Book review, movie criticism

Wednesday, March 9, 2011

Ιωάννα Κατροτζανή - Στεφάνου, Μάθε γέρο γράμματα

Ιωάννα Κατροτζανή - Στεφάνου, Μάθε γέρο γράμματα

Αναδημοσιεύω το παρακάτω κείμενο από το περιοδικό «Του Ψηλορείτη οι στράτες», Φεβρουάριος 2011, τ. 81, περιοδική έκδοση της Αδελφότητας Κρητών Ρόδου «Ο Ψηλορείτης».
Για τους παρακάτω λόγους:
Η Ιωάννα είναι θεία μου, δεύτερη ξαδέλφη της μητέρας μου. Αναφέρει ότι ο πατριάρχης Αλεξάνδρειας Μελέτιος Μεταξάκης (1971-1935) ήταν πρώτος ξάδελφος της γιαγιάς της. Το περασμένο καλοκαίρι μου θύμισε ο ξάδελφός μου ο Γιάννης ο Ζωγραφάκης ότι ο πατριάρχης Μελέτιος, από τον Παρσά και αυτός όπως και η γιαγιά μας, ήταν ή ξάδελφός της ή θείος της (είχαν 20 χρόνια διαφορά ηλικίας) και μάλιστα είχε προσφερθεί να πάρει το θείο μου, τον πατέρα του Γιάννη και αδελφό της μητέρας μου, στην Αλεξάνδρεια, στις αρχές της δεκαετίας του ’30.
Τέλος διάβασα στο κείμενο αυτό μια ευχή που της έλεγε η γιαγιά της και εγώ την είχα ξεχάσει: Την ευχή μου να ’χεις και από τα είκοσί μου ανύχια. Η δική μου γιαγιά μου έλεγε μιαν άλλη ευχή, μπορώ να πω λιγάκι ύποπτη: Την ευκή τσ’ ευκής μου να ’χεις και χωρίς να κάμεις να ’χεις.
Πώς θα μπορούσε άραγε να γίνει αυτό; Ή με μια πλούσια κληρονομιά ή με κλεψιές και απάτες. Δεν ανήκω στην κατηγορία αυτών που κλέβουν και εξαπατούν, και έτσι απ’ αυτό το δρόμο αποκλείεται. Και δεν ξέρω να έχω κανένα άκληρο θείο ή θεία που θα μπορούσα να τον κληρονομήσω. Άρα η ευχή της συγχωρεμένης της γιαγιάς μου δεν έπιασε.
Πέθανε όταν πήγαινα στην έκτη δημοτικού. Εγώ από τη δευτέρα δημοτικού, με μια μέθοδο άνευ διδασκάλου που μου είχε αγοράσει ο πατέρας μου, προσπαθούσα να μάθω αγγλικά. Η γιαγιά είναι κατάκοιτη στο κρεβάτι με σπασμένη τη λεκάνη, κι εγώ δίπλα της προσπαθώ να κλίνω το I have. Και αυτή να σχολιάζει σκανδαλισμένη: «Άκου αηδίες τσι λέει, το βούι (we) λέει χέζει (has).
Και θυμήθηκα και τη μητέρα μου. Ακούω όπερα από το τρανζιστοράκι που είχα αγοράσει μόλις πριν λίγες βδομάδες. Το σχόλιό της: Ήθελα και να κάτεχα είντα καταλαβαίνεις από ’φτανά τα σκυλομουργίσματα.Σκυλομούργισμα είναι το παραπονεμένο γαύγισμα του σκύλου, που μοιάζει με κορώνα σοπράνου.


Μάθε γέρο γράμματα...

Γράφει η Ιωάννα Κατροτζανή - Στεφάνου

Η μάθηση... μεγάλη κουβέντα. Άραγε, πότε ξεκίνησε η δίψα για μάθηση; Μα βέβαια από τη στιγμή που εμφανίστηκε ο άνθρωπος πάνω στη γη. Η ανάγκη τον ώθησε να επινοεί αντικείμενα κι εργαλεία, να ερευνά και να μαθαίνει. Χιλιάδες χρόνια έρευνας μας οδήγησαν στο σήμερα, με τα τρομερά επιτεύγματα, που ένας μέσος ανθρώπινος νους είναι αδύνατο να συλλάβει και να κατανοήσει. Ο Θεός προίκισε τον άνθρωπο με τόση δύναμη ψυχής, ώστε μπροστά στην ανάγκη του για μάθηση κανένα εμπόδιο να μην τον σταματά. Ακόμη και στα χρόνια της μαύρης σκλαβιάς, την περίοδο της Τουρκοκρατίας, τα μικρά παιδιά σπρωγμένα από τον πόθο της μάθησης, πήγαιναν τη νύχτα στο «κρυφό σχολειό» αψηφώντας τον κίνδυνο, για να μάθουν γράμματα, κάτω από το φως του λύχνου, τραγουδώντας το «φεγγαράκι μου λαμπρό. ..» και παρακαλώντας το να τους φέγγει μέσα στο σκοτάδι.
Μικρό παιδί κι εγώ, φανταζόμουν το σχολείο σαν κάτι μαγικό και λαχταρούσα πότε θα 'ρθει η ώρα να γραφτώ στην πρώτη τάξη. Όταν ήρθε αυτή η μέρα, ετοιμάστηκα ολόχαρη και ακολουθώντας τη συμβουλή της μητέρας μου, πέρασα από τη γιαγιά μου να μου δώσει την ευχή της.
- Καλημέρα γιαγιά, της είπα μπαίνοντας στην αυλή.
- Καλώς το Γιαννουλιό μου, είντα 'ναι κι ήρθες πουρνό - πουρνό;
- Εγώ γιαγιά πάω στο σχολειό και ήρθα να μου δώσεις την ευχή σου.
- Έχε παιδί μου την ευχή μου και από τα είκοσι μου νύχια.
Έτσι έδινε τις ευχές της η γιαγιά μου, γιατί νόμιζε πως οι ευχές βγαίνουνε από τις άκρες των δαχτύλων. Μετά άρχισε να με συμβουλεύει.
- Γιαννουλιό παιδί μου, στο σχολειό που θα πας, να ξανοίγεις είντα λέει η δασκάλα σου, να μάθεις πολλά γράμματα, να γενείς και συ δασκάλα. Όϊ σαν και μένα που δεν κατέχω να βάλω την υπογραφή μου. Μεγάλο παράπονο έχω των γονιών μου, γιατί ο αδελφός μου ο Πετρής έγινε συμβολαιογράφος, ο πρώτος μου ξάδερφος, ο Μελέτιος, Πατριάρχης στην Αλεξάνδρεια, κι εμένα μου πήρανε ένα αργαστήρι να φαίνω λέει την προίκα μου.
Τη γιαγιά μου την αγαπούσα πολύ και λυπήθηκα γι 'αυτά που μου έλεγε.
- Μη στενοχωριέσαι γιαγιά, κι εγώ, ό, τι μαθαίνω, θα 'ρχομαι και θα στο λέω για να μαθαίνεις κι εσύ.
- Έχε την ευχή μου παιδί μου.
Έτσι, περνούσαν οι μέρες κι εγώ πήγαινα στην πρώτη τάξη και μάθαινα το αλφάβητο. Όταν φτάσαμε στο σίγμα, εντυπωσιάστηκα πολύ απ' αυτό το γράμμα. Δεν ξέρω γιατί. Πήγα λοιπόν στη γιαγιά μου.
- Γιαγιά, έλα να δεις είντα 'μαθα σήμερα στο σχολειό. Θωρείς ετουτονέ το γράμμα; Το λένε σίγμα. Μα ξάνοιξε να δεις. Είναι δυο σίγμα που δε μοιάζουνε. Το ένα που μοιάζει με συκαλάκι, του αρέσει να κάθεται στη μέση - μέση και το άλλο που μοιάζει με σκουληκάκι, αυτό το παντέρμο θέλει όλο στην κουντούρα να κάθεται.
Η γιαγιά μου άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. - Όϊ δα, είντα μου λες εκειά!
Αφού της εξήγησα και ό, τι άλλο είχα μάθει, έφυγα. Ξαναπήγα μετά από μέρες να τη δω. Καθώς έμπαινα στην αυλή, είδα δυο γειτόνισσες που κάθονταν με τη γιαγιά μου και πλέκανε κάλτσες. Την άκουσα τότε να τους διηγείται για το σίγμα, ό, τι της είχα πει. Έκανε την πολύξερη στις φίλες της και μιλούσε γεμάτη θαυμασμό και καμάρι, ενώ εκείνες την άκουγαν με προσήλωση περισσή. Δε θέλησα να της χαλάσω αυτή την όμορφη στιγμή. Έκανα μεταβολή κι έφυγα, ολόχαρη που κατάφερα να της δώσω την ικανοποίηση που δεν ένοιωσε μικρή. Τη χαρά και τη σπίθα της μάθησης. Ποτέ δεν είναι αργά για μάθηση, σκέφτηκα. Ακόμη μέχρι σήμερα, νομίζω πως την ακούω να μου λέει: - Έχει την ευχή μου παιδί μου και από τα είκοσι μου νύχια.
Ας είσαι καλά γιαγιά μου εκεί που είσαι. Πάντα θα σε θυμάμαι και θα σ' αγαπώ.
Post a Comment