Book review, movie criticism

Wednesday, November 2, 2011

Μάγδα Πίκη, Στις τελευταίες νότες του βαλς

Μάγδα Πίκη, Στις τελευταίες νότες του βαλς

Παρουσίαση του μυθιστορήματος της Μάγδας Πίκη «Οι τελευταίες νότες του
βαλς» (Ενάλιος 2000) στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης Ηλιούπολης, Δευτέρα 12 Ιουνίου 2000.

Με μεγάλη μου χαρά βρίσκομαι απόψε κοντά σας, για να παρουσιάσω το τελευταίο μυθιστόρημα της κ. Μάγδας Πίκη με τίτλο Στις τελευταίες νότες του βαλς. Ευχαριστώ τον Γιώργο Βοϊκλή για την τιμή που μου έκανε, να μου προτείνει την παρουσίαση αυτού του βιβλίου. Επίσης τον ευχαριστώ για την ευχάριστη βραδιά που πέρασα σπίτι του πριν από μια βδομάδα, κάνοντας έτσι τη γνωριμία της αξιαγάπητης συγγραφέως.
Το πρώτο χαρακτηριστικό του έργου της Μάγδας Πίκη είναι η άνεση γραφής. Υπάρχουν συγγραφείς όπως ο Φλωμπέρ, που μπορούν να παλεύουν με μια φράση μια ολόκληρη μέρα, και συγγραφείς, όπως ο Ντίκενς και ο Ντοστογιέφσκι, που γράφουν με χειμαρρώδη τρόπο. Η Μάγδα Πίκη δείχνει να μη ταλαντεύτηκε ποτέ στην επιλογή μιας λέξης.
Το φυσικό, λιτό και αβίαστο ύφος της φαίνεται κυρίως στους διάλογους, που πλάθονται με μεγάλη άνεση και καταλαμβάνουν ένα σημαντικό τμήμα του έργου. Κάποιος που θα ήθελε να το κάνει ταινία ή σήριαλ, μια πρακτική που ακολουθείται συχνά στον χώρο της τηλεόρασης σήμερα, θα έβρισκε ανοικτό δρόμο μπροστά του.
Ως μελετητής των αφηγηματικών τεχνικών, που ήταν και το θέμα της διδακτορικής μου διατριβής, πρέπει να πω ότι με. εντυπωσίασε ιδιαίτερα ο τρόπος που χρησιμοποιεί η συγγραφέας την τεχνική του εγκιβωτισμού, που σημαίνει την παρουσίαση μιας ιστορίας μέσα στα πλαίσια μιας άλλης ιστορίας. Και για να δείξω καλύτερα τις αρετές αυτού του τρόπου, θα καταφύγω στην σύγκριση, με δυο έργα μιας διακεκριμένης συγγραφέως μας, της Μάρως Δούκα, που χρησιμοποιεί αυτή την τεχνική. Τα έργα αυτά είναι Εις τον πάτο της Εικόνας, που εκδόθηκε το 1990, και η Ουράνια μηχανική, το τελευταίο της έργο που εκδόθηκε πέρυσι (1999).
Στο Εις τον πάτο της εικόνας η Μάρω Δούκα παρουσιάζει έναν από τους ήρωες να γράφει ένα μυθιστόρημα. Το μυθιστόρημα αυτό είναι μια αντικατοπτρική ιστορία (mise en abyme είναι ο γαλλικός όρος, για τον οποίο έχω προτείνει την παραπάνω μετάφραση).
Τι σημαίνει αυτό.
Τα πρόσωπα και τα γεγονότα της εγκιβωτισμένης αυτής ιστορίας είναι πολύ όμοια με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις της εγκιβωτίζουσας ιστορίας, και κατά κάποιο τρόπο την φωτίζουν. Το μειονέκτημα είναι ότι δημιουργούν ένα αποστασιοποιητικό εφέ, όπως το εννοούσε ο Μπρεχτ, δυσλειτουργικό στο μυθιστόρημα.
Τι θέλω να πω μ’ αυτό.
Ενώ η κύρια ιστορία λειτουργεί στη βάση της λογοτεχνικής (κατά το θεατρικής) σύμβασης, να αναστέλλουμε τη γνώση ότι η ιστορία είναι φανταστική και να την εκλαμβάνουμε ψευδαισθητικά ως πραγματική, πράγμα που επιτρέπει μια μεγαλύτερη ταύτιση με τους ήρωες, με τους οποίους συμπάσχουμε για τις δυστυχίες που τους βρίσκουν, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί στην εγκιβωτισμένη ιστορία της Μάρως Δούκα. Αντίθετα στο έργο της Μάγδας Πίκη η εγκιβωτισμένη ιστορία παρουσιάζεται ως πραγματική, και συνιστά μάλιστα τον κύριο όγκο του έργου.
Στο δεύτερο έργο της Μάρως Δούκα, την Ουράνια μηχανική, η ιστορία δεν παρουσιάζεται αρχικά ως εγκιβωτισμένη, αλλά ως πραγματική συνέχεια της κύριας ιστορίας, και φυσικά δεν είναι αντικατοπτρική. Έτσι αίρεται το μειονέκτημα της εγκιβωτισμένης ιστορίας στο προηγούμενο έργο, δηλαδή η ελλιπής ταύτιση με τους ήρωες.
Όμως πρέπει να πληρωθεί ένα τίμημα γι αυτό. Και αυτό είναι η παρουσίαση της ιστορίας αυτής ως προϊόν φαντασιώσεων του ήρωα, στη διάρκεια του ταξιδιού του με τρένο στην Αθήνα. Το εφέ του απροσδόκητου λειτουργεί εδώ αρνητικά. Ο αναγνώστης νιώθει ότι τον εξαπάτησαν, και αισθάνεται απογοητευμένος που η τόσο συναρπαστική ιστορία δεν ήταν «πραγματική».
Η εγκιβωτισμένη ιστορία συμπλέκεται με την κύρια ιστορία και στα δύο έργα, μάλιστα ένας από τους ήρωες, βρίσκεται και στις δυο ιστορίες. Μόνο που στο έργο της Μάγδας Πίκη δεν υπάρχει αφηγηματική διάψευση. Η εγκιβωτισμένη ιστορία παρουσιάζεται ως πραγματική σε όλη την έκταση του έργου. Και η ιστορία αυτή είναι άκρως ενδιαφέρουσα, καθώς αναπλάθει τις ιστορίες και τις περιπέτειες που πέρασε ο ελληνικός λαός στην κατοχή, πίσω από τις «τυπικές» περιπτώσεις δύο οικογενειώς.
Τέλος ο εγκιβωτισμός επιτρέπει στη Μάγδα Πίκη να κάνει με φυσικό τρόπο κάποια σχόλια πάνω στην τέχνη της συγγραφής, βάζοντας την ηρωίδα να σχολιάζει την εγκιβωτισμένη ιστορία ως λογοτεχνικά ανάγνωσμα στον συγγραφέα της.
Ενώ τώρα έχεις τη δύναμη της σκέψης. Μιας σκέψης που βιώνει την εμπειρία του εσωτερικού ταξιδιού. Και αυτά τα εσωτερικά ταξίδια είναι χωρίς σύνορα, χωρίς όρια. Γιατί, μη μου αρνηθείς ότι το να γράψεις το βιβλίο σου δεν ήταν μια εσωτερική εμπειρία με βάθος. Μια ανεπανάληπτη εμπειρία, για ανεπανάληπτες ζωές… Τα μυστικά τους μηνύματα, η πραγμάτωση των προσωπικών τους παθών, τα ενδόμυχα πιστεύω τους, ακόμα κι αυτό το ίδιο το πεπρωμένο τους το κρατάς στα χέρια σου. Ένας μικρός θεός δηλαδή.
Υπάρχει καλύτερη έκφραση της μεθυστικής εμπειρίας του γραψίματος, της δημιουργικής δύναμης που περικλείει; Πράγματι, όπως αισθάνεται η Μάγδα Πίκη, έτσι αισθάνεται και κάθε συγγραφέας, ένας μικρός θεός.
Όμως το θέμα των περιπετειών που πέρασε ο ελληνικός λαός στην κατοχή δεν είναι το μοναδικό θέμα σ’ αυτή την ιστορία. Δίπλα σ’ αυτό υπάρχει το θέμα του έρωτα. Η Νίκη ερωτεύεται τον δικαστικό, ο οποίος τη μυεί στις ιδέες της κοινωνικής δικαιοσύνης, στο όραμα του σοσιαλισμού που ενέπνευσε μια μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού, και απατά τον άντρα της.
Θα μου επιτραπεί να κάνω και εδώ μια σύγκριση με τρία κορυφαία αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που με απασχόλησαν σε μια εισήγησή μου σε μια ημερίδα, και που είχε τον τίτλο Οι ευρωπαίοι συγγραφείς δολοφονούν τη μοιχαλίδα. Τα έργα αυτά είναι η Άννα Καρένινα, η Τερέζα Ρακέν και η Μαντάμ Μποβαρύ.
Στα έργα αυτά βλέπουμε τους συγγραφείς να παρουσιάζουν τον απατημένο σύζυγο με τέτοιο τρόπο, ώστε περίπου να δικαιολογείται η μοιχεία της γυναίκας. Ή, για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, βάζουν στο πλευρό των γυναικών όχι και τόσο αξιαγάπητους συζύγους. Μ’ αυτό τον τρόπο παρουσιάζεται η μοιχεία ως περίπου φυσικό και αναπόφευκτο γεγονός.
Η Μάγδα Πίκη δεν καταφεύγει στην ίδια τεχνική. Ο Γιάγκος της είναι περίπου το σύμβολο της ελληνικής λεβεντιάς, εργατικότητας και αξιοσύνης. Στην συνείδηση του αναγνώστη δεν παρουσιάζεται καθόλου υποτιμημένος. Τη μοιχεία δη δικαιολογεί με το κοινωνικό όραμα, με τους καινούριους ορίζοντες που άνοιξε στη Νίκη ο μορφωμένος δικαστικός.
Όμως η ασφάλεια δεν θα αργήσει να τον συλλάβει. Στα μπουντρούμια της θα πεθάνει από τα βασανιστήρια. Θα συλλάβουν επίσης και τη Νίκη, που θα κάνει καιρό στη φυλακή.
Εκεί θα γνωρίσει όχι μόνο τη μοναξιά, αλλά και την εγκατάλειψη. Τα έχουν μάθει ο άντρας και η κόρη της, και δεν θέλουν να την ξαναδούν. Υποφέρουν και αυτοί όχι λιγότερο από την ίδια.
Η τραγική διάσταση του έργου, όπου δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, υπογραμμίζεται από την τραγική ειρωνεία. Η Νίκη αυτοκτονεί από απελπισία γιατί την απαρνήθηκε η κόρη της, πριν προλάβει να πάρει το γράμμα της συγνώμης της.
Ήταν το μόνο πράγμα που με απογοήτευσε στο έργο. Θα ήθελα να σώσει την ηρωίδα της, να μην την βάλει να αυτοκτονήσει, όπως έκαναν οι συγγραφείς των έργων που αναφέραμε, ο Τολστόι, ο Ζολά και ο Φλωμπέρ. Και υτό για να μη μας κάνει να υποψιαζόμαστε ότι υπέκυψε και αυτή υποσυνείδητα στην φαλλοκρατική ΄πουριτανική ηθική, που κάνει τους συγγραφείς να «τιμωρούν» με αυτοκτονία τις μοιχαλίδες ηρωίδες τους. Και δεν ξέρω (ίσως υπάρχει και δεν το ξέρω) περίπτωση μοιχού άντρα στην παγκόσμια λογοτεχνία που να αυτοκτόνησε. Αντίθετα μάλιστα: η απατημένη μαντάμ Μπατερφλάι, στην ομώνυμη όπερα του Πουτσίνι, αυτοκτονεί, αφού μεγαλόψυχα δίνει στον άντρα της το παιδί που απόκτησαν. Τέλεια ειρωνεία: η γυναίκα, είτε κερατώνει, είτε κερατώνεται, πρέπει να αυτοκτονεί. Ή, σαν την Μήδεια, να σκοτώνει τα παιδιά της, και να μένει καταραμένη στους αιώνες. (Παρεμπιπτόντως, αρσενική Μήδεια δεν υπάρχει στη λογοτεχνία, υπάρχει όμως στη ζωή. Είναι η περίπτωση του κρητικού εκείνου που σκότωσε τα παιδιά του πριν ένα χρόνο, για να εκδικηθεί τη γυναίκα του που τον εγκατέλειψε).
Υπάρχει μια περίπτωση που ο μοιχός πεθαίνει. Όμως, όχι αυτοκτονώντας, αλλά σε δυστύχημα. Αυτό συμβαίνει στην Μπλε ταινία του Βίκτορ Κισλόφσκι. Αναφέρω αυτή την ταινία κυρίως για ένα πρόσθετο λόγο, ότι ο σκηνοθέτης σ’ αυτήν πραγματεύεται τον έρωτα πέρα από τα πλαίσια της πουριτανικής ηθικής. Τον αξιώνει σε όλες του τις μορφές, ακόμα και ως εξωσυζυγικό έρωτα. Και νομίζω ότι τόσο αυτός όσο και η Μάγδα Πίκη δίνουν το ίδιο μήνυμα. Μη νιώθεις ενοχές όταν ερωτεύεσαι. Απόλυτα αυτός, λιγότερο η Μάγδα Πίκη με το να βάζει την ηρωίδα της να αυτοκτονεί.
Ο Γιώργος Βοϊκλής έκανε ήδη σύγκριση με το Τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή, ως προς την κοινή θεματική. Θα ήθελα εδώ να υπογραμμίσω τη διαφορά ως προς την πραγμάτευση. Τα πρόσωπα του έργου της Μάγδας Πίκη δεν προέρχονται από την πινακοθήκη του νατουραλισμού, δεν είναι δηλαδή απωθητικά, όπως οι ήρωες του Ζολά, αλλά και του Ταχτσή. Απεναντίας, είναι θετικοί χαρακτήρες που διακρίνονται όλοι τους, τόσο οι κύριοι όσο και οι δευτερεύοντες, για την ανθρωπιά τους, τη διάθεσή τους να προσφέρουν στον συνάνθρωπό τους που υποφέρει. Και όχι μόνο σε απλά, καθημερινά προβλήματα, αλλά και σε πιο σημαντικά, όπως η Κατίνα που περιμάζεψε τα ορφανά.
Τέλος, εκείνο που διακρίνει το έργο είναι η βαθιά του αισιοδοξία, η πίστη στη ζωή. Αυτό φαίνεται κυρίως στο τέλος του έργου, στο χορό των ατόμων με ειδικές ανάγκες, και κυρίως στο διαφαινόμενο ειδύλλιο ενός τέτοιου ατόμου με την αφηγήτρια. Η προσπάθεια φέρνει την επιτυχία και την αυτοπεποίθηση, ενώ πάντα υπάρχει η δυνατότητα του καλύτερου. Αυτό είναι νομίζω το κύριο μήνυμα του έργου αυτού της Μάγδας Πίκη.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment