Book review, movie criticism

Sunday, January 19, 2014

Άντον Τσέχωφ, Η τέχνη της γραφής



Άντον Τσέχωφ, Η τέχνη της γραφής (ανθολόγηση Πιέρο Μπρουνέλο, μετάφραση Βασίλης Ντινόπουλος), Πατάκης 2007, σελ. 220

  «Συμβουλές για ένα νέο συγγραφέα» είναι ο υπότιτλος του βιβλίου, καταχρηστικός αλλά πιασάρικος. Εξάλλου παραπέμπει διακειμενικά στο «Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή» του Ρίλκε. Στην πραγματικότητα πρόκειται για συμβουλές που δίνει ο Τσέχωφ σε κάποιους συγγραφείς, ανάμεσα στους οποίους είναι και ο Γκόρκι, με αφορμή κάποια κείμενα, διηγήματα κυρίως, που του έστειλαν. Παράλληλα με τις κριτικές παρατηρήσεις του δίνει και συμβουλές. Τις παρατηρήσεις και τις συμβουλές αυτές αποσπά από τα γράμματά του ο ανθολόγος. Από αυτά τα αποσπάσματα μπορεί να συναγάγει κανείς την ποιητική του.
  Θα το ξαναπώ άλλη μια φορά, η αποτίμηση ενός λογοτεχνικού κειμένου είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ζήτημα γούστου. Επίσης θα το ξαναπώ, κατά τη γνώμη μου. Βρίσκομαι σε αμηχανία να πω σε κάποιον φίλο συγγραφέα που μου εμπιστεύτηκε τα χειρόγραφά του τι είναι κακό· ή, για να ακριβολογήσω, τι δεν μου αρέσει· κι αυτό γιατί, ό,τι δεν αρέσει σε μένα μπορεί να αρέσει σε κάποιον άλλο. Αυτό το έχω διαπιστώσει σε δικά μου κείμενα, για τα οποία έχω δεχθεί αντιτιθέμενες κριτικές. Το μόνο που μπορώ να κάνω χωρίς ενδοιασμό είναι η διόρθωση λαθών, και όχι βέβαια μόνο ορθογραφικών, εκεί δηλαδή που δεν πρόκειται καθόλου για ζήτημα γούστου.
  Αλλά ας πάμε στον Τσέχωφ.
  Γράφει ανάμεσα στα άλλα, κριτικάροντας το διήγημα μιας γυναίκας:
  «Είναι άσχημο όταν η σύζυγος τρέχει μακριά από τον άρρωστο άντρα, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η αρρώστια είναι μεταδοτική και απαίσια».
  Όμως στο δικό του διήγημα «Η αλλοπρόσαλλη» που βρίσκεται στη συλλογή «Να κοιμηθώ» (δεν έγραψα ειδικά γι’ αυτό) παρουσιάζει ακριβώς μια τέτοια γυναίκα. Βέβαια αυτή δεν προβάλλει τη δικαιολογία της μεταδοτικότητας της αρρώστιας, ο ίδιος ο άντρας της όπως και ο γιατρός την προειδοποιούν, όμως εκείνη άλλο που δεν θέλει. Δεν του έχει καμιά εκτίμηση και τον απατάει ασύστολα. Στο τέλος θα συνειδητοποιήσει ότι ο άντρας της δεν ήταν κανένας ασήμαντος άνθρωπος αλλά ένας πολύ αξιόλογος γιατρός που όλοι εκτιμούσαν, και συντριμμένη θα χαϊδεύει το νεκρό του σώμα, χωρίς να φοβάται πια μήπως κολλήσει τη διφθερίτιδα. Μ’ αυτό θέλω να πω ότι όλες οι συμβουλές δεν πρέπει να ακολουθούνται πάντα αδιακρίτως αλλά ότι εξαρτάται από το τι επιδιώκει ο συγγραφέας. Και ο Τσέχωφ εδώ, καθώς το απαιτεί ο στόχος του (να κάνει πιο έντονη την «ιψενική» συνειδητοποίηση για την οποία μιλήσαμε στην προηγούμενη ανάρτηση), δεν διστάζει να παραβιάσει ένα δικό του κανόνα.  
  Στην τρίτη συλλογή διηγημάτων του Τσέχωφ που παρουσιάσαμε σ’ αυτή την ανάρτηση (η δεύτερη ήταν «Η νυφούλα») μιλήσαμε για το λιτό του ύφος. Εδώ βλέπουμε αναλυτικές οδηγίες γραφής οι οποίες οδηγούν σ’ αυτό το ύφος. Παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα:
  «…να μοχθείς γράφοντας, συντομεύοντας και ξαναγράφοντας τέσσερις και πέντε φορές…» (σελ. 68).
  «Μη γράφεις περισσότερα από δυο διηγήματα την εβδομάδα, συντόμευέ τα, ξαναδούλευέ τα, ώστε η δουλειά σου να είναι πραγματικά σωστή» (σελ. 98).
  «Είναι χαρακτηριστική, γενικώς, η ρουτίνα στις περιγραφές: “Η εταζέρα στον τοίχο, με ποικιλόχρωμα βιβλία”. Γιατί να μην πούμε απλώς, Η εταζέρα με τα βιβλία;» (σελ. 110).
  «Κατά τη γνώμη μου, οι περιγραφές της φύσης πρέπει να είναι εξαιρετικά σύντομες και όχι άκαιρες» (σελ. 115).
  «Άλλη μια συμβουλή: διαβάζοντας τις διορθώσεις, διαγράψτε, όπου είναι δυνατό, τους προσδιορισμούς των ουσιαστικών και των ρημάτων» (σελ. 195).
  Στον Γκόρκι γράφει:
  «Φαίνεται ότι δεν με καταλάβατε καλά. Δε σας μίλησα για χοντροκοπιά, παρά μόνο για τη δυσκολία που έχουν οι ξένες λέξεις, μη ρωσικής προέλευσης, ή λέξεις που χρησιμοποιούνται σπάνια», για να προσθέσει παρακάτω, προς επίρρωση αυτού που είπα πιο πάνω για το γούστο:
  «Εδώ, βέβαια, είναι και θέμα γούστου, και ίσως μέσα μου να μιλάει μόνο η περίσσεια οξυθυμία ή ο συντηρητισμός ανθρώπου που από καιρό έχει αποκτήσει καθορισμένες συνήθειες» (σελ. 196).
  Πάντως είμαι περίεργος πώς θα σχολίαζε ο Καζαντζάκης μια τέτοια παρατήρηση.
  Διαβάζουμε:
  «Έχω ακόμα παρατηρήσει ένα φυσικό νόμο: Όσο πιο χαρούμενη είναι η ζωή μου, τόσο πιο σκοτεινά είναι τα διηγήματά μου» (σελ. 45).
  Εγώ θα πρόσθετα: «Και αντίστροφα».
  Διαβάζουμε:
  «Πιάσε κάτι από την καθημερινή ζωή, συνηθισμένο, χωρίς πλοκή και χωρίς τέλος» (σελ. 60).
  Έγραψα για δυο διηγήματα στη «Νυφούλα» ότι μου θύμισαν τα διηγήματα του Τζόυς στους «Δουβλινέζους», που έχουν ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά.
  Μόνο δυο. Τη συμβουλή που δίνει ο ίδιος δεν την ακολουθεί παρά ελάχιστα.   
  Διαβάζουμε:
  «Το καλύτερο απ’ όλα είναι να αποφεύγεις την περιγραφή της ψυχικής κατάστασης των ηρώων… Πρέπει να προσπαθείς ώστε να γίνει αντιληπτή μέσα από τις πράξεις τους» (σελ. 119). Είναι αυτό που είχε θεωρητικοποιήσει ο Χένρι Τζέημς με τη διάκριση ανάμεσα σε telling (τα συναισθήματα) και showing (τις πράξεις), προκρίνοντας το δεύτερο. Την ίδια εποχή περίπου. (Το γράμμα του Τσέχωφ έχει ημερομηνία 10 Μαΐου 1886).
  Διαβάζουμε:
  «… σε όλο το βιβλίο σας απουσιάζει επίμονα η γυναίκα, κι αυτό μόνο τελευταία το αντιλήφθηκα».
  Σε μια κινηματογραφική ταινία αυτό θα ήταν αδιανόητο. Μιλάμε βέβαια για τις χολιγουντιανές, όπου πρέπει να υπάρχει απαραίτητα και σεξ, κυνηγητό με αυτοκίνητα και τουλάχιστον μια πιστολιά.
  Διαβάζουμε:
  «Με επικρίνουν επειδή γράφω μόνο για γεγονότα με περιορισμένο ενδιαφέρον κι επειδή οι ήρωές μου δεν είναι θετικοί» (σελ. 172).
  Πιο πριν έγραψα για πανάκεια. Εδώ πρόκειται για τις επιταγές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, που απαιτεί από τον συγγραφέα θετικούς ήρωες. Θυμάμαι πόσο τσακώθηκα παλιά με ένα σύντροφο, στο Κέντρο Ζωής και Πολιτισμού στο οποίο αναφέρθηκα στην προηγούμενη ανάρτηση, για τον Χόλντεν Κόλφιλντ, τον «Φύλακα στη σίκαλη» του Σάλινγκερ, γιατί δεν ήταν λέει θετικός ήρωας.   
  Και μια τελευταία συμβουλή, που την ακολουθούν πολλοί από τους συγγραφείς που έχω διαβάσει. Θυμάμαι τον Γιάννη Ξανθούλη και τον Γεράσιμο Δενδρινό.
  «Στις χρονολογικές ενδείξεις θα ακολουθούσα άλλη μέθοδο. «Το 1839» στο Γάλλο δε λέει πολλά. Αντ’ αυτού, θα ήταν μάλλον καλύτερο το «Όταν ο Ντοστογέφσκι ήταν είκοσι… χρονών» (σελ. 195).
  Με άλλα λόγια, ο χρονολογικός προσδιορισμός πρέπει να γίνεται έμμεσα, όπως κάνουν οι παραπάνω συγγραφείς, αναφέροντας γεγονότα της εποχής που ξέρουν όλοι, ή τραγούδια της εποχής, κ.λπ.
  Συνειδητά δεν θέλω να αγοράζω πια βιβλία. Έχω πολλά βιβλία μου αδιάβαστα, και δεν ξέρω αν έχουμε πατώσει με την κρίση. Τα διηγήματα του Τσέχωφ είπα να τα διαβάσω στο πρωτότυπο, υπάρχουν στο διαδίκτυο. Διάβασα ένα, δισέλιδο, το «Θάνατο του υπαλλήλου». Τα ρώσικά μου δεν είναι σαν τα αγγλικά μου, μου έφαγε κάποιο χρόνο για να το διαβάσω ψάχνοντας κάποιες λέξεις. Έτσι αποφάσισα να κάνω τη θυσία, να ψάξω να αγοράσω και άλλα διηγήματα στα ελληνικά.
  Ευτυχώς που βρήκα χθες στο «μικρό Μοναστηράκι» ένα μεγάλο, παλιό τόμο, πάνω από 600 σελίδες, με διηγήματα του Τσέχωφ, και έκανε μόνο 10 ευρώ. Ευτυχώς. Γιατί στην Πρωτοπορία δίπλα υπήρχαν οι τρεις τόμοι του Κέδρου, αρκετά ακριβοί. Αγόρασα μόνο την «Τέχνη της γραφής»· κι αυτή γιατί ήταν με 40% έκπτωση, για τα 40 χρόνια της Πρωτοπορίας. Στο ταμείο επέστρεψα την αυτοβιογραφία του Τσέχωφ. Ίσως όμως την αγοράσω και αυτή. Από το διαδίκτυο, όταν θα έχω διάθεση, θα διαβάζω αραιά και πού κανένα από τα διηγήματα που δεν θα έχω διαβάσει στα ελληνικά. Υπάρχουν τόσα άλλα βιβλία ακόμη που θα ήθελα να διαβάσω.
 
Post a Comment