Book review, movie criticism

Wednesday, July 3, 2013

Nadin Satiat, Μπαλζάκ



Nadin Satiat, Μπαλζάκ (μετ. Ευγενία Τσελέντη), Π. Τραυλός 2001, σελ. 703

  Στη βιβλιοκριτική που έγραψα για το βιβλίο του François Taillandier «Μπαλζάκ», ένα μικρό τόμο που κυκλοφόρησε στη σειρά ΒΗΜΑβιογραφίες, και που αναρτήθηκε στο blog μου στις 15 Νοεμβρίου 2009, κατέληγα: «Στην Κρήτη με περιμένει μια ογκώδης βιογραφία του Μπαλζάκ. Εδώ και κάποια καλοκαίρια. Να δούμε πότε θα την διαβάσω αυτήν».
  Ε, λοιπόν τη διάβασα. Μετά από 4 χρόνια. Και σήμερα θα γράψουμε και γι’ αυτή.
  703 σελίδες, μεγάλου σχήματος και πυκνογραμμένες, για να τις διαβάσεις είναι περίπου ένας αναγνωστικός άθλος. Αυτός ήταν και ο λόγος που άφηνα το βιβλίο για αργότερα.
  Σε μια μεγάλη βιογραφία ασφαλώς βρίσκεις πολλές λεπτομέρειες. Και μπορεί κάποιες στιγμές να καταντάει κουραστική, όμως η εικόνα που σχηματίζεις για τον βιογραφούμενο όχι μόνο είναι πιο πλήρης, αλλά και μένει πιο ανάγλυφα χαραγμένη στο μυαλό σου.
  Ποιος είναι ο Μπαλζάκ που έχω στο μυαλό μου, μετά από την ανάγνωση αυτής της βιογραφίας;
  Ο Μπαλζάκ ήταν γιος μια νέας κοπέλας που παντρεύτηκε έναν πολύ μεγαλύτερό της. Αυτός ήταν ο λόγος που δεν τον αγάπησε ποτέ όσο αγάπησε τον μικρότερο αδελφό του, του οποίου πατέρας εικάζεται ότι ήταν κάποιος εραστής. Το παιδί του έρωτα όμως βγήκε ένας ανεπρόκοπος, ενώ το παιδί ενός γάμου με συνοικέσιο ένας μεγάλος συγγραφέας. Ο Μπαλζάκ πέθανε με το παράπονο ότι η μητέρα του δεν τον αγαπούσε, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Μάλιστα κάπου γράφει ότι τον μισεί κιόλας (σελ. 460).
  Υπότιτλος στο βιβλίο είναι «Η μανία της γραφής».
  Όμως δεν επρόκειτο για καμιά μανία. Ο Μπαλζάκ, μισοκαταθλιπτικός, έτρωγε πολύ, αφού ως γνωστόν το φαγητό είναι αντικαταθλιπτικό. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να παχύνει υπερβολικά, πράγμα που υπονόμευσε την υγεία του. Επίσης έκανε shοpping therapy, κι αυτό αντικαταθλιπτικό. Αγόραζε, όλο και αγόραζε, δανειζότανε, όλο και δανειζότανε. Πρότεινε αλλεπάλληλα έργα και εκλιπαρούσε τους εκδότες του για προκαταβολές, αλλά αυτοί τον δέσμευαν με συμβόλαια, μέχρι την τάδε ημερομηνία να παραδώσει το χειρόγραφο.
  Πού να προλάβει ο Μπαλζάκ! Έπινε συνεχώς καφέδες για να μπορεί να δουλέψει όσο γίνεται περισσότερο χρόνο μέσα στο εικοσιτετράωρο, πράγμα που επίσης υπονόμευσε την υγεία του. Οι περισσότερες σελίδες σ’ αυτή τη βιογραφία αναφέρονται σε αυτό τον αγώνα δρόμου, να προλάβει τις προθεσμίες, πράγμα που γινόταν πολύ σπάνια, και να ξοφλήσει τα χρέη του, που συνεχώς αυξάνονταν. Αν ήταν πλούσιος ο Μπαλζάκ θα είχε γράψει πολύ λιγότερα. Ο Καζαντζάκης εξάλλου το είχε ομολογήσει: αν ήταν πλούσιος, λέει, δεν θα έγραφε, θα ταξίδευε. Τελικά δεν πρόλαβε να χαρεί τη σπιταρόνα του, που τόσο του είχε στοιχίσει. Και πέθανε επίσης λίγους μήνες μετά το γάμο του με την γυναίκα που είχε σχέση κάπου δεκαοχτώ χρόνια, με την οποία είχαν βρεθεί πολύ λίγες φορές. Μια από αυτές τις φορές η μέλλουσα γυναίκα του είχε μείνει έγκυος, όμως δυστυχώς απέβαλε κάπου στον πέμπτο μήνα. Παρηγορήθηκε  με τη σκέψη ότι το παιδί που χάθηκε τουλάχιστον δεν ήταν γιος αλλά κόρη - αν θυμάμαι καλά. Ήταν μόλις πενηνταενός ετών (1851).
  Έχω αναφερθεί κι εγώ στον «θρίαμβο του ρεαλισμού», ένα «σύμπλοκο» του Έγκελς το οποίο επαναλαμβάνει και ο Λούκατς, αναφερόμενοι και οι δυο στο έργο του Μπαλζάκ. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από το έργο του «Μελέτες για τον ευρωπαϊκό ρεαλισμό» (μπορεί να το κατεβάσει κανείς από το scribd. http://www.scribd.com). (Είναι σε πολυτονικό, και στο «αντιγραφή και επικόλληση» αλλοιώνονται κάποια πράγματα, κυρίως τα πνεύματα).
  Άλλά δέν πρέπει νά ύποθέσουμε πώς ό Ζολά άντιπροσω-
πεύει τόν ίδιο «θρίαμβο του ρεαλισμού», πού είχε άναφέρει ο
"Ενγκελς μιλώντας γιά τό Μπαλζάκ. Ή άναλογία είναι άπλώς
τυπική κ' έπομένως μιά τέτοια υπόθεση θά ήταν λαθεμένη. Ό
Μπαλζάκ πρόβαλε τολμηρά τις άντιφάσεις τής καπιταλιστικής
κοινωνίας πού γεννιόταν καί γ ι ' αύτό οί παρατηρήσεις πού κά-
νει πάνω στήν πραγματικότητα συγκρούονται διαρκώς μέ τις πο-
λιτικές του προκαταλήψεις. Άλλά σάν τίμιος καλλιτέχνης άπει-
κόνιζε πάντα μόνο ό,τι ό ίδιος έβλεπε, μάθαινε ή ζούσε, χωρίς
διόλου νά τόν άπασχολεί τό άν ή σύμφωνη μέ τή ζωή περιγραφή
τών πραγμάτων πού έβλεπε, αντίφασκε μέ τις προσφιλείς του
ιδέες. Μέσα άπ' αύτή τή σύγκρουση γεννήθηκε «ό θρίαμβος
του ρεαλισμού», μιά καί τότε οί καλλιχνικοί σκοποί τού Μπαλ-
ζάκ δέν άποκλείανε τήν έκτεταμένη καί διεισδυτική παρουσίαση
τής κοινωνικής πραγματικότητας. (σελ. 124).
  Απομονώνω το κομμάτι:
  Ό Μπαλζάκ πρόβαλε τολμηρά τις άντιφάσεις τής καπιταλιστικής
κοινωνίας πού γεννιόταν καί γι' αύτό οί παρατηρήσεις πού κά-
νει πάνω στήν πραγματικότητα συγκρούονται διαρκώς μέ τις πο-
λιτικές του προκαταλήψεις.
  Έτσι νόμιζα κι εγώ, αλλά διαβάζοντας αυτή τη βιογραφία άλλαξα γνώμη. Οι παρατηρήσεις που κάνει πάνω στην πραγματικότητα δεν συγκρούονται καθόλου με τις πολιτικές του απόψεις. Ο Μπαλζάκ ήταν φιλομοναρχικός, παρόλο που θαύμαζε και τον Βοναπάρτη σαν «Μεγάλο», και αγαπούσε την αριστοκρατία. Με μια αλχημεία πρόσθεσε το «ντε» στο όνομά του, διεκδικώντας μια αριστοκρατική καταγωγή. Απεχθανόταν τους αστούς, και το έργο του στην ουσία είναι μια κριτική της αστικής κοινωνίας, την έλευση της οποίας θεωρεί ως υποβάθμιση σε σχέση με την αριστοκρατική κοινωνία του παρελθόντος. Και βέβαια για τον απλό λαό δεν είχε καθόλου καλύτερη γνώμη, θεωρώντας τον ως αμόρφωτο όχλο.
  Πού οφείλεται το λάθος, τόσο του Έγκελς όσο και του Λούκατς;
  Κατά τη γνώμη μου οφείλεται στο ότι, κομμουνιστές και οι δυο, ταυτίζουν δυο συντηρητισμούς: τον αστικό και τον φιλομοναρχικό. Ή μάλλον βλέπουν μόνο τον ένα, τον αστικό, αφού ο άλλος στην εποχή τους είχε πιθανότατα εκλείψει, ενώ ο συντηρητισμός του Μπαλζάκ ήταν φιλομοναρχικός συντηρητισμός. Έτσι κριτικάρει την αστική κοινωνία όχι παρά τις πολιτικές του αντιλήψεις, αλλά σε συμφωνία μ’ αυτές.
  Κοντεύουμε τις δυο σελίδες, αλλά θα ήθελα να σχολιάσω κάποια αποσπάσματα.
  «Κάποια φορά ο Αυτοκράτορας, που συνηθίζει να ταξιδεύει με αυτό τον τρόπο, έπεσε στο δρόμο· ο αμαξάς, φτάνοντας στο σταθμό, γυρνάει το κεφάλι του και δεν βλέπει τον Αυτοκράτορα· η Αυτού Μεγαλειότης βρέθηκε αργότερα στο δρόμο, αναποδογυρισμένη πάνω στο χιόνι· δεν κράτησε κακία στον αμαξά» (σελ. 618).
  Και θυμήθηκα μια ιστορία με αγαπητό μου καθηγητή, που μας τη διηγήθηκε μέσα στην τάξη. Φεύγει με τη μοτοσυκλέτα του έχοντας πίσω τη γυναίκα του τη Μ. από το χωριό μου, όπου έμεναν οι γονείς του, για την Ιεράπετρα. Φτάνει στο σπίτι, σταματάει και λέει: «-Μ., κατέβα. Τίποτα η Μ. Ξαναλέω, -Μ., κατέβα. Τίποτα η Μ. Κοιτάζω πίσω, πουθενά η Μ. Γυρνάω πίσω, και τη βλέπω στην ανηφόρα του Κάτω Χωριού, να κάθεται στην άκρη του δρόμου και να κλαίει. Ένα τσικαλάκι με ντολμαδάκια που κρατούσε είχε αναποδογυρίσει και είχαν χυθεί τα ντολμαδάκια  στο δρόμο. Και δεν ελυπήθηκα ωρέ παιδιά τη Μ. όσο τα ντολμαδάκια».
  Φαντάζομαι η Μ. δεν του κράτησε κακία. Εδώ ολόκληρος Βασιλιάς δεν κράτησε κακία στον αμαξά του και θα κρατούσε αυτή στον άντρα της;
  Και, σκέφτομαι τώρα, αν ένας οδηγός έκανε κάτι ανάλογο στο αφεντικό του, κάποιο μεγαλοβιομήχανο με μερσεντές, ποια θα ήταν η τύχη του; Ο φιλομοναρχικός συντηρητισμός του Μπαλζάκ δεν ήταν χωρίς βάση.
  «Τη μεθεπομένη, αφού πρώτα κατέβασε ένα καφέ νέου τύπου φτιαγμένο με κρύο νερό…» (σελ. 612).
  Ένα παρόμοιο καφέ, που δεν είναι νέου τύπου αλλά παλιού, έχει και όνομα, λέγεται φραπές, άρχισα να πίνω κι εγώ γράφοντας αυτές τις γραμμές (τώρα τον έχω τελειώσει).
  Πιο πάνω έγραψα ότι ο Μπαλζάκ έκανε shopping therapy. Εδώ να συμπληρώσω ότι το shopping αυτό το έκανε συνήθως σε παλαιοπωλεία. Κατανοητό το χόμπι, αφού και δυο φίλοι μου έχουν πάθος μ’ αυτό. Δεν ξέρω όμως αν φτάνουν στις υπερβολές του Μπαλζάκ:
  «…του πρότεινε να του πουλήσει το… γούνινο παλτό του, προκειμένου να αποκτήσει ένα μικρό χρηματικό ποσό για να ικανοποιήσει το ολοένα επιτακτικότερο πάθος του για τις παλιατσαρίες» (σελ. 514). Όσο για τη μέλλουσα γυναίκα του, «η κυρία Χάνσκα αποδοκίμαζε έντονα αυτές τις εξορμήσεις του στο “Βασίλειο της Παλιατσαρίας”» (σελ. 515).
  Κι εγώ πιστεύω ότι η αγάπη για τις παλιατσαρίες είναι πολύ προτιμότερη από την αγάπη για τον τζόγο που είχε ο Ντοστογιέφσκι. Εξάλλου κατά καιρούς μέσα στις παλιατσαρίες συναντούσε θησαυρούς, τους οποίους μοσχοπουλούσε αργότερα.  
  Η βιογράφος παραθέτει πάρα πολλά αποσπάσματα από τον Μπαλζάκ. Ένα από τα ωραιότερα είναι η περιγραφή της ανακομιδής των οστών του Ναπολέοντα από την Αγία Ελένη. Βρίσκεται στις σελίδες 420-421.
  Η παρακάτω φράση του Μπαλζάκ με έχει προβληματίσει: «Αν σκέφτεστε πολύ θα ζήσετε λίγο· αν δεν σκέφτεστε καθόλου, θα φτάσετε σε βαθιά γεράματα» (σελ. 329).
  Αναρωτιέμαι τι να κάνω.
  Το παραθέτω για τους επίδοξους συγγραφείς: σύμφωνα με τον Μπαλζάκ, το μυθιστόρημα απαιτούσε τώρα τις πέντε λογοτεχνικές αισθήσεις: επινοητικότητα, στυλ, σκέψη, γνώση και αίσθημα (σελ. 274).
  «Ο αφηγητής της “Θεωρίας του διηγήματος”, επιστρέφοντας κάποιο βράδυ στο σπίτι του, βρίσκει  εκεί ένα πλήθος από σωσίες του» (σελ. 224).
  Είναι το «Σύνδρομο fregoli». Αυτός είναι ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του Μανόλη Πρατικάκη, ψυχίατρου και ποιητή. Αφηγούμενος την ιστορία μιας ασθενούς του που είχε αυτό το σύμπτωμα αναφέρεται και στον «Σωσία» του Ντοστογιέφσκι. Τώρα βλέπω ότι είχε προηγηθεί ο Μπαλζάκ.
  Ελάχιστο Μπαλζάκ έχω διαβάσει. Φοιτητής διάβασα τον «Μπάρμπα-Γκοριό» και μου άρεσε πολύ, όχι όμως τόσο η «Ευγενία Γκραντέ» που τη διάβασα πριν λίγα χρόνια. Και ένα άγνωστο μυθιστόρημα, οι «Αντάρτες» που το αγόρασα μαθητής, δεν κατάφερα να το διαβάσω. Δεν θυμάμαι αν διάβασα τους «Χωριάτες», στους οποίους αναφέρεται διεξοδικά ο Λούκατς, και γι’ αυτό τους πήρα, για να διαβάσω μετά την ανάλυσή του στις «Μελέτες για τον ευρωπαϊκό ρεαλισμό». Ευτυχώς που το βρήκα στο διαδίκτυο, γιατί για να ψάξω να το βρω τώρα στα βιβλία μου είναι σαν να ψάχνω ψύλλους στ’ άχυρα. Πάντως τώρα μου κινήθηκε η περιέργεια να διαβάσω κι άλλο Μπαλζάκ. Να δω όμως τι έχω στη βιβλιοθήκη μου. 

Μπάμπης ντ’ Ερμιτζάκης
Post a Comment