Book review, movie criticism

Sunday, July 28, 2013

Πέτρος Τατσόπουλος, Τιμής ένεκεν



Πέτρος Τατσόπουλος, Τιμής ένεκεν, Καστανιώτης 2004, σελ. 320

  Όταν διάβασα ένα βραβευμένο διήγημα του Τατσόπουλου στο μαθητικό περιοδικό «Μόρφωση Τέχνη Ζωή» ήμουν σίγουρος ότι επρόκειτο για μεγάλο ταλέντο, πράγμα που επιβεβαίωσα λίγο αργότερα με τα «Ανήλικα». Ένας φίλος το αμφισβήτησε, εγώ επέμενα. Η μετέπειτα πορεία του με δικαίωσε. Όμως για όλα αυτά έχω γράψει στην ανάρτησή μου για την «Καλοσύνη των ξένων».
   Διάβασα και άλλα βιβλία του Τατσόπουλου, όμως εκείνη την εποχή δεν είχα ξεκινήσει ακόμη να γράφω βιβλιοκριτικές. Αυτά είναι το μυθιστόρημα «Η καρδιά του κτήνους», η συλλογή διηγημάτων «Κινούμενα σχέδια» και μια ακόμη συλλογή με διηγήματα που δεν θυμάμαι ποια ήταν. Μετά την «Καλοσύνη των ξένων» έγραψα και για τους «Νεοέλληνες». Στο «ράφι των τύψεων» με περίμεναν δυο ακόμη βιβλία του Τατσόπουλου, βιβλία που ήξερα ότι κάποια στιγμή θα τα διάβαζα. Και τώρα ήλθε αυτή η στιγμή. Το πρώτο από αυτά είναι το «Τιμής ένεκεν», και έχει σειρά η «Πρώτη εμφάνιση» την οποία διαβάζω τώρα. 
  Γράφοντας για την Ουρανόπετρα του Γιάννη Καλπούζου, και έχοντας διαβάσει και το «Άγιοι και δαίμονες» και το «Ιμαρέτ», έκανα τη σκέψη μήπως ο Καλπούζος είχε στο νου του ένα σχέδιο ανάλογο με αυτό της «Ανθρώπινης κωμωδίας» του Μπαλζάκ. Την ίδια σκέψη κάνω διαβάζοντας το «Τιμής ένεκεν» και την «Πρώτη εμφάνιση». Στο «Τιμής ένεκεν», διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο, ο Τατσόπουλος «ρίχνει μια αιχμηρή ματιά στον κόσμο του πνεύματος», ενώ για την «Πρώτη εμφάνιση» γράφει η Μικέλα Χαρτουλάρη ότι είναι «Το πρώτο μεγάλο μυθιστόρημα για τον κόσμο του θεάματος». Μήπως σειρά έχει η πολιτική;
   Το μυθιστόρημα αυτό αναφέρεται, θα το πω εγώ πιο πεζά, στο χώρο του βιβλίου, και κυρίως στα παρασκήνια των κάθε λογής βραβεύσεων και επιλογών. Με χιούμορ και δηκτική σάτιρα ο Τατσόπουλος αποκαλύπτει τα άδυτα των διαβουλεύσεων, των πιέσεων, των διαπραγματεύσεων και των συμβιβασμών που συνοδεύουν τους θεσμούς των βραβείων στο χώρο του βιβλίου. Πίσω από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος σίγουρα αναγνωρίζονται υπαρκτά πρόσωπα. Στο πρόσωπο του αφηγητή αναγνωρίζουμε τον ίδιο τον Τατσόπουλο, καθώς έχει μάλιστα την ίδια ηλικία με αυτόν. Στο πρόσωπο του Διαμαντάκου, υπουργού στο υπουργείο πολιτισμού, αναγνωρίζουμε έναν πάλαι ποτέ υπουργό πολιτισμού. Καθώς όμως εγώ δεν παροικώ την Ιερουσαλήμ (το προτιμώ από το ευαγγελικό «παροικώ εν Ιερουσαλήμ» που χρησιμοποιεί ο Τατσόπουλος, αν μη τι άλλο γιατί βγάζει διπλάσια λήμματα η αναζήτηση στο google) δεν μπορώ να αναγνωρίσω άλλα πρόσωπα, με πιθανή εξαίρεση τον Μαγκλίνη, με τον οποίο στο ΕΚΕΒΙ προσπαθούν να ανανεώσουν τον θεσμό του συγγραφέα της χρονιάς, επιλέγοντας για πρώτη φορά ζώντα και όχι τεθνεώτα. Έχοντας κανείς υπόψη του το μυθιστόρημα αυτό δεν θα απορήσει που έκλεισε το ΕΚΕΒΙ, αν και βέβαια, από ό,τι θυμάμαι, τα σκεπτικά για το κλείσιμό του ήσαν διαφορετικά.
  Διαβάζοντας το βιβλίο του Τατσόπουλου θυμήθηκα τον καημένο τον Σταντάλ, που δεν τόλμησε να τελειώσει τον «Lucien Leuwen», αν και του έμενε ελάχιστη δουλειά να κάνει ακόμη. Δεν ήταν όμως μόνο ο Σταντάλ που δεν τόλμησε αλλά και οι εκδότες. Πέρασαν πενήντα τόσα χρόνια από τη συγγραφή του μέχρι να εκδοθεί. Πίσω από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος αναγνωρίζονταν υπαρκτά πρόσωπα της παρισινής πολιτικής σκηνής, και δεν ήθελαν να ρισκάρουν, τουλάχιστον ενόσω ήσαν εν ζωή.
  Το λάθος δεν επαναλήφθηκε. Την πλοκή του επόμενου μυθιστορήματός του ο Σταντάλ την τοποθέτησε στην Πάρμα. Όμως από τότε μέχρι τώρα έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς τη δημοκρατία. Και ο Τατσόπουλος δεν νομίζω να κινδυνεύει από τον τότε υπουργό πολιτισμού και νυν… αφήστε το, ας μη το πούμε καλύτερα.
  Το μυθιστόρημα έχει ένα απροσδόκητα τραγικό τέλος. Η επιλογή του ομοφυλόφιλου Μαγκλίνη ως συγγραφέα της χρονιάς θα έχει ως αποτέλεσμα τον διασυρμό του. Καλύτερο τέλος δεν θα μπορούσε να επινοήσει ο Τατσόπουλος, περιβάλλοντας ένα από τα πρόσωπα του έργου με μια αύρα συμπάθειας, αφού σε όλους είχε σούρει πριν ουκ ολίγα.
  Και τώρα να σχολιάσουμε κάποια αποσπάσματα, όπως το συνηθίζουμε.
  «Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο Παπούλιας μπορεί να τουρλώσει τα οπίσθιά του και στον Διάβολο, αρκεί να διασφαλίσει μια δελεαστική ανταμοιβή, όχι απαραίτητα απλησίαστη» (σελ. 118).
  Αν εξαιρέσει κανείς το «(ακόμη και) στον Διάβολο», το υπόλοιπο δεν είναι καθόλου υπερβολή. Θυμάμαι που διάβασα με κατάπληξη, αδικαιολόγητη έκρινα εκ των υστέρων, αυτό που ομολόγησε ο Κίμων Φράιερ σε μια συνέντευξή του στο «Διαβάζω», ότι ένας ποιητής κάθισε και τον πήδηξε προκειμένου να τον μεταφράσει στα αγγλικά.
  Στο διδακτορικό μου έχω κάπου τρεις σελίδες με λάθη συγγραφέων. Ο εποπτεύων μου ζήτησε να τις αφαιρέσω. Καταλήξαμε σε συμβιβασμό: τις έβαλα σε υποσημείωση· μια υποσημείωση κοντά τρεις σελίδες. Θα επισημάνω και εδώ δυο λάθη.
  Διαβάζουμε: «Ένας υφηγητής από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας…» (σελ. 245).
  Ήδη από το 1993 που ξεκίνησα το διδακτορικό μου και άρχισα να έχω μια εικόνα των ΑΕΙ, δεν υπήρχε η βαθμίδα του υφηγητή. Είχε καθιερωθεί η τετράβαθμη κλίμακα των ΔΕΠ, λέκτορας, επίκουρος, αναπληρωτής και τακτικός καθηγητής. Αργότερα προστέθηκε και η βαθμίδα του μόνιμου επίκουρου. Επίσης η αναρρίχηση στην επόμενη βαθμίδα δεν μπορούσε πια να γίνει πριν περάσει τριετία, και όχι διετία όπως ήταν πριν. Γιατί συνέβαινε κάτι που αντιβαίνει τους νόμους της φυσικής, μια πυραμίδα να στέκεται με την κορυφή της και όχι με τη βάση της· να συνωθούνται δηλαδή στις δυο ανώτερες βαθμίδες οι περισσότεροι ΔΕΠ, ενώ οι πιο κάτω να μένουν ολιγάριθμες. Ε, να μη γίνουμε ίσοι κι όμοιοι τόσο γρήγορα!
  Διαβάζουμε:
  «Να φαντάζεται τη συνάντησή μας ως άκρως αισθησιακή-ως τη γαργαλιστική επανασύνδεση του γέρου σουλτάνου με το αγαπημένο του, αν και ελαφρώς μπαγιάτικο, γιουσουφάκι» (σελ. 153). Το διακείμενο εδώ είναι «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Καζαντζάκη. Μόνο που το γιουσουφάκι δεν το έχει ο σουλτάνος αλλά ο αγάς.
  Εδώ θα εξομολογηθώ την αμαρτία μου σαν βιβλιοκριτικός. Όταν παρουσιάζω βιβλία φίλων και βρίσκω τέτοια λάθη δεν τα αναφέρω, τους τα επισημαίνω κατ’ ιδίαν. Αν και πολύ θα ήθελα να τα αναφέρω κι αυτά γιατί, λόγω κρίσης, αν συρρικνωθεί και άλλο η σύνταξή μου και δεν θα τα βγάζω πέρα, ίσως αναγκαστώ να βγω στη γύρα και να ψάξω για δουλειά σαν επιμελητής εκδόσεων.
  Ο Τατσόπουλος είναι εξαιρετικός συγγραφέας, απολαμβάνω το γράψιμό του και ιδιαίτερα το χιούμορ του, θα διαβάζω ό,τι βιβλίο του πέφτει στα χέρια μου και όχι όπως έχω σαν πρόγραμμα, ένα βιβλίο μόνο από συγγραφείς τους οποίους δεν έχω διαβάσει ακόμη, για να πάρω μια ιδέα για το πώς γράφουν.
  Όμως δεν θα τελειώσω αυτό το βιβλιοκριτικό σημείωμα με αυτή την παράγραφο της γενικής αποτίμησης.
  Οι συγγραφείς είναι ευαίσθητα άτομα, δεν είναι κωλοπετσωμένοι όπως οι πολιτευτές, που την όποια λάσπη που δέχονται την αντιμετωπίζουν με ψυχραιμία. Όταν έριξαν μια τέτοια λάσπη στο πρόσωπο του Τατσόπουλου αυτός αντέδρασε όχι ψύχραιμα αλλά σπασμωδικά, με μια δήλωση που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων και διαμαρτυριών. Στα πλαίσια του θορύβου που προκλήθηκε μου έστειλαν ένα email με ένα link στο youtube, από μια συζήτησή του σε ένα πάνελ με κάποιον βουλευτή. Δεν θυμάμαι ποιος ήταν ο βουλευτής ούτε ποιανού κόμματος, αλλά μπορώ να πάρω όρκο ότι δεν ήταν του ΚΚΕ. Αγανάκτησε τόσο πολύ μαζί του ώστε εγκατέλειψε το πάνελ, και off stage, όπως λένε στο θέατρο, ακούστηκε να του λέει άι σιχτίρ.
  Δεν του είπε ακριβώς άι σιχτίρ. Του είπε την ελληνική μετάφραση, την οποία έμαθα πρόσφατα διαβάζοντας το «Άγιοι και δαίμονες» του Καλπούζου. Αν θέλετε και εσείς να τη μάθετε να αγοράσετε το βιβλίο, εγώ δεν τολμώ να τη γράψω εδώ. Φαντάζομαι για αυτό το άι σιχτίρ ανέβασαν το βίντεο αυτοί που το ανέβασαν.
  Στην περίπτωση του Τατσόπουλου ταιριάζει γάντι η παροιμία: «Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρων οι κότες». Και με τα «πίτουρα» δεν εννοώ φυσικά τον ΣΥΡΡΙΖΑ του οποίου είναι βουλευτής αλλά γενικά την πολιτική.
 

Post a Comment