Book review, movie criticism

Saturday, March 26, 2011

Edward D. Said, Οριενταλισμός


Edward D. Said, Οριενταλισμός (μετ. Φώτης Τερζάκης), Νεφέλη 1996, σελ. 426
                                                                                                     Αφιερωμένη στο Φώτη Τερζάκη

  Τον «Οριενταλισμό» τον διάβασα το καλοκαίρι του 2006. Συγκεκριμένα τον τέλειωσα στις 26-8-2006 (έχω τη συνήθεια όταν διαβάζω ένα βιβλίο, να γράφω στην τελευταία σελίδα τη μέρα που το τέλειωσα). Ήθελα να γράψω μια βιβλιοκριτική γι αυτόν, όμως το γεγονός ότι ήταν ένα παλιό βιβλίο έκανε απίθανη τη δημοσίευσή της σε οποιοδήποτε έντυπο. Και blog δεν είχα ακόμη. Το ξεκίνησα, χάρις στη Σταυρούλα Σκαλίδη, στις 29-11-2006. Το να γράψω για αυτό το βιβλίο, αφού έφτιαξα το blog, ήταν για μένα μια εκκρεμότητα που όλο την ανέβαλα. Επίσης το να γράψω μετά από καιρό αφού είχα διαβάσει το βιβλίο θα ήταν λίγο δύσκολο. Όμως ήξερα γενικά τι θα έγραφα, και είχα υπογραμμίσει αρκετά σημεία, τα οποία κάθισα και διάβασα σήμερα το πρωί. Σήμερα, 25η Μαρτίου, εθνική και θρησκευτική γιορτή και αργία –χρόνια πολλά στους Βαγγέληδες και τις Ευαγγελίες-αποφάσισα επί τέλους να γράψω γι αυτό το βιβλίο.
  Πριν ξεκινήσω όμως θα ήθελα να ξαναγράψω για τις «Ρίζες της σύμπτωσης» που φαίνονται να με καταδιώκουν. Βρισκόμουν κάπου στη μέση του βιβλίου και σκέφτηκα να κοιτάξω ποιος είναι ο μεταφραστής. Και διαπίστωσα με έκπληξη ότι είναι ο Φώτης ο Τερζάκης, αγαπητός φίλος, για χρόνια μέλος και αυτός στην ομάδα κοινωνικής ανθρωπολογίας που συμμετέχω, που βρίσκεται υπό την καθοδήγηση του Σωτήρη Δημητρίου (όχι του λογοτέχνη, αλλά του κοινωνικού ανθρωπολόγου και θεωρητικού του κινηματογράφου). Βέβαια όταν το διάβασα ήξερα ποιος το είχε μεταφράσει, αλλά μετά από τόσα χρόνια το ξέχασα.
  Και η σύμπτωση: έμαθα ότι αύριο (δηλαδή σήμερα που αναρτάται η βιβλιοκριτική) η Ελευθεροτυπία στο ένθετό της θα δημοσιεύσει μια εκτενή βιβλιοκριτική του Φώτη για το βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας», για την οποία άλλωστε με είχε ενημερώσει ο ίδιος εδώ και αρκετό καιρό (Τη διάβασα, μου άρεσε πολύ, Φώτη σε ευχαριστώ και από αυτές τις γραμμές). Τι θαυμάσια ευκαιρία λοιπόν να αναρτήσω αύριο τη βιβλιοκριτική αυτή που γράφω σήμερα αφιερώνοντάς του την. Όσο για τη δική του, θα την αναρτήσω όταν θα υπάρξει το κείμενο ηλεκτρονικά. Ελπίζω δηλαδή να υπάρξει, αλλιώς θα τη σκανάρω (παρεμπιπτόντως, να μια λέξη που δεν ξέρω αν έχει αποδοθεί ελληνικά).
  Είχα σημειώσει σε μια τελευταία κενή σελίδα τι περίπου θα έγραφα, με την υπόδειξη να ξεκινήσω από τη σελίδα 328 του βιβλίου.
  Και πρώτα πρώτα από μια περίοδο που συνοψίζει και το περιεχόμενο του βιβλίου: «..όπως αυτό το βιβλίο προσπάθησε να δείξει, το Ισλάμ έχει όντως παρερμηνευθεί από τη Δύση». Και πού το στηρίζει αυτό ο Said; Σε ένα γνωσιολογικό θέμα, ή καλύτερα σε έναν φιλοσοφικό αγνωστικισμό, που τον διατυπώνει στη συνέχεια ως εξής: «-το πραγματικό ζήτημα είναι αν όντως μπορεί να υπάρξει αληθινή αναπαράσταση του οποιουδήποτε πράγματος, ή αν οποιαδήποτε αναπαράσταση, ακριβώς επειδή είναι αναπαράσταση, είναι ριζωμένη κατ’ αρχήν στη γλώσσα κι εν συνεχεία στην κουλτούρα, στους θεσμούς και στο πολιτικό περιβάλλον αυτού που τη διενεργεί. Αν η τελευταία πρόταση είναι αληθινή (όπως όντως πιστεύω ότι είναι), τότε πρέπει να είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε το γεγονός ότι μια αναπαράσταση είναι εξ ορισμού εμπλεγμένη, ενσφηνωμένη, συνυφασμένη, διαπλεγμένη με ένα σωρό πράγματα παράλληλα με την ‘αλήθεια’ η οποία είναι και η ίδια μια αναπαράσταση». Και στην επόμενη σελίδα: «Οι αναπαραστάσεις είναι μορφοποιήσεις, ή, όπως έλεγε ο Ρολάν Μπαρτ για όλα τα ενεργήματα της γλώσσας, είναι παραμορφώσεις. Η Ανατολή ως αναπαράσταση στην Ευρώπη είναι μορφοποιημένη – ή παραμορφωμένη-…». Σωστή η θέση, όμως αν ακολουθούσαμε ένα νέο-θετικισμό θα έπρεπε να εγκαταλείψουμε κάθε προσπάθεια για κατάκτηση της αλήθειας, αφού αυτή είναι αναπαράσταση, και συνεπώς παραμόρφωση. Όμως ο νέο-θετικισμός δεν έχει θέση στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Μπορεί η αλήθεια να είναι μια αναπαράσταση, μπορεί το καθαυτό, η ουσία ενός πράγματος, να είναι a priori ασύλληπτη, όμως υπάρχουν αναπαραστάσεις περισσότερο ή λιγότερο ευκρινείς, όπως η φωτογραφία ενός ανθρώπου που πάρθηκε από μια κάμερα υψηλής ανάλυσης σε σύγκριση με μια άλλη φωτογραφία του που πάρθηκε από ένα gadget (έτσι χαρακτηριζόταν η πρώτη ψηφιακή μηχανή που αγόρασα - 30 χιλιάρικα, δεν μπορούσα να διαθέσω περισσότερα - τέλη του 2000, με την οποία έβγαλα φωτογραφίες σε ένα συνέδριο που πήγα στο Κάιρο. Το περισσότερο που μπορώ να πω για αυτές είναι ότι τουλάχιστον αναγνωριζόταν τα πρόσωπα).  Παρεμπιπτόντως η Imagologie μελετάει ακριβώς αυτό, την εικόνα και τα στερεότυπα που διαμορφώνουμε για διάφορους λαούς, στη βάση ποιων παραγόντων γίνεται αυτή η διαμόρφωση, τι «παραμορφώσεις» δημιουργούνται, κ.λπ.
  Η πρώτη έκδοση του βιβλίου έγινε το 1978. Από τότε, με τις εξελίξεις που συντελέστηκαν στον Ισλαμικό κόσμο, μπορούμε να πούμε ότι το Ισλάμ δεν είχε παρερμηνευτεί από τη Δύση, τουλάχιστον στο βαθμό που νόμιζε ο Said.
  Μια ακόμη παρατήρηση. Ο Said γράφει ότι ο Οριενταλισμός (όρος, παρεμπιπτόντως, που σπάνια απαντάται σήμερα) τράφηκε από κείμενα συγγραφέων όπως ο Φλωμπέρ, ο Νερβάλ, ο Ρενάν κ.ά. Σήμερα η εικόνα που τρέφει ο πολύς κόσμος για το Ισλάμ δεν προέρχεται τόσο από σχετικές αναλύσεις - έστω και από τις στήλες εφημερίδων- για τα τεκταινόμενα στις ισλαμικές χώρες, όσο από τα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ και προ παντός από τις εικόνες στην τηλεόραση. Προπαγάνδα βέβαια μπορεί να υπάρχει. Μια ψευδής είδηση, για παράδειγμα ότι οι Ταλιμπάν ανατίναξαν το επτακοσιοστό σχολείο θηλέων στο Αφγανιστάν ενώ στην πραγματικότητα είναι μόνο το τριακοσιοστό, δίνει παρ’ ολ’ αυτά μια εικόνα για το Ισλάμ στην ακραία εκδοχή του. Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός σήκωσε κεφάλι αφού το βιβλίο του Said είχε ήδη εκδοθεί.
  Υπάρχει και μια άλλη διάψευση, εντελώς πρόσφατη. Διαβάζουμε:
  «οι επαναστατικές αναταραχές στους Άραβες έχουν το βάρος που έχει το σήκωμα μιας καμήλας, αξίζουν τόση προσοχή όση τα φληναφήματα λίγων αγροίκων. Όλη η κανονική οριενταλική φιλολογία θα είναι για τους ίδιους ιδεολογικούς λόγους ανίκανη να εξηγήσει ή να προβλέψει έστω και μία από τις μεγάλες επαναστατικές αναταραχές στον αραβικό κόσμο του εικοστού αιώνα» (σελ. 380).
  Του εικοστού πρώτου όμως;
  Ίσως να μην μπορούν να εξηγήσουν, πολύ περισσότερο να προβλέψουν, όμως δεν είναι καθόλου αδιάφοροι. Τα τελευταία γεγονότα στη Λιβύη το αποδεικνύουν.
  Ο Said (1935-2003) είναι η αντικατοπτρική εικόνα του Νόαμ Τσόμσκι. Παλαιστίνιος ο ένας, Εβραίος ο άλλος, μοίρασαν το χρόνο τους (ο Τσόμσκι, ζωή να ’χει, τον μοιράζει ακόμη) ανάμεσα στην πολιτική και την επιστήμη. Ο ένας θεωρητικός της λογοτεχνίας, ό άλλος γλωσσολόγος. Και, ας το ξαναγράψω άλλη μια φορά, ο Said ζήτησε στον τάφο του, όταν θα πέθαινε, να απαγγείλουν το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» του Καβάφη. Το έμαθα από ένα απόκομμα εφημερίδας που μου έστειλε ηλεκτρονικά μια φίλη, λίγες μέρες μετά το θάνατό του.

  Το παρακάτω κείμενο έμεινε ημιτελές, εδώ και χρόνια. Σκόπευα να γράψω κάτι εκτενέστερο για την Φάτεμα Μερνίση της οποίας έχω διαβάσει τρία τέσσερα βιβλία, αλλά δεν τα κατάφερα. Ξαναδιαβάζοντάς το τώρα βλέπω ότι μιλάω περισσότερο για τον Σαῒντ, και έτσι σκέφτηκα να το προσθέσω στη βιβλιοκριτική που έγραψα για το βιβλίο του.

Mernisi-Said: καταγγέλοντας την ιμαγκολογία του Ισλάμ.

  Η Φάτεμα Μερνίση και ο Έντουαρντ Σαῒντ είναι δυο καταξιωμένοι επιστήμονες, αραβικής καταγωγής και οι δυο. Ο Έντουαρντ Σαῒντ, παλαιστινιακής καταγωγής που εργάστηκε στις ΗΠΑ, είναι γνωστός στην Ελλάδα κυρίως από το έργο του «Οριενταλισμός». Η Φάτεμα Μερνίση δεν είναι, από όσο ξέρω, γνωστή στην Ελλάδα. Μαροκινή, καθηγήτρια κοινωνιολογίας, φεμινίστρια, έχει αφιερώσει το έργο της στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της γυναίκας.
  Διάβασα περίπου ταυτόχρονα τον «Οριενταλισμό» του Σαῒντ και το «Η Σεχεραζάντ πηγαίνει δυτικά» (στην αγγλική του μετάφραση) της Μερνίση, και είδα ότι έχουν ορισμένα κοινά σημεία. Αυτό μου έδωσε την ιδέα ενός παράλληλου σχολιασμού.
  Το πρώτο κοινό τους σημείο είναι ότι είναι και οι δυο αραβικής καταγωγής. Το δεύτερο, ότι είναι πανεπιστημιακοί. Το τρίτο, ότι γράφουν σε ξένη γλώσσα, όχι τη μητρική τους.
  Και η πρώτη διαφορά: Ο Σαῒντ γράφει αγγλικά, η Μερνίσι γαλλικά.
  Και η δεύτερη: Ο Σαῒντ σταδιοδρομεί ως πανεπιστημιακός στην Αμερική, ενώ η Μερνίση σε μαροκινό πανεπιστήμιο.
  Και η τρίτη: Ο Σαῒντ υπερασπίζεται το Ισλάμ απέναντι στη Δύση. Η Μερνίσι καταγγέλλει το Ισλάμ σαν καταπιεστικό για τις γυναίκες. Όχι σαν σύστημα θρησκευτικών αντιλήψεων και ιδεών, αλλά σαν διαστρεβλωμένη εφαρμογή του στην πράξη. Σε σχετική ιστοσελίδα στο Ίντερνετ διαβάζω ότι είναι η μοναδική «διαφωνούσα» που ζει και εργάζεται στο Μαρόκο και όχι σε εξορία, σε κάποια χώρα της Δύσης.
  Τα δυο βιβλία έχουν το εξής κοινό χαρακτηριστικό: Κατηγορούν τη Δύση για μια παραποιημένη εικόνα: Ο Σαῒντ του Ισλάμ γενικά, η Μερνίση του χαρεμιού. Περιέργως δεν αναφέρουν καθόλου τη λέξη «Imagologie», που σημαίνει τον επιστημονικό κλάδο ο οποίος ασχολείται με την εικόνα που δημιουργούν οι άνθρωποι για μια συγκεκριμένη κουλτούρα και τους ανθρώπους που ζουν σ’ αυτή. Η παραποίηση της εικόνας του άλλου είναι λίγο πολύ δεδομένη. Το ζήτημα είναι ο βαθμός της παραποίησης και τα αίτια της παραποίησης αυτής. Οι αποικιοκρατικές βλέψεις των Ευρωπαίων, και συγκεκριμένα της Αγγλίας και της Γαλλίας, είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνες για αυτή την παραποίηση, για να πάρουν τη σκυτάλη στη συνέχεια οι ιμπεριαλιστικές βλέψεις των ΗΠΑ.
  Αυτά που λέει ο Σαῒντ είναι γνωστά, όμως το ζήτημα είναι πως τα τεκμηριώνει. Σε κάποια σημεία καταφέρνει εντελώς τα αντίθετα αποτελέσματα. Διαβάζουμε για παράδειγμα «…όπως αυτό το βιβλίο προσπάθησε να δείξει, το Ισλάμ έχει όντως παρερμηνευθεί ριζικά από τη Δύση – το πραγματικό ζήτημα είναι αν όντως μπορεί να υπάρξει αληθινή αναπαράσταση του οποιουδήποτε πράγματος, ή αν οποιαδήποτε αναπαράσταση, ακριβώς επειδή είναι αναπαράσταση, είναι ριζωμένη κατ’ αρχήν στη γλώσσα κι εν συνεχεία στην κουλτούρα, στους θεσμούς και στο πολιτικό περιβάλλον αυτού που τη διενεργεί. Αν η τελευταία πρόταση είναι αληθινή (όπως όντως πιστεύω ότι είναι), τότε πρέπει να είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε το γεγονός ότι μια αναπαράσταση είναι εξ ορισμού εμπλεγμένη, ενσφηνωμένη, συνυφασμένη, διαπλεγμένη με ένα σωρό πράγματα παράλληλα με την «αλήθεια», η οποία είναι και η ίδια μια αναπαράσταση» (σελ. 328).
    Αν όντως έτσι είναι τα πράγματα (όπως όντως κι εγώ πιστεύω ότι είναι), προς τι η τόση φασαρία; Για να θυμίσουμε κάτι που οι περισσότεροι έχουν την τάση να ξεχνάνε;
  Ο Σαῒντ είναι φιλόλογος, και σαν τέτοιος μπορεί και κρίνει με περισσή επάρκεια τα έργα των οριενταλιστών, των μελετητών δηλαδή της Ανατολής, και να καταδείξει με ποιο τρόπο οι ιδέες τους είναι εμπλεγμένες, ενσφηνωμένες, συνυφασμένες, διαπλεγμένες.
  Σε αρκετά σημεία σε προηγούμενες σελίδες αναπτύσσει την παραπάνω γνωσιοθεωρητική ιδέα. «Η αλήθεια», γράφει, «με λίγα λόγια», γίνεται μια συνάρτηση  της κρίσης του ειδικού, όχι του ίδιου του υλικού, το οποίο κάποιες στιγμές μοιάζει να χρωστά και την ίδια του την ύπαρξη ακόμα στον Οριενταλιστή» (σελ. 87). Και πιο κάτω: «Η ιδέα σε κάθε περίπτωση είναι ότι άνθρωποι, τόποι και εμπειρίες μπορούν πάντοτε να περιγραφούν από ένα βιβλίο, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που το βιβλίο (ή το κείμενο) αποκτά κάποτε μεγαλύτερη αυθεντία και χρήση από ό,τι η πραγματικότητα την οποία περιγράφει» (σελ. 118). Στην πιο γενική και απλή της διατύπωση, η αντίληψη αυτή λέγει ότι η ιδέα που έχουμε για την πραγματικότητα δεν είναι η ίδια η πραγματικότητα. Η κοινωνική ανθρωπολογία το ξέρει αυτό καλά αυτό, γι’ αυτό και ο Σαῒντ επιστρατεύει και τον Λεβί Στρώς προς επίρρωση των λεγομένων του (σελ. 71).
  Το ζήτημα είναι βέβαια κατά πόσο η εικόνα που έχει ο ανατολίτης για τον ίδιο του τον εαυτό είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα από εκείνη που έχει ο δυτικός οριενταλιστής. Αυτό βέβαια δεν συζητιέται. Απλώς όλο το βιβλίο υπονομεύει τις αντιλήψεις που προτείνουν οι οριενταλιστές για τους Άραβες και το Ισλάμ. Ιδέες που επαναλαμβάνει ο ένας μετά τον άλλο. «Η γνώση δεν χρειάζεται πλέον εφαρμογή στην πραγματικότητα. Γνώση είναι αυτό που περνά σιωπηλά, χωρίς σχόλια, από ένα κείμενο σ’ ένα άλλο. Οι ιδέες προπαγανδίζονται και διασπείρονται ανωνύμως, επαναλαμβάνονται δίχως ρητή αναγνώριση. Έχουν κυριολεκτικά καταστεί idées reçues: εκείνο που μετρά είναι το ότι υπάρχουν, επαναλαμβάνονται, αντηχούν και απηχούνται άκριτα» (σελ. 145).
  Και πιο κάτω:
  «Θέση μου είναι ότι οι ουσιαστικές όψεις της σύγχρονης οριενταλιστικής θεωρίας και πράξης (από τις οποίες πηγάζει ο Οριενταλισμός των ημερών μας) μπορούν να κατανοηθούν όχι ως μία ξαφνική πρόσβαση στην αντικειμενική γνώση για την Ανατολή, αλλά σαν ένα σύνολο δομών κληρονομημένο από το παρελθόν, εκκοσμικευμένο, επαναπροσφερόμενο κι επαναδιαμορφούμενο από επιστήμες όπως η φιλολογία, οι οποίες με τη σειρά τους ήταν φυσικοποιημένα, εκσυγχρονισμένα και λαϊκοποιημένα υποκατάστατα (ή παραλλαγές) του χριστιανικού υπερβατισμού» (σελ. 151). 
  Ειρωνεύεται αποφάνσεις του τύπου «το ξίφος του Μωάμεθ και το Κοράνι είναι οι πεισματικότεροι εχθροί του Πολιτισμού, της Ελευθερίας και της Αλήθειας που γνώρισε ποτέ ο κόσμος» (σελ. 184). Και πιο κάτω, για το Κοράνι: «ένα ανιαρό συγχυσμένο συνονθύλευμα, άτεχνο, ανολοκλήρωτο. Ατέλειωτες επαναλήψεις, μακρηγορίες, μπλεξίματα. Κακότεχνο στον υπέρτατο βαθμό – μια ανυπόφορη ανοησία, με λίγα λόγια» (σελ. 196).
   Το παρακάτω απόσπασμα περιγράφει καθαρά, όχι τι είναι ο οριενταλισμός (κινούμαι στις δικές του γραμμές επιχειρηματολογίας) αλλά την αντίληψη που έχει ο Σαῒντ για το τι είναι Οριενταλισμός: «Στο σύστημα της γνώσης γύρω από την Ανατολή, η Ανατολή ήταν λιγότερο ένα πραγματικό μέρος απ’ ότι ένας τόπος, ένα σύνολο αναφορών, ένα σώμα χαρακτηρισμών που μοιάζει να έχει την προέλευσή του σε ένα εδάφιο, ή στα αποσπάσματα κάποιου κειμένου, ή σε μια παράθεση από κάποιου άλλου το έργο γι’ αυτήν, ή σε ένα απόσπασμα από προηγούμενη φαντασία, ή σε ένα αμάλγαμα απ’ όλα αυτά. Συχνά τα γραπτά για την Ανατολή παρουσιάζουν άμεσες παρατηρήσεις ή εμπεριστατωμένες αναφορές, αλλά πάντοτε αυτές είναι δευτερεύουσες απέναντι σε συστηματικά καθήκοντα άλλου είδους» (σελ. 215).
  Πιο κάτω διαβάζουμε:
  «Το γιατί η Ανατολή φαίνεται ακόμη να υπαινίσσεται όχι μόνο γονιμότητα αλλά και σεξουαλική υπόσχεση (και κίνδυνο), ακαταπόνητη αισθησιακότητα, βαθιές γενετήσιες δυνάμεις, είναι κάτι για το οποίο μόνο υποθέσεις μπορεί να κάνει κάποιος: δυστυχώς δεν είναι αυτό το αντικείμενο της ανάλυσής μου εδώ, παρόλη τη συχνότητα με την οποία επανέρχεται» (σελ. 229).
  Πιο κάτω όμως δίνει την απάντηση χωρίς να το καταλαβαίνει, υπονομεύοντας το «υπαινίσσεται»: «…έτσι και η Ανατολή ήταν ένας τόπος όπου μπορούσε να αναζητήσει κανείς σεξουαλική εμπειρία η οποία δεν ήταν προσιτή στην Ευρώπη. Πρακτικά, κανένας Ευρωπαίος συγγραφέας που έγραψε ή που ταξίδεψε στην Ανατολή την περίοδο μετά το 1800 δεν εξαίρεσε τον εαυτό ή της από μια τέτοια αναζήτηση» (σελ. 231-232) και συνεχίζει απαριθμώντας ονόματα.
  Το «της» μου άρεσε. Δεν ήταν λοιπόν μόνο άντρες αλλά και γυναίκες που αναζητούσαν σεξουαλικές περιπέτειες στην Ανατολή. Για τον ίδιο σκοπό δεν έρχονται και σε μας οι «βόρειες» στις καλοκαιρινές τους διακοπές, για να απολαύσουν σεξ με θερμόαιμους Έλληνες; Ο Βασίλης Βασιλικός έχει γράφει και βιβλίο γι αυτό, «Τα καμάκια». Πώς διαμορφώθηκε στις βόρειες αυτές η ιδέα ότι η Ελλάδα είναι η χώρα του σεξ; Μα από αφηγήσεις άλλων συμπατριωτισσών τους, από τον τύπο, κλπ. Εδώ θα έλεγα ότι η ιδέα για την πραγματικότητα (ότι η Ελλάδα είναι χώρα του σεξ) με την ίδια την πραγματικότητα,  δεν απέχουν και πολύ η μια από την άλλη, τουλάχιστον για τις δεκαετίες του ’70 και του ’80.
  Για να συνοψίσω: Πόσο απέχει η ιδέα που έχουν οι δυτικοί για την Ανατολή από την ίδια την Ανατολή; Ο Σαῒντ, υπερασπιζόμενος τους συμπατριώτες του, υποστηρίζει ότι απέχει πολύ. Οι δυτικοί υποστηρίζουν ότι απέχει λίγο. Και το ερώτημα είναι: η ποσότητα γίνεται ποιότητα; Ο βαθμός απόκλισης φέρνει δραματικές αλλαγές (σε στάσεις, συμπεριφορές κ.λπ. των δυτικών) απέναντι στην Ανατολή;
  Εκεί που σταματάει ο Σαῒντ ξεκινάει η Μερνίση: Στο «Η Σεχεραζάντ πάει δυτικά» προσπαθεί να καταλάβει γιατί το χαρέμι απεικονίζεται σαν χώρος αισθησιασμού, κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα (υποστηρίζει η Μερνίση). Αλλά για τη Μερνίση θα μιλήσουμε μετά. Πάντως, αυτή η αντίληψη για την Ανατολή, που τόσο ο Σαῒντ όσο και η Μερνίση θεωρούν λαθεμένη, είναι σήμερα διαδομένη για κάποιες χώρες της Άπω Ανατολής. Εγώ δεν κάνω υποθέσεις, έχω έτοιμη απάντηση: Τα media. Άρθρα και ρεπορτάζ για το φτηνό σεξ σε αυτές τις χώρες κάνουν συχνά την εμφάνισή τους.
  Παρακάτω δίνει την εξέλιξη του Οριενταλισμού, η οποία τον απασχολεί περισσότερο: «Ο Οριενταλισμός, που είναι το σύστημα της ευρωπαϊκής και δυτικής γνώσης πάνω στην Ανατολή, γίνεται συνώνυμος με την ευρωπαϊκή κυριαρχία στην Ανατολή» (σελ. 239).
  Σε κάποιο σημείο θα μπορούσε να κατηγορήσει κανείς τον Σαῒντ για διαστρέβλωση της ίδιας της ιστορίας. Γράφει κάπου για τη «σιωνιστική εισβολή και αποικιοποίηση της Παλαιστίνης εις βάρος κα εναντίον των αυτοχθόνων Αράβων κατοίκων» (σελ. 384).
  Δεν ξέρω πόσα χρόνια πρέπει να κατοικεί κανείς σε μια περιοχή για να αποκτήσει την ιδιότητα του αυτόχθονα. Χίλια πεντακόσια χρόνια; Γιατί πριν 1500 χρόνια οι Άραβες υπήρχαν μόνο στην αραβική χερσόνησο. Μήπως και η τουρκική μειονότητα στην Κύπρο, που την κατοίκησαν μετά το 1570, είναι κι αυτοί αυτόχθονες;   

  Σε τελευταία ανάλυση κανείς λαός δεν είναι αυτόχθονας. Απλά μιλάμε για το πόσο νωρίς ή πόσο αργά ήλθε σε μια περιοχή. Εμείς στην Κύπρο ήλθαμε πολύ πιο νωρίς από τους τούρκους και πήραμε τη θέση των φοινίκων. Και εμείς οι κρητικοί, απόγονοι δωριέων, κάπου τρεις χιλιάδες χρόνια πριν πήραμε τη θέση των μινωιτών, οι οποίοι απωθήθηκαν ανατολικά, στην Πραισό. Μέχρι που κάποτε οι γεραπετρίτες, καθαροί δωριείς (ο Ρήγας στο Χάρτη του, που τον είδα στην Τήνο, ονομάζει την περιοχή «Δωρίδα»), όταν πληροφορήθηκαν ότι οι πραισιώτες είχαν πάει σε κάποια γειτονική πόλη, για κάποια γιορτή νομίζω, και η πόλη ήταν αφύλακτη, πήγαν και την έκαναν στάχτη. 
  Με έκπληξη διαβάζω σήμερα, 5-7-16, ψάχνοντας για τη Μερνίσι στο διαδίκτυο, ότι πέθανε πέρισυ τον Νοέμβρη. Ένας δεύτερος θάνατος που με θλίβει βαθιά, μετά του Αμπάς Κιαροστάμι, που πέθανε χθες. 
Post a Comment