Book review, movie criticism

Sunday, June 13, 2010

Θόδωρος Γραμματάς, Fantasyland, Θέατρο για παιδικό και νεανικό κοινό

Θόδωρος Γραμματάς, Fantasyland, Θέατρο για παιδικό και νεανικό κοινό, Τυπωθήτω 1996

Διαβάζω, τ. 369

Το «Fantasyland, θέατρο για νεανικό και παιδικό κοινό», είναι το δέκατο βιβλίο του πολυγραφότατου θεατρολόγου καθηγητή Θόδωρου Γράμματα. Συστηματικός ερευνητής ο Θόδωρος Γράμματος, εκθέτει με ένα εξαιρετικά συστηματικό τρόπο όλες τις παραμέτρους που αφορούν το παιδικό θέατρο, δίνοντας μια πλήρη εικόνα των προβλημάτων που το απασχολούν. Και, όπως άλλωστε είναι αναπόφευκτο, οι αντιλήψεις που εκτίθενται σ' αυτό το έργο αφορούν σε ένα μεγάλο βαθμό και το θέατρο για μεγάλους, καλύπτοντας μια ευρεία γκάμα θεωρητικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει το θέατρο σήμερα. Έτσι, όπως άλλωστε υποδηλώνει και ο τίτλος, Fantasyland, τα όσα εκτίθενται στο έργο αυτό δεν αφορούν το θέατρο για παιδιά και νέους μόνο στον ελλαδικό χώρο, αλλά και στον διεθνή, προτεινόμενος κατά κάποιον τρόπο ως διεθνής τεχνικός όρος που να καλύπτει τη θεματολογία την οποία καλύπτει ο πλατειαστικός όρος «θέατρο για νεανικό και παιδικό κοινό».
Στην εισαγωγή ο Θόδωρος Γράμματος καταπιάνεται με ζητήματα ορισμών και οριοθετήσεων, με την ιστορία του παιδικού θεάτρου, την κριτική επισκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας και εκθέτει τους θεματικούς άξονες και τις μεθόδους εργασίας του. Στη συνέχεια, στο πρώτο κεφάλαιο, αναφέρεται σε μορφές θεάτρου και θεάματος για ανήλικου θεατές. Το επόμενο κεφάλαιο αναφέρεται στις πηγές απ' όπου αντλεί το παιδικό θέατρο, τα αξιακά και ιδεολογικά πρότυπα που προβάλλει και τα υφολογικά χαρακτηριστικά του.
Ενώ στα προηγούμενα κεφάλαια συζητείται το δράμα στην κειμενική του διάσταση, στο τρίτο κεφάλαιο συζητείται η σκηνική απόδοση του. Στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο συζητούνται οι κοινωνιολογικές παράμετροι που καθορίζουν και μορφώνουν το παιδικό θέατρο.
Ανάμεσα στις ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του Θόδωρου Γράμματα θα σημειώσουμε τις προειδοποιήσεις του ενάντια στον απλοϊκό διδακτισμό που χαρακτηρίζει ένα μεγάλο μέρος του παιδικού θεάτρου, ενάντιο στον «εκφραστικό παλιμπαιδισμό», στην υποβάθμιση δηλαδή της γλώσσας στο επίπεδο των εκφραστικών ικανοτήτων του ίδιου του παιδιού, με αποτέλεσμα αντί να τις ανεβάζει, να τις καθηλώνει, και ενάντια στην απλοϊκή σκηνοθεσία που ικανοποιεί στοιχειωδώς τις απαιτήσεις σκηνικής απόδοσης ενός δραματικού κειμένου, προϊόν της αντίληψης για ένα μη απαιτητικό θεατή. Ακόμη τονίζει τη σημασία που μπορεί να παίξει το θέατρο για παιδιά και νέους για το πέρασμα της παράδοσης και της κλασικής παιδείας στη συνείδηση της νεολαίας μας, και τον τεράστιο παιδευτικό ρόλο που μπορεί να παίξει η διαδικασία αυτή στην πνευματική της καλλιέργεια.
Και ενώ οι θεατρικοί παραγωγοί συνειδητοποιούν την ανάπτυξη μιας αγοράς παιδικού θεάματος και θεάτρου και προσπαθούν να την αξιοποιήσουν, όχι πάντα με τον καλύτερο τρόπο όπως ειπώθηκε, οι υπεύθυνοι της εκπαίδευσης συνειδητοποιούν τη σημασία της θεατρικής παιδείας, η οποία, όπως μας πληροφορεί ο Θόδωρος Γραμματάς, καθιερώθηκε στην εκπαίδευση με το προεδρικό διάταγμα 132/10-4-90, και έχει ήδη κυκλοφορήσει εγχειρίδιο του δασκάλου. Ακόμη ενισχύονται προγράμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο που στοχεύουν στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, ώστε με πιο ολοκληρωμένα εφόδια να μπορούν να εκτελέσουν την καινούρια τους εκπαιδευτική αποστολή, τη θεατρική παιδεία των μαθητών.
Καθώς πάντα μας ενδιέφερε περισσότερο η ενεργητική συμμετοχή από την παθητική πρόσληψη, θα παραθέσουμε ένα απόσπασμα όπου σε ένα τεράστιο εφέ απαρίθμησης ο Θόδωρος Γράμματος παραθέτει τα οφέλη του θεατρικού παιχνιδιού.
«Βοηθεί το παιδί να ενθαρρύνεται στην παρατήρηση και την αυτοσυγκέντρωση, να βιώνει τις γνώσεις του, να ανακαλύπτει τις δυνατότητες και τα όρια του, να εκτονώνει το καταπιεσμένο δυναμικό του, να συνεργάζεται και (να) ομαδοποιείται κατακτώντας την κοινωνικοποίηση, να επικοινωνεί ουσιαστικά με τον εαυτό του και τον περίγυρό του, να οδηγείται σε αναπλήρωση ψυχικών και συναισθηματικών ελλείψεων, να διοχετεύει τις εσωτερικές του εντάσεις και τελικά να κατακτά την ψυχο-πνευματική του ισορροπία.
Συντελεί ακόμα στην απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων, στον έλεγχο των σωματικών, εκφραστικών και ψυχικών του δυνάμεων, στην καλλιέργεια του λόγου και γενικότερα των εκφραστικών του δυνατοτήτων, στην κατάκτηση κοινωνικών βιωμάτων και εμπειριών και γενικότερα στην ωριμότητα και πραγμάτωση της προσωπικότητας του» (σελ. 77).
Τα παιδιά συμμετέχουν ενεργητικά ακόμη και όταν βρίσκονται στον παθητικό ρόλο του θεατή, επισημαίνει ο Θόδωρος Γράμματος. Η tabula rasa της αθώας ψυχής τους προσλαμβάνει περίπου ως πραγματικό αυτό που η res cogitans των μεγάλων δέχεται συμβατικά ως ψευδαισθητικό. Έτσι παρεμβαίνουν στα δρώμενα, κατά προτροπή βέβαια των ηθοποιών που ταυτίζονται ακόμη περισσότερο με το ρόλο τους, καθορίζοντας καμιά φορά και την εξέλιξη ενός έργου με κειμενικά ανοιχτό τέλος. Θα συμφωνήσουμε ακόμη με τον Θόδωρο Γράμματα ότι τα έργα στα οποία προβάλλεται μια «ωραιοποίηση της πραγματικότητας»2
«.. είτε γιατί κάποτε οδηγούνται σε υπερβολές και ακρότητες ιδεολογικής προελεύσεως και χαρακτήρα, είτε γιατί άλλοτε χαρακτηρίζονται από δραματουργικές και καλλιτεχνικές αδυναμίες, είτε γιατί τέλος έχουν μια εξαιρετικά χρονικά φορτισμένη επικαιρότητα, καταλήγουν να αποδυναμώσουν το ρόλο τους και να μειώσουν αισθητά την αξία τους» (σελ. 166).
Θα διαφωνήσουμε όμως ως προς το μειονέκτημα που εντοπίζει, ότι
«...στο τέλος ο θεατής αποκτά μια άποψη ότι στο τέλος όλα γίνονται (ή θα γίνουν) ωραία, ότι το ηθικό, το καλό και το δίκαιο πάντα νικά, ότι οι προσπάθειες και οι αγώνες δικαιώνονται και ανταμείβονται, κάτι που φυσικά δεν είναι ποτέ βέβαιο εκ των προτέρων» (σελ. 166).
Στις μυθοπλασίες, το ηθικό, το καλό και το δίκαιο πάντα νικούν, παραβιάζοντας τον ρεαλιστικό κανόνα της απεικόνισης της πραγματικότητας, στην οποία όντως αυτό δεν συμβαίνει πάντα.3 Οι μυθοπλασίες ικανοποιούν σε ένα βαθύτερο επίπεδο ψυχολογικές ανάγκες, όπως στην προκειμένη περίπτωση την αίσθηση ασφάλειας που δημιουργεί η επιβεβαίωση ότι στο τέλος η δικαιοσύνη επικρατεί και οι καλοί αμείβονται, και η αντανάκλαση της πραγματικότητας συντελείται μόνο στο βαθμό που δεν αντιστρατεύεται την ικανοποίηση αυτών των αναγκών. Ακόμη και όταν οι καλοί πεθαίνουν, όπως η Αντιγόνη για να προκληθεί ο έλεος, πεθαίνουν ηθικά δικαιωμένοι και οι αξίες που εκπροσωπούν καταυγάζουν σε όλες τις συνειδήσεις. Οι «αντιτιθέμενες πιέσεις επιλογής» δημιουργούν ένα τέτοιο συμβιβασμό, που υπηρετεί και τους δυο στόχους.
Κατά τα άλλα, το μόνο που θα μπορούσαμε να προσθέσουμε στην εμπεριστατωμένη και άρτια αυτή μελέτη είναι κάποια «να». Φαντάζομαι ότι η παράλειψή τους αποτελεί επίδραση της επαφής του συγγραφέα με ξενόγλωσσα κείμενα, όπως φαίνεται και από την πλούσια ξενόγλωσση βιβλιογραφία που παραθέτει στο τέλος του έργου, όπου σε απαριθμήσεις απαρεμφατικής/υποτακτικής σύνταξης το πρόθεμα είτε δεν υπάρχει (γαλλικά) είτε παραλείπεται (το to στα αγγλικά)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Τα σχετικά υποκεφάλαια τιτλοφορούνται με διακειμενικούς τίτλους από θεατρικά έργα, όπως «Ο θαυμαστός καινούριος κόσμος: η σύζευξη του πραγματικού με το φανταστικό», «Πίστις, αγάπη, ελπίς: Η ουτοπία της αλλαγής του κόσμου» κ.λπ.
2. Ο διακειμενικός τίτλος του υποκεφαλαίου «Ω, τι κόσμος μπαμπά: η ωραιοποίηση της πραγματικότητας» λειτουργεί δια της αντιδιαστολής, αφού στον Μουρσελά τίθεται ως εφέ ειρωνικής αντίφρασης, εννοώντας δηλαδή το αντίθετο.
3. Ο Θόδωρος Γραμματάς δεν είναι εξάλλου οπαδός καμιάς μιμητικής ή ανακλαστικής θεωρίας, ή οποιασδήποτε άλλης συναφούς ή παράγωγης, αλλά μιας σημειωτικής αντίληψης, η οποία «ερμηνεύει τη σχέση του θεάτρου με την πραγματικότητα όχι τόσο σε συνάρτηση με το βαθμό της αλήθειας ή αληθοφάνειας που περιέχει, όσο τη λειτουργικότητα και τη χρήση κάθε εκδοχής στη συγκεκριμένη κάθε φορά κοινωνία και εποχή» (σελ. 254).
Post a Comment