Book review, movie criticism

Sunday, March 16, 2008

Αμαντού Κουρουμά, Ο Αλλάχ δεν είναι υποχρεωμένος

Αμαντού Κουρουμά, Ο Αλλάχ δεν είναι υποχρεωμένος, Μεταίχμιο 2000.

Βιβλιοπαρουσίαση για το blog μου. Έχω και ένα απόσπασμα για την κλειτοριδεκτομή, για όποιον-α ενδιαφέρεται.

Ας ξεκινήσουμε με το βιογραφικό του συγγραφέα: Γεννήθηκε στην Ακτή του Ελεφαντοστού το 1927, σπούδασε στη Γαλλία και ζει στην Αλγερία.
Ας περάσουμε στην προφορά του ονόματος: Κουρουμά ή Κουρούμα; Τα γαλλικά τονίζουν τις λέξεις στη λήγουσα. Πιθανόν όμως στην πατρίδα του το όνομα να τονίζεται στην παραλήγουσα. Κορέβα κουρούμα ντες. Αυτό είναι ένα αυτοκίνητο. Ευτυχώς τα γιαπωνέζικα τα εγκατέλειψα νωρίς.
Ας συζητήσουμε τώρα ένα θεωρητικό ερώτημα: Τι πρέπει να προσφέρει ένα έργο τέχνης, και στην προκειμένη περίπτωση ένα μυθιστόρημα;
Υπάρχουν διάφορες απαντήσεις: Αισθητική απόλαυση (η τέχνη για την τέχνη), να επαναστατικοποιεί τις μάζες (προπαγανδιστική ή στρατευμένη τέχνη, ανάλογα από πια σκοπιά το βλέπει κανείς), να διαπαιδαγωγεί τη λαό (το λένε για την αρχαία τραγωδία), να περνάει κανείς την ώρα του (παραλογοτεχνία κυρίως).
Εδώ μπαίνει ένα πρόβλημα που εντάσσεται μάλλον στην ψυχολογία. Γιατί η τέχνη πρέπει να λειτουργεί είτε με τον ένα τρόπο είτε με το άλλο; (Θυμήθηκα τώρα το «είτε είτε» του Κίρκεγκορ). Ο Κλωντ Λεβί Στρως στην «Άγρια σκέψη» λέει ότι η πραγματικότητα δομείται στην ανθρώπινη συνείδηση αντιθετικά: μαύρο ή άσπρο, δικός μας ή ξένος, Έλληνας ή βάρβαρος, κ.ο.κ. Και στη βάση αυτής της αντίθεσης προκρίνουμε πάντα μονιστικές απαντήσεις. Στο πυρ το εξώτερο (που λέει ο λόγος) η αισθητική για τους στρατευμένους, στο πυρ το εσώτερο ο διδακτισμός και η προπαγάνδα για τους εστέτ.
Και ο δέκτης, ο αναγνώστης στην προκειμένη περίπτωση, γιατί διαβάζει;
Για να είναι ιν. Για να περάσει την ώρα του. Για να μορφωθεί.
Εγώ έχω ένα ακόμη λόγο: για λόγους ανθρωπολογικούς. Μέλος σε μια ομάδα μελέτης κοινωνικής ανθρωπολογίας εδώ και 20 χρόνια, με ενδιαφέρει το ανθρωπολογικό στοιχείο στην αφηγηματική τέχνη πάρα πολύ. Γι αυτό είμαι θιασώτης του ασιατικού και του αφρικανικού σινεμά, γι αυτό μόλις βρήκα στις ευκαιρίες το βιβλίο του Κουρούμα στην «Πρωτοπορία» το αγόρασα. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου.
Το βιβλίο τιμήθηκε με βραβεία. Δεν ξέρω κατά πόσο τα αξίζει. Η γλώσσα του είναι περίπου διεκπεραιωτική. Όμως προσφέρει γνώση ανθρωπολογική, ιστορική και πολιτική. Γνώση για μια μικρή χώρα της Αφρικής, τη Λιβερία. Γνώση για τα παιδιά-στρατιώτες για τα οποία ακούμε κάποιες φορές στα δελτία ειδήσεων ή διαβάζουμε σε ρεπορτάζ στις εφημερίδες. Γνώση για τις φυλετικές διαμάχες, από τις οποίες εμείς πληροφορηθήκαμε την κορυφή του παγόβουνου, τη γενοκτονία στη Ρουάντα. Γνώση για τις προλήψεις και τις δισειδαιμονίες που μαστίζουν τους Αφρικανικούς λαούς - τις δικές μας τις ξέρουμε (κοίτα να δεις, ολόκληρη λέξη όπως η δυσειδαιμονία μου την υπογραμμίζει ο ορθογράφος του word, ψάχνω μήπως τη γράφω λάθος στο λεξικό Φυτράκη και δεν την έχει!!! Μόνο με το google θα σιγουρευτώ).
Καιρός όμως να μιλήσουμε για το ίδιο το βιβλίο.
Αφηγητής είναι ένα παιδί-στρατιώτης.
Γιατί γίνεται κανείς παιδί-στρατιώτης;
«Όταν δεν έχει κανείς πατέρα, μητέρα, αδελφό, αδελφή, θεία, θείο, όταν δεν έχει τίποτα μα τίποτα, είναι πολύ πιο εύκολο να γίνει παιδί-στρατιώτης. Τα παιδιά-στρατιώτες είναι γι' αυτούς που δεν έχουν να περιμένουν τίποτα σε τούτη τη γη αλλά ούτε και στους ουρανούς του Αλλάχ» (σελ. 147).
Το παιδί-στρατιώτης αφηγητής γράφει τις αναμνήσεις του. Στα γαλλικά, χρησιμοποιεί όμως και λέξεις εγχώριες τις οποίες μεταφράζει. Στην αφήγησή του υπάρχουν άφθονα εφέ επανάληψης. Οι επαναλήψεις είναι κάτι που χαρακτηρίζει τις παιδικές αφηγήσεις. Από τις πιο συχνές: «Ο Αλλάχ δεν είναι υποχρεωμένος να είναι πάντα δίκαιος». Η πιο χαρακτηριστική επανάληψη βρίσκεται στις σελίδες 211-213, όπου ο αφηγητής αναφέρεται σε αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις. Λες και ο συγγραφέας έκανε copy and paste το ίδιο κείμενο μερικές φορές, και μετά έκανε μικρές αλλαγές σε κάθε paste.
Δεν μπορούμε να έχουμε και την πίτα σωστή και το σκύλο χορτάτο. Ο μικρός αφηγητής έχει μια τέλεια γνώση των τεκταινομένων σ’ αυτή τη χώρα, λες και είναι ένας έμπειρος δημοσιογράφος. Και επειδή δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι μικρό παιδί, τον βλέπουμε να επαναλαμβάνει συχνά τη φράση «Φαφορό (του πατέρα μου το πράμα)», και λιγότερο συχνά τη λέξη «Γκναμοκοντέ (μπαρμπούτσαλα), και άλλες ανάλογες. Την ίδια λειτουργία έχουν και οι υπόλοιπες επαναλήψεις.
Η εικόνα των παιδιών-στρατιωτών στήνεται πάνω στο αφηγηματικό μοτίβο της αναζήτησης, για να υπάρχει και κάποιο σασπένς. Ο μικρός αφηγητής ψάχνει τη θεία του, και στην αναζήτηση ζει διάφορες περιπέτειες. Με ένα τέτοιο ζοφερό θέμα δεν μπορεί να υπάρξει χάπι εντ, όμως εντ πρέπει να υπάρξει. Στο τέλος μπορεί να μη βρίσκει τη θεία του ζωντανή, βρίσκει όμως το πτώμα της.
Θα αναφέρω σημεία που με ενδιέφεραν άμεσα, δηλαδή τα ανθρωπολογικά: Και πρώτο και κύριο, το σχετικό με την κλειτοριδεκτομή, που χρησιμοποιείται πλατιά σε μουσουλμανικές χώρες.
«Κανείς στο χωριό Τογκομπάλα δεν ήξερε από πριν σε ποια ακριβώς σαβάνα θα γινόταν η εκτομή. Με το πρώτο λάλημα του κόκορα, τα νέα κορίτσια έβγαιναν από τις καλύβες τους. Και εκεί, στη σειρά λέου λέου (στη σειρά λέου λέου σημαίνει το ένα κορίτσι μετά το άλλο), έμπαιναν στους θάμνους και περπατούσαν σιωπηλές. Έφταναν στο μέρος της εκτομής ακριβώς με το πρώτο φως του ήλιου. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς στο μέρος όπου γινόταν η εκτομή για να ξέρει πως εκεί κάτω αφαιρούσαν κάτι από τα νέα κοριτσάκια. Έκοψαν λοιπόν κάτι κι από τη μητέρα μου, αλλά δυστυχώς το αίμα της δεν σταμάτησε να τρέχει. Το αίμα της κύλαγε σαν φουσκωμένο από την καταιγίδα ποτάμι. Όλες οι άλλες οι φίλες της είχαν σταματήσει να αιμορραγούν. Η μαμά λοιπόν θα πέθαινε στον τόπο της εκτομής. Έτσι είναι όμως κάθε χρόνο, σε κάθε τελετή εκτομής υπάρχει πάντοτε ένα τίμημα που πρέπει να πληρωθεί, το πνεύμα των θάμνων παίρνει πάντοτε ένα κορίτσι ανάμεσα σε αυτά που συγκεντρώνονται για την εκτομή. Το πνεύμα το σκοτώνει και το φυλάει σαν θυσία. Θάβεται επιτόπου στους θάμνους, στο μέρος της τελετής της εκτομής. Και δεν παίρνει ποτέ μια άσχημη κοπέλα» (σελ. 26).
Τελικά η μητέρα του τη γλύτωσε.
Ο ματζουνομάγος είναι πρόσωπο περιωπής, και όλοι καταφεύγουν στις υπηρεσίες του. Βρίσκεται στο πλευρό κάθε ανώτατου αξιωματικού. Ο αφηγητής περιγράφει μια τελετή εξιλέωσης, στην οποία τα παιδιά στρατιώτες απαγγέλουν την παρακάτω προσευχή:
«Ψυχές των προγόνων, ψυχές όλων των προγόνων, πνεύμα του νερού, πνεύματα του δάσους, πνεύματα των βουνών, πνεύματα όλης της φύσης, ανακοινώνω ταπεινά πως έσφαλα… Ζητώ τη συγγνώμη σας τη μέρα και τη νύχτα επίσης. Έφαγα κατσικάκι εν μέσω πολεμικής επιχείρησης» (σελ. 149).
«Οι αυτόχθονες νέγροι μαυραφρικάνοι υποστηρίζουν πως κάποιοι μαυραφρικάνοι μεταμορφώνονται τις νύχτες σε κουκουβάγιες, παίρνουν τις ψυχές των συγγενών τους και πάνε να τις καταβροχθίσουν μες στα φυλλώματα των μεγάλων φρομαζέ, των πιο ψηλών δέντρων του χωριού» (σελ. 163).
Αυτά και πολλά άλλα ανθρωπολογικά στοιχεία υπάρχουν σ’ αυτό το βιβλίο. Να μη μακρηγορούμε όμως, σταματάμε εδώ.
Μια όμως και αργήσαμε να αναρτήσουμε, ας συνεχίσουμε: Είδα ένα ντοκιμαντέρ που αναφερόταν στη Λιβερία, στο φυλετικό πόλεμο που στην πραγματικότητα ήταν πόλεμος των διαμαντιών. Και συνειδητοποίησα για μια φορά ακόμα τη διαφορά ανάμεσα στο λόγο και την εικόνα. Το να διαβάζεις για τα άτομα που τους έκοβαν τα χέρια για να μην ψηφίζουν είναι αποτρόπαιο, το να τα βλέπεις όμως είναι φρικιαστικό. Άλλο να διαβάζεις για νεκρούς και άλλο να τους βλέπεις.
Ικανοποιήθηκα όμως γιατί είδα ότι δυο πρωταγωνιστές αυτών των σφαγών τιμωρήθηκαν. Ο ένας πέθανε στη φυλακή, ο άλλος περνάει από το δικαστήριο της Χάγης.
Post a Comment