Book review, movie criticism

Wednesday, March 23, 2011

Κώστας Βάρναλης, Ο λαός των μουνούχων

Κώστας Βάρναλης, Ο λαός των μουνούχων, Κέδρος 2010, σελ. 232

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια κριτική έκδοση τριών πεζογραφημάτων του διακεκριμένου ποιητή από τον Βασίλη Αλεξίου

Οι εκδόσεις Κέδρος εξέδωσαν σε κριτική έκδοση, επιμελημένη από τον επίκουρο καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Βασίλη Αλεξίου, τα τρία πρώτα πεζογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, ο οποίος διακόνησε κατά βάση την ποίηση. Τα πεζογραφήματα αυτά είναι «Ο λαός των Μουνούχων», που δίνει και τον τίτλο και στον τόμο, η «Ιστορία του Αγίου Παχωμίου» και «Οι φυλακές». Τα δύο τελευταία συμπεριελήφθησαν στον τόμο «Πεζός λόγος» που εκδόθηκε το 1956, όχι όμως και ο «Λαός των Μουνούχων», που, όπως γράφει ο Αλεξίου, «ουσιαστικά θα το αποκηρύξει» (σελ. 155).
Όπως παρατηρεί ο Αλεξίου, και τα τρία πεζογραφήματα χαρακτηρίζονται από μια απαισιοδοξία. Γραμμένα μετά τη στράτευση του Βάρναλη στην Αριστερά, που πραγματοποιήθηκε κατά την παραμονή του στη Γαλλία ως υπότροφος μέχρι την ανατροπή του Βενιζέλου το 1922, αντιμετωπίστηκαν με δυσπιστία από την αριστερή κριτική, καθώς αποκλίνουν από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό που χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία και θετικούς ήρωες κατάλληλους προς μίμηση. Εκτός από την απαισιοδοξία, η «αλητογραφία» του Βάρναλη, με τους περιθωριακούς της ήρωες που ήταν στη μόδα την εποχή εκείνη, υποθέτουμε ότι δεν μπορεί παρά να βρήκε αντίθετη την ορθόδοξη μαρξιστική κριτική, παρά τον κριτικό της χαρακτήρα (κριτικός νατουραλισμός χαρακτηρίστηκε η πρόζα του).
Όμως ας καταγράψουμε τις εντυπώσεις μας από την ανάγνωσή τους.
Ο λαός των Μουνούχων είναι κάτι σαν κοσμογονικό, ή καλύτερα ανθρωπογονικό, παραμύθι. Οι Μουνούχοι, όπως και οι πρωτόπλαστοι, ζουν σε ένα καθεστώς μακαριότητας και ανίας, καθώς είναι αθάνατοι. Έχουν αποφύγει τον υπερπληθυσμό με το να ευνουχιστούν. Εκπίπτουν, ή μάλλον δραπετεύουν από αυτό τον πληκτικό παράδεισο στον κόσμο (τους τον δείχνει ο Περιπλανώμενος Ιουδαίος), και από τότε εξελίσσονται σε μια κοινωνία παρόμοια με τη δική μας, με ανισότητες και αδικίες.
Το έργο δημοσιεύτηκε το 1923. Οι τελευταίες σελίδες προσλαμβάνονται με ένα διαφορετικό τρόπο όταν διαβάζονται σήμερα, μετά τις φοβερές ανατροπές που συντελέστηκαν στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο, που τότε ήταν ακόμη ανύπαρκτο, υπήρχε μόνο η σοσιαλιστική πατρίδα. Οι δυο τελευταίες σελίδες σήμερα διαβάζονται προφητικά.
«Αυτοί οι γειτόνοι κατεβήκανε μια μέρα στη χώρα των Μουνούχων για να τους φέρουνε με το στανιό στον ίσο δρόμο: να τους κάνουνε δίκιους και καλούς ανθρώπους∙ να καθαρίσουνε μια λάσπη που μοναχά μιάσματα γεννούσε» (σελ. 42). Η σκέψη πάει αμέσως στην ΕΣΣΔ που «ελευθέρωσε» τις χώρες του σοσιαλιστικού μπλοκ μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. «Έτσι, ο λαός, κουρασμένος, ξεσοϊσμένος, άρρωστος όπως ήτανε, δέχτηκε με μίσος και καχυποψία τη λευτεριά που του δώσανε οι ξένοι. Αυτός ήθελε τους αφεντάδες τους δικούς του! Με πλήθος παραμύθια και τραγούδια νοσταλγούσε την αντρειά τους, τη δύναμή τους, τη δόξα τους, την ευτυχιά τους. Και πάντα πρόσμενε με λαχτάρα κρυφή το γυρισμό τους και τις παλιές του αλυσίδες. Έτσι, αντιστάθηκε όσο μπορούσε στη Νέα Ζωή» (σελ. 43). Αντιστάθηκε έντονα δυο φορές, μια στην Ουγγαρία το 1956 και μια στην Τσεχοσλοβακία το 1967. Τελικά το όνειρό του πραγματοποιήθηκε το 1989, με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων.
Τώρα δεν μένει παρά να επαληθευτεί και το υπόλοιπο της προφητείας: «Σήμερα δεν υπάρχει κανένας απ’ αυτούς». Θα υπάρξει άραγε ένα καινούριο Ισλάμ, καινούριοι Άραβες που θα κατοικήσουν σ’ αυτές τις περιοχές, όπως έγινε στην Αίγυπτο και στο Μαγκρέμπ; Ή καλύτερα όπως στην Ουγγαρία, που οι σημερινοί της κάτοικοι, απ’ όσο ξέρω, δεν είναι παρά απόγονοι του Τζέκινς Χαν;
Με την ίδια δυσπιστία αντιμετωπίζει ο Βάρναλης τον λαό και στα δυο επόμενα έργα. Στην «Ιστορία του Αγίου Παχωμίου» σατιρίζει τον μοναχισμό. Παρουσιάζει τους μοναχούς και τις μοναχές να ξεφεύγουν τελικά από το θανατερό αγκάλιασμά του, αλλά για να κερδίσουν τι; Γύρισαν στον γνωστό κόσμο της διαφθοράς και της απάτης.
Η δυσπιστία στον λαό, που τώρα πια αντιμετωπίζεται ως όχλος, γίνεται ακόμη πιο έντονη στις «Φυλακές». Όλος ο λαός του νησιού ξεσηκώνεται στην προοπτική του να καταργηθούν οι φυλακές, που δίνουν δουλειά σε όλους. Ένας δημαγωγός τους ξεσηκώνει, και πηγαίνουν και τις πυρπολούν καίγοντας ζωντανούς τους φυλακισμένους. Η απελπισία τους ήταν απερίγραπτη όταν έμαθαν ότι τις έκαψαν τζάμπα και βερεσέ, αφού η κυβέρνηση είχε ήδη ενδώσει στις πιέσεις τους να μην καταργηθούν, αλλά αυτοί δεν το πληροφορήθηκαν έγκαιρα.
Το αφήγημα που ξεκινάει με έναν εσωτερικό μονόλογο σαν αυτόν του ήρωα του «Υπόγειου» του Ντοστογιέφσκι, γεμάτο ενδοσκοπήσεις και αναδρομές, εστιάζει στο τέλος στο επεισόδιο με τις φυλακές. Όμως, καθώς βρίσκεται μετέωρο ανάμεσα στον ρεαλισμό και στο φανταστικό-το όλο επεισόδιο φαντάζει ολοφάνερα υπερβολικό για να μπορεί να συμβεί στην πραγματικότητα-ο Βάρναλης, με μια αφηγηματική επινόηση, παραμερίζει τον μπερντέ, βγάζει την φιγούρα του αφηγητή του και εμφανίζεται ο ίδιος σαν συγγραφέας που έχει επινοήσει την παραπάνω ιστορία (Παρεμπιπτόντως, η εικόνα ενός φανατικού όχλου από τον οποίο υποφέρουν οι ήρωες όπως παρουσιάζεται στον Τόμας Χάρντι, εμφανίζεται με τα ίδια «πυρομανικά» χαρακτηριστικά στο τελευταίο έργο της Ευγενίας Φακίνου που έχει τον τίτλο «Οδυσσέας και μπλουζ». Εδώ οι κάτοικοι του χωριού βάζουν φωτιά στο σπίτι του ήρωα για να τον κάψουν ζωντανό μαζί με τη φίλη του. Αυτοί όμως καταφέρνουν και ξεφεύγουν).
Πάντως η εικόνα ενός νησιού που θα υποφέρει όταν απομακρυνθούν οι φυλακές δεν βρίσκεται μακριά από την πραγματικότητα. Την κατάσταση αυτή την έζησαν οι κάτοικοι της Ελούντας όταν έκλεισε η Σπιναλόγκα μετά την ανακάλυψη της θεραπείας της λέπρας.
Έχουν ειπωθεί πολλά για τη γλώσσα του Καζαντζάκη, όμως η γλώσσα του Βάρναλη, μια ιδιωματική δημοτική, έχει περισσότερες άγνωστες λέξεις. Ο Αλεξίου στο τέλος παραθέτει γλωσσάρι. Η ανάλυση που κάνει και των τριών έργων είναι εμβριθής και διεισδυτική, και καλύπτει, μαζί με τον υπομνηματισμό και τις σημειώσεις, 45 σελίδες του βιβλίου. Τέλος ο Αλεξίου παραθέτει ένα κριτικό ανθολόγιο με κείμενα επιφανών κριτικών για τα πεζά αυτά του Βάρναλη, όπως είναι ο Τίτος Πατρίκιος, ο Πέτρος Πικρός, ο Άριστος Καμπάνης, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Βάσος Βαρίκας και άλλοι.
Ο Κώστας Βάρναλης είναι από τους κορυφαίους συγγραφείς μας, και θα πρέπει το σύνολο του έργου του να επανεκδοθεί κριτικά. Ο Βασίλης Αλεξίου έχει κάνει μια πολύ καλή αρχή. Και για τον Καζαντζάκη διάβασα ότι ετοιμάζονται κριτικές εκδόσεις των έργων του. Είδωμεν.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment