Book review, movie criticism

Monday, January 6, 2014

Άντον Τσέχωφ, Η νυφούλα και άλλα διηγήματα



Άντον Τσέχωφ, Η νυφούλα και άλλα διηγήματα (μετ. Γιώργης Πολιτόπουλος), Ζαχαρόπουλος 1989, σελ. 109

  Μετά το «Να κοιμηθώ» του Τσέχωφ που παρουσιάσαμε προχθές, σειρά έχει η υπεσχημένη «Νυφούλα».
  Η «Νυφούλα» είναι το τελευταίο διήγημα που έγραψε ο Τσέχωφ. Εκτενές, διαφέρει από το απαισιόδοξο κλίμα των περισσότερων διηγημάτων του. Η ηρωίδα, ζώντας μια ζωή γεμάτη απογοητεύσεις (ένας επικείμενος γάμος που δεν τον θέλει, ο θάνατος ενός αγαπημένου φίλου) παίρνει τη μεγάλη απόφαση:
  «Ανέβηκε στο δωμάτιό της να ετοιμάσει τις αποσκευές της, και την άλλη μέρα το πρωί αποχαιρετήθηκε με τους δικούς της και ζωντανή, κεφάτη, εγκατέλειψε την πόλη – όπως υπολόγιζε – για πάντα» (σελ. 31). Είναι η τελευταία παράγραφος του διηγήματος.
  Διαβάζοντάς τη μου ήλθαν στο μυαλό οι στίχοι του Καβάφη:

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

Αυτή, παρά το "όπως υπελόγιζε", μάλλον δεν πρόκειται να τη ρημάξει. 
Όμως δεν είναι το μοναδικό διήγημα που τελειώνει αισιόδοξα. Το διήγημα «Ο φοιτητής» τελειώνει ως εξής:
  «Και το αίσθημα της νεότητας, της υγείας και της δύναμης – είχε πατήσει μόνο το εικοστό δεύτερο χρόνο της ζωής του – και η απερίγραπτη αναμονή ευτυχίας, μιας ανεξήγητης και μυστικόπαθης ευτυχίας, τον κατακτήσανε σιγά-σιγά, και η ζωή του φάνηκε γοητευτική, μαγευτική και γεμάτη υψηλά νοήματα» (σελ. 62).
  Δεν πιστεύω να υπάρχει άλλος ήρωας του Τσέχωφ που, τελειώνοντας το διήγημα (για τα τέσσερα κορυφαία θεατρικά του ξέρουμε) να νοιώθει έτσι.
  Το διήγημα αυτό, όπως και «Η κόρη της Αλβιόνας», μου θύμισαν τους «Δουβλινέζους» του Τζέημς Τζόυς. Χωρίς σασπένς, εικονογραφούν χαρακτήρες και καταστάσεις.
  Πολύ πλάκα έχει το διήγημα «Χωρίς τίτλο». Ο γέρο καλόγερος, ο πιο σεβάσμιος στο μοναστήρι, πηγαίνει στην πόλη. Γυρνώντας, περιγράφει στους άλλους καλογέρους τι είδε. Και το διήγημα τελειώνει ως εξής:
  «Περιγράφοντας όλες τις χάρες του διαβόλου, την ομορφιά του κακού και την γοητευτική χάρη του σιχαμερού γυναικείου κορμιού, ο Γέρος καταράστηκε το διάβολο, γύρισε προς τα πίσω και κρύφτηκε στην πόρτα του.
  Όταν το επόμενο πρωί βγήκε από το κελί, δεν βρήκε ούτε έναν καλόγερο στο μοναστήρι. Όλοι έτρεξαν στην πόλη!» (σελ. 82).
  Συνήθως δεν σχολιάζω τη μετάφραση, γιατί, έχοντας κάνει κι εγώ μεταφράσεις, ξέρω ότι η ποιότητα της μετάφρασης έχει να κάνει και με το πόσο την πληρώνεσαι, αλλά και με το πόσο χρόνο είσαι διατεθειμένος να ξοδέψεις. Μια φράση μπορείς να την μεταφράσεις πολύ καλύτερα αν επιμείνεις λίγο περισσότερο. Τότε όμως η δουλειά σου στη μονάδα του χρόνου θα πληρωθεί ελάχιστα. Παρόλα αυτά κάποια μεταφραστικά ατοπήματα βαρύνουν τον μεταφραστή, αλλά πιστεύω και τον εκδότη. Ένας καλός μεταφραστής στοιχίζει, και ο μέτριος δεν έχει το υπόβαθρο που απαιτείται συχνά για μια καλή μετάφραση. Στο «Κοιμητήριο της Πράγας» (ας μη γράψουμε το όνομα του συγγραφέα, του εκδότη και του μεταφραστή) βρήκα κάποια μεταφραστικά ατοπήματα, αλλά ο Νίκος Σαραντάκος βρήκε πολύ περισσότερα. Άραγε εδώ ο μεταφραστής, που μεταφράζει μάλιστα από τα ρώσικα, δεν είχε δει τον «Ιβάν τον τρομερό» του Αϊζενστάιν; Σίγουρα τον είχε δει, αλλά δεν κάθισε να πολυσκεφτεί, για το λόγο που είπαμε, όταν μετάφρασε «του Ιωάννου Γκρόζνι» (σελ. 58).
  Όχι, η μετάφραση, υφολογικά, ήταν πολύ καλή. Μάλιστα αρδεύσαμε και δυο ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, κατά το συνήθειό μας.
  «Εγώ άνοιξα τα μάτια μου κι όλα τα βλέπω τώρα» (σελ.21) και «Πέρασε το φθινόπωρο, πίσω του κι ο χειμώνας».
  Πολύ μου άρεσαν τα διηγήματα του Τσέχωφ, τόσο, που σκέφτομαι να διαβάσω και άλλα. Όχι, δεν σκοπεύω να τα αγοράσω, θα τα βρω στο διαδίκτυο, πρέπει να κάνω απόσβεση στο tablet που αγόρασα και που το χρησιμοποιώ μόνο σαν e-book reader.
 
 
Post a Comment