Book review, movie criticism

Wednesday, March 16, 2011

Μάρω Βαμβουνάκη, Μια μεγάλη καρδιά γεμίζει με ελάχιστα

Μάρω Βαμβουνάκη, Μια μεγάλη καρδιά γεμίζει με ελάχιστα, Ψυχογιός 2010, σελ. 303.

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια ακόμη μελέτη πάνω στον ανθρώπινο ψυχισμό από την ψυχαναλύτρια συγγραφέα

Τη Μάρω Βαμβουνάκη την παρακολουθώ σταθερά εδώ και χρόνια. Μόνο για ένα της βιβλίο δεν έχω γράψει, για το τελευταίο της βιβλίο των εκδόσεων Φιλιππότης, την «Αντήχηση από το παρελθόν», που το χαρακτηρίζει ως μελέτημα. Όλα τα προηγούμενα έργα της είναι μυθιστορήματα ή διηγήματα.
Ήδη ο χαρακτηρισμός δείχνει ότι η Μάρω έχει κάνει μια στροφή από το μυθιστόρημα στο μελέτημα, και επειδή μάλλον το μελέτημα αυτό δεν ευτύχησε στον εκδότη της (υπόθεση κάνω) έκανε μεταγραφή στον Ψυχογιό για να γνωρίσει μια εκδοτική επιτυχία που δεν την γνώρισε με τα μυθιστορήματά της. Ήδη μιλώντας για αυτά είχαμε γράψει επανειλημμένα ότι χρησιμοποιεί την μυθιστορηματική πλοκή προσχηματικά για να σχολιάσει πάνω στον έρωτα και γενικότερα στις σχέσεις των δυο φύλων. Με τη στροφή που κάνει η θεματική της διευρύνεται. Η συνταξιούχος συμβολαιογράφος γίνεται εν ενεργεία ψυχαναλυτής, και οι συνεδρίες με τους πελάτες της (να μην πούμε ασθενείς) της προσφέρουν άφθονο υλικό για να σκεφθεί και να σχολιάσει όχι μόνο πάνω στον έρωτα και στις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και στα ψυχολογικά προβλήματα που φαίνεται να ταλανίζουν όλο και περισσότερο τον σημερινό άνθρωπο. Και δεν χρειάζεται πια να στήσει μια ολόκληρη πλοκή. Μια μικρή ιστορία που μαθαίνει στις συνεδρίες της, μια περίπτωση που αντιμετωπίζει, της προσφέρει το υλικό για να σχολιάσει.
Το ύφος της είναι αφάνταστα ελκυστικό, πράγμα που εξηγεί και το μεγάλο τιράζ που έχουν τα βιβλία της. Μπορεί να μη συμφωνούμε με όλα όσα λέει, αλλά τα διαβάζουμε όλα ευχάριστα. Πρωταρχική για μένα είναι η απόλαυση του κειμένου. Προτιμώ ένα βιβλίο που με συναρπάζει σαν ύφος και σαν γραφή και ας διαφωνώ με τις ιδέες του παρά ένα βιβλίο που οι ιδέες του με βρίσκουν σύμφωνο αλλά είναι πεζό και βαρετό.
Θα σταματήσω εδώ, γιατί έχω άφθονα σημεία να σχολιάσω από το τελευταίο αυτό έργο της Μάρως.
Γράφει η Μάρω: «Πάντα με σαγήνευε η ιδέα ενός μυθιστορήματος που ο ιστορικός του χρόνος να απλώνεται σε μόνο μια μέρα, σε ένα εικοσιτετράωρο» (σελ. 54). Μπορεί να τη σαγήνευε η ιδέα, δεν ξέρω μόνο κατά πόσο θα τη σαγήνευε ο «Οδυσσέας» του James Joyce, που αναφέρεται ακριβώς σε ένα εικοσιτετράωρο από τη ζωή του Λεοπόλδου Μπλουμ. Πολλοί τον έχουν αγοράσει, αλλά πόσοι τον έχουν διαβάσει; Εγώ έχω διαβάσει το μισό, αφήνοντας σκόπιμα το άλλο μισό για αργότερα, όταν η ματιά μου θα ήταν πιο ώριμη, ξέροντας ότι δεν θα άντεχα να το ξαναδιαβάσω όλο. Αποτελούσε ένα είδος αστείου ανάμεσα σε μένα και μια μαθήτριά μου, να τη ρωτώ πότε πότε αν διάβασε επί τέλους τον «Οδυσσέα» που είχε η μητέρα της στη βιβλιοθήκη της, και που δεν είχε διαβάσει.
Διαβάζουμε: «Να είσαι στα τριάντα πέντε σου και να έχεις στόχο δημιουργίας μια σύνταξη κάνει το πράγμα άγριο πνευματικά, ακόμη και παθολογικά. Πώς θα βγει η ζωή έτσι; Πώς θα χαίρεσαι; Τι νόημα έχει;» (σελ. 81). Μάρω, ξέχασες φαίνεται ότι πήρες σύνταξη στα δεκαπέντε χρόνια (ήσουνα δεν ήσουνα σαράντα χρονών, φαντάζομαι), για να αφιερωθείς στο γράψιμο. Ο Ιάσωνας Ευαγγέλου, αυτός ο σοφός συγγραφέας που για αρκετό διάστημα συμμετείχα στο φιλολογικό του καφενείο, μου είπε ότι «όταν πάρεις σύνταξη αρχίζεις και ζεις». Το ιδανικό μου ήταν να ζήσω σαν τον Joseph Brodsky, τον Ρώσο νομπελίστα ποιητή που το σοβιετικό καθεστώς τον είχε καταδικάσει για αργία, γιατί προτιμούσε να κάθεται και να γράφει ποίηση από το να δουλεύει. Ή σαν εκείνο τον αρχαίο έλληνα που επίσης καταδικάστηκε για αργία. Και όταν το πληροφορήθηκε αυτό ένας σπαρτιάτης περιηγητής, ζήτησε να γνωρίσει αυτόν τον άνθρωπο «που ξέρει να ζει ευγενικά». Δηλαδή ο Ελύτης άσχημα την πέρασε που δεν εργάστηκε ποτέ του αλλά έγραφε ποίηση; Ήταν εισοδηματίας (σαπωνοποιεία Αλεπουδέλη), κάτι που θα ήθελα και εγώ διακαώς να είμαι, αλλά οι μοίρες μου στάθηκαν φειδωλές.
«Μόνο σαράντα, εγκλωβισμένη σε δυο παιδιά που θα της ουρλιάζουν γιατί τους ουρλιάζει, με ένα όπως όπως διαζύγιο φτηνιάρικο, όπως υπήρξε και ο γάμος της…» (σελ. 84).
Α, όλα κι όλα, η Doris Lessing δεν ήταν τόσο ανόητη να την πατήσει έτσι, πήρε διαζύγιο και παράτησε τα δυο μικρά παιδιά της στον άντρα της. Πώς το δικαιολόγησε; Κάνω αντιγραφή και επικόλληση από την Βικιπαίδεια (ξέρετε αγγλικά φαντάζομαι, γιατί βαριέμαι να μεταφράζω) For a long time I felt I had done a very brave thing. There is nothing more boring for an intelligent woman than to spend endless amounts of time with small children. I felt I wasn't the best person to bring them up. I would have ended up an alcoholic or a frustrated intellectual like my mother.
Παρεμπιπτόντως, λίγο πιο κάτω συνεχίζει η Μάρω: «Ποια ποιότητα, ποια ένταση μπορεί να έχει μια ζωή ίδια με της γκρινιάρας μάνας της;» (σελ. 84).
Βέβαια, να μην τη θάψουμε ολότελα τη Ντόρις Λέσινγκ που η προηγούμενη ανάρτησή μας στην κατηγορία «πεζογραφία» ήταν για το μυθιστόρημά της «Το χρυσό σημειωματάριο», στο δεύτερο διαζύγιό της πήρε μαζί της το παιδί της.
Διαβάζουμε: «Πάντως, όσο συζητώ το θέμα με άλλους, που αλληλοεμπιστευόμαστε εκείνα που δυσκολευόμαστε να εμπιστευτούμε στον εαυτό μας, τόσο διαπιστώνω πως είναι αρκετοί αυτοί που δεν τρελαίνονται για διακοπές, όσο τουλάχιστον διαδίδουν» (σελ. 86).
Σίγουρα αυτοί δεν είναι κρητικοί. Κυκλοφορεί το εξής ανέκδοτο, συζήτηση ανάμεσα σε δυο φίλους. Ο κρητικός παραπονιέται πως δεν πήγε διακοπές –Καλά, δεν πήγες πουθενά πουθενά; -Να, πήγα στου κουμπάρου μου στη Χαλκιδική δεκαπέντε μέρες. –Αλλού; -Να, και δέκα μέρες στου μπατζανάκη μου στη Λευκάδα. –Ρε μπαγάσα, πήγες εικοσιπέντε μέρες εκτός Αθηνών και λες ότι δεν πήγες διακοπές; -Να μωρέ, δεν πήγα στην Κρήτη.
Διαβάζουμε: «Υπάρχουν κάποιες ασιατικές φιλοσοφίες που… ισχυρίζονται πως και τους γονείς, που χρειαζόμαστε, επιλέγουμε να έχουμε γονείς» (σελ. 110).
Μια από τις ενοχές που κουβαλάω είναι που είπα κάποτε στη μάνα μου πως δυστυχώς τους γονείς μας δεν μπορούμε να τους επιλέξουμε. Από την έκφραση που πήρε το πρόσωπό της κατάλαβα ότι την πλήγωσα βαθύτατα. Αν είχε την ετοιμότητα θα μου απαντούσε πως ούτε οι γονείς επιλέγουν τα παιδιά τους. Όμως όταν έγινα γονιός κατάλαβα ότι δεν ήταν ζήτημα ετοιμότητας. Ένας γονιός δεν θα ήθελε να αλλάξει το παιδί του, όποιο κι αν είναι.
Η ενοχή μου αμβλύνεται στη σκέψη ότι και αυτή με στενοχώρησε πολλές φορές. Κάθε φορά που, σαν παιδί, έκανα καμιά αταξία, με απειλούσε ότι θα πέσει στο πηγάδι να πνιγεί. Μετά από κάθε αταξία, όταν δεν την έβρισκα στο σπίτι, γεμάτος τρόμο κοίταζα τη σκοτεινή επιφάνεια του πηγαδιού, προσπαθώντας να διακρίνω μήπως βρίσκεται στο βάθος. Δεν ήξερα τότε πως οι πνιγμένοι βγαίνουν στην επιφάνεια.
Διαβάζω τη λέξη «ερωτομίσος» στη σελίδα 206, και θυμάμαι ένα στίχο από τα αγαπημένα μου Catuli Carmina, τα τραγούδια του Κάτουλου, του Karl Orff: odi et amo, αγαπώ και μισώ.
Με χαρά βλέπω ότι κάναμε την ίδια σκέψη σε σχέση με το διήγημα «Ο δήμιος του έρωτα» του Ίρβιν Γιάλομ από την ομότιτλη συλλογή διηγημάτων, που αναφέρεται στον έρωτα μιας γυναίκας με ένα κατά πολύ νεότερό της άνδρα. «…Ο θεραπευτής Γιάλομ ανακαλύπτει στο τέλος μιας μακρόχρονης θεραπείας την περιττή του ματαιοπονία, την ανόητη, να θεραπεύσει από τον έρωτά της μια ηλικιωμένη γυναίκα. Γιατί να θεραπεύσουμε έναν έρωτα για δυο, όταν συμφωνούν και οι δυο να τον ζήσουν, που ξέρουν κι ας μην μπορούν να το εξηγήσουν στους τρίτους ότι είναι ευτυχισμένοι μαζί, ακόμη και ευτυχισμένοι στη δυστυχία τους;» (σελ. 222)
Σε ένα κείμενο που είχα γράψει σαν σχόλιο σε ανάρτηση της alef για τον Γιάλομ (και που δεν το βρίσκω, ίσως το έσβησε, ίσως να μην το έστειλα τελικά, απευθύνεται όμως στην alef) γράφω, ανάμεσα στα άλλα:
«Δεν είναι σαφέστατο; Όλη η κριτική του Laing για την ψυχανάλυση σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Όπως και του Μαρκούζε εξάλλου. Ο ψυχίατρος δεν κάνει τίποτα άλλο από το να προσαρμόζει τον ασθενή στην «αρχή της πραγματικότητας», και στην προκειμένη περίπτωση να σκοτώσει ένα νευρωσικό έρωτα. Όμως η θεραπεία τελικά προήλθε από την κατά κάποιο τρόπο ευόδωσή του. Ο Δήμιος του έρωτα του Ίρβιν Γιάλομ στην περίπτωσή της απέτυχε, ευτυχώς».
Διαβάζουμε: «…για τους παλαιότερους νόμους που έδιναν τον μικρό γιο στον πατέρα σε περίπτωση διαζυγίου» (σελ. 237). Νόμιζα ότι αυτό γίνεται μόνο στο Ισλάμ, δεν ήξερα ότι παλιά γινόταν και σε μας.
Η Μάρω θυμάται το παρακάτω που άκουσε από μια γνωστή της: «Ο Δυτικός άνθρωπος περιστρέφεται στο Δικαίωμά του, στο τι του χρωστούν. Ο άνθρωπος της Ανατολής περιστρέφεται γύρω από το Χρέος του, στο τι εκείνος οφείλει» (σελ. 266).
Θα προτείνω μια ερμηνεία. Ο Δυτικός άνθρωπος έφτασε στην μοντέρνα εποχή μετά τη φεουδαρχία μέσω της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού που κράτησαν αιώνες. Οι Ασιάτες πέρασαν απότομα από τη φεουδαρχία στη μοντέρνα εποχή. Και η υψηλότατη αρχή στην φεουδαρχία ήταν αυτή του χρέους και της υποταγής στον ηγεμόνα, και φαίνεται δεν έχει ξεπεραστεί. Εμείς με μεγάλη μας χαρά απαλλαχτήκαμε από το βασιλιά μας. Κάποιοι γιαπωνέζοι όμως, πριν λίγα χρόνια, αυτοκτόνησαν όταν ο αυτοκράτορας δήλωσε ότι δεν είναι θεός.
Γράφει η Μάρω: «Ξαναθυμήθηκα μετά ένα δοκίμιο του Μίλαν Κούντερα, νομίζω στο βιβλίο του «Η τέχνη του μυθιστορήματος», όπου μιλάει για την τραγωδία του Οιδίποδα…» (σελ. 269). «Νομίζει», γιατί δεν έχει σημασία αν τελικά είναι από εκεί ή από κάπου αλλού. Κι εγώ συχνά προτιμώ να βάλω το «νομίζω» παρά να παραλείψω κάτι σημαντικό που θέλω να πω. Κι εγώ «νομίζω» ότι μπορεί ο Κούντερα να το γράφει και στο βιβλίο του «Η τέχνη του μυθιστορήματος», σίγουρα όμως το γράφει στην «Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι», μυθιστόρημα που ξαναδιάβασα πριν λίγες βδομάδες και για το οποίο έκανα μια ανάρτηση στο blog μου. Ο Κούντερα συγκρίνει τον Οιδίποδα που ένοιωθε ένοχος ενώ δεν θα έπρεπε, με τους Τσέχους κομμουνιστές που κοιτάζουν να αποποιηθούν τις ευθύνες τους, ενώ είναι ολοφάνερα ένοχοι.
Στην προτελευταία σελίδα (302) διαβάζουμε για τις λέξεις-σκοπούς του Αργεντινού ψυχοθεραπευτή Χόρχε Μπουκάι. Αυτοπραγμάτωση, άνοδος, ευτυχία, επιτυχία, φώτιση, συνειδητοποίηση, κορυφή, ειρήνη. Η Μάρω τις έστειλε με το κινητό της σε φίλους ρωτώντας τους ποια θεωρούν πιο σπουδαία. Γράφει πως όλοι απάντησαν «φώτιση», με εξαίρεση μια φίλη που απάντησε «συνειδητοποίηση».
Ε, σε ένα τέτοιο κουίζ θα ήθελα να απαντήσω κι εγώ. Επιλέγω λοιπόν τη λέξη «ευτυχία». Αν έχει πετύχει κανείς όλα τα υπόλοιπα, σίγουρα θα είναι ευτυχισμένος.
Η Μάρω είπαμε είναι μια συγγραφέας με γλαφυρό, ελκυστικό ύφος. Συνεχώς προβληματισμένη κάνει βαθυστόχαστες σκέψεις, αλλά ταυτόχρονα είναι και πολύ ευαίσθητη. Η ευαισθησία της αυτή αποκαλύπτεται, ανάμεσα στα άλλα, και από το παρακάτω απόσπασμα που παραθέτει από τα λόγια ενός Έλληνα επιστήμονα, και με το οποίο θα ήθελα να κλείσω αυτή την παρουσίαση:
«Νοσταλγώ πάντα μια εικόνα που θεωρώ πως με βοήθησε να προκόψω, να γίνω όποιος είμαι: μαθητής, να μελετώ στο φτωχό σπίτι μας, στο ορεινό χωριό μας, και να αισθάνομαι την αγράμματη μάνα μου λίγο πιο πέρα, πάντα λίγο πιο πέρα και πάντα κοντά μου, να με συντροφεύει, να πλέκει με τις βελόνες της σιωπηλή» (σελ. 264).

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment