρεχτ, το σύνολο ήταν αυτό που με εντυπωσίαζε.
5-11-2004
Post a Comment