Book review, movie criticism

Saturday, June 5, 2010

Tahar ben Jelloun, Η πρώτη αγάπη είναι η τελευταία

Tahar ben Jelloun, Η πρώτη αγάπη είναι η τελευταία (μετ. Ντίνα Σιδέρη), Νέα Σύνορα-Λιβάνης 1995, σελ. 218

Ο Ταχάρ μπεν Τζελούν, όπως διαβάζουμε στο βιογραφικό του, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, στην επίσημη ιστοσελίδα του, γεννήθηκε στη Φεζ του Μαρόκου το 1944. Σπούδασε κατά βάση σε γαλλικά σχολεία, και αργότερα φιλοσοφία στη Ραμπάτ. Μετά από τις φοιτητικές διαδηλώσεις του 1966 κλείστηκε σε στρατόπεδο μαζί με άλλους φοιτητές – κάτι σαν τη Μακρόνησο τη δικιά μας - σαν ένας από τους διοργανωτές των διαδηλώσεων αυτών. Μετά από δυο χρόνια αφέθηκε ελεύθερος και ξαναγύρισε στο πανεπιστήμιο. Δίδαξε ελάχιστα σε ένα Γυμνάσιο, και στη συνέχεια πήρε μια υποτροφία για τη Γαλλία, όπου εκπόνησε διδακτορική διατριβή στην ψυχολογία, την οποία υποστήριξε στο 1975. Το 1970 ο εκδοτικός οίκος Atalantes (άραγε αυτοί που του έδωσαν το όνομα ήξεραν τι σημαίνει ελληνικά; Πάλι καλά που δεν του έδωσα το όνομα Atalantoi), εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, μια ποιητική συλλογή με τίτλο Hommes sous linceul de silence. Διευθυντής του οίκου ο Abdellatif Laâbi, του οποίου παρεμπιπτόντως γράψαμε μια βιβλιοκριτική για ένα αυτοβιογραφικό του κείμενο, το Le fou d’ espoir στο blog μας. Το 1972 εκδίδεται η δεύτερη ποιητική του συλλογή στη Γαλλία, και την επόμενη χρονιά το πρώτο του μυθιστόρημα. Από τότε έχει εκδώσει πάρα πολλά έργα, κυρίως πεζογραφία, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Η συλλογή διηγημάτων «Η πρώτη αγάπη είναι η τελευταία» εκδόθηκε το 1995.
Τα περισσότερα από τα διηγήματα της συλλογής αυτής έχουν ως θέμα τον έρωτα. Επίσης περιέχουν ιστορίες ιδιαίτερα πρωτότυπες. Ορισμένα έχουν τον εξομολογητικό χαρακτήρα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης με χαρακτηριστικά εσωτερικού μονόλογου. Ένα από αυτά είναι και το «Η πρώτη αγάπη είναι η τελευταία», που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή.
Ο Jelloun μπορεί να ζει στο Παρίσι και να γράφει στα γαλλικά, αλλά κουβαλάει μέσα του την πατρίδα του, το Μαρόκο. Εκεί τοποθετούνται οι ιστορίες του. Αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα συγγραφέα που κουβαλάει μέσα του, σαν εμμονή, τον γενέθλιο τόπο του.
Όπως συμβαίνει με όλους τους τριτοκοσμικούς συγγραφείς, το ανθρωπολογικό στοιχείο, που παλιά το έλεγαν εξωτισμό, αποτελεί πρωταρχικό στοιχείο της πρόσληψης για μας τους αναγνώστες μιας άλλης κουλτούρας. Έτσι στα διηγήματα αυτά βλέπουμε την πολυγαμία, τις γυναικείες μηχανορραφίες σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, τις συνέπειες μιας πολιτισμικής καθυστέρησης. Αλλά βέβαια το ηθογραφικό στοιχείο είναι το φόντο, μέσα από το οποίο αναδεικνύονται τα προαιώνια προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, η ματαίωση, ο έρωτας, η μοναξιά. «Αγαπάτε τη μοναξιά σας και τον πόνο που σας προκαλεί, κάντε τον ωραίο αναστεναγμό», παραθέτει ο συγγραφέας τον Ρίλκε. Στα μικρά αφηγήματα στα «Κορίτσια του Τετουάν» η μοναξιά θεματοποιείται. «Η τοπογραφία της μοναξιάς» είναι ο τίτλος του πρώτου αφηγήματος. Στο τρίτο διαβάζουμε: «Το κορίτσι ξεβάφεται, ξαναντύνεται, μαζεύει τη μοναξιά του στη χούφτα του και πέφτει στο κρεβάτι για να ξαναβρεί τις σκιές» (σελ. 108). «Ο γάμος είναι μια γιορτή, όπου η μητέρα κλαίει το χωρισμό. Της παίρνουνε την κόρη. Την εγκαταλείπει για ένα άλλο κρεβάτι, για μια άλλη μοναξιά» (σελ. 109). Φαίνεται πως η μοναξιά είναι η υπαρξιακή συνθήκη της μουσουλμάνας. «Ο σύζυγος τρώει, ρεύεται και κοιμάται. Το βράδυ, όταν σχολάει από τη δουλειά, συναντάει τους φίλους του (που τους είχε εγκαταλείψει κάπως την περίοδο των αρραβώνων) στο καφενείο, διαβάζει εφημερίδα, κουβεντιάζει αθλητικά, σχολιάζει την ηθική των άλλων. Γυρίζει σπίτι για φαγητό και συχνά ξαναβγαίνει για να παίξει χαρτιά ή να πιει καμιά μπίρα με άλλους φίλους. Τη νύχτα, όταν επιστρέφει στη συζυγική εστία, ξυπνάει τη γυναίκα του και της αδειάζει λίγες σταγόνες σπέρμα ανάμεσα στα σκέλια. Η γυναίκα ονειρεύεται και γεμίζει το κρεβάτι της με χρωματιστές εικόνες. Ο έρωτας τελείωσε. Ήταν μόνο για τους αρραβώνες. Η αγάπη, αυτή η μοναξιά» (σελ. 110). Έτσι τελειώνει αυτό το αφήγημα.
Από τα διηγήματα που εντυπωσιάζουν είναι το «Τρελός έρωτας» και το «Μιράζ», που αναφέρονται στους πρίγκιπες του Κόλπου. Στο πρώτο, ο πρίγκιπας απαγάγει μια κοπέλα που τον περιφρόνησε. Στο δεύτερο, οι στρατιώτες του καθαρίζουν την παραλία όπου θα κάνει μπάνιο. «Ένα μέρος της ακτής θα είναι καθαρό για μια δυο μέρες. Ο πρίγκιπας έφτασε κι έδιωξε τους επιφορτισμένους με την ασφάλειά του στρατιώτες. Αλλά η παραλία έμεινε έρημη. Κανένας δεν τόλμησε να ενοχλήσει έναν εμίρη κάτω από τον ήλιο» (σελ. 79).
Διαβάζουμε: «Στους άραβες δεν αρέσει να είναι οι κόρες ή οι αδερφές τους τραγουδίστριες. Γι’ αυτούς είναι ένα επάγγελμα που δεν απέχει πολύ απ’ την πορνεία» (σελ. 27).
Και στους Έλληνες. Ξέρω μια περίπτωση.
Και παρακάτω, στην ίδια σελίδα.
«Μπορεί αυτός, επειδή συναναστρέφεται με Άγγλους, να έχει ξεπεράσει την αραβική νοοτροπία∙ μπορεί να έγινε ένας πολιτισμένος άντρας, που σέβεται τη γυναίκα, τα δικαιώματά της, τις επιθυμίες της» (σελ. 27).
Ο πολιτισμένος άντρας ήταν στην υπηρεσία του πρίγκιπα. Πουλώντας έρωτα στην κοπέλα την παρέσυρε στον Κόλπο, στο ανάκτορο του πρίγκιπα, από όπου δεν επρόκειτο να βγει έξω ποτέ πια.
Και πιο κάτω, πάλι στην ίδια σελίδα:
«Οι Αράβισσες θα είναι πάντα δύσπιστες και καχύποπτες. Έχουν υποστεί τόσες βιαιότητες και αδικίες, που έγιναν ανελέητες και σκληρές». Αυτό το αφήνουμε ασχολίαστο.
Και μια βραζιλιάνικη ρήση: «Το να κάνεις έρωτα με προφυλαχτικό είναι σαν να τρως καραμέλα με το χαρτί της» (σελ. 35). Οι βραζιλιάνοι πήραν τη ρήση τοις μετρητοίς, γι' αυτό έχουν τόσα πολλά κρούσματα έιτζ.
Και μια άλλη ρήση από το «Χίλιες και μια νύχτες»: «Εμείς οι γυναίκες ό, τι θέλουμε το πετυχαίνουμε» (σελ. 44). Αυτό το διαβάζουμε στο «Πονηριές γυναικών». Αυτό το λέει η όμορφη μελαχρινή. Η ξανθιά φίλη της έχει την περιέργεια να μάθει αν η «σεξουαλική αντοχή» του άντρα της είναι έμφυτη ή οφείλεται στην ίδια, έτσι την παρακαλεί να τον ξελογιάσει και να της πει τη σεξουαλική της εμπειρία. Αυτή, παμπόνηρη, της αντιπροτείνει να τον παντρευτεί. «Στο κάτω κάτω δεν θα είμαι παρά η τρίτη του γυναίκα. Με το νόμο, έχει δικαίωμα να πάρει τέσσερις» (σελ. 43). Κλείνεται η συμφωνία. Ο νταβραντισμένος αυτός άντρας θα εγκαταλείψει την πρώτη του γυναίκα και την δεύτερη, την ξανθιά, και θα μείνει με την τρίτη, τη μελαχρινή, με την οποία θα κάνει πολλά παιδιά.
Αναρωτιέμαι αν το 1995, χρονιά που εκδόθηκε το βιβλίο, δηλαδή terminus ante quem, είχαν κάνει την εμφάνισή τους τα ανέκδοτα με τις ξανθιές.
Σε μια από τις ιστορίες, μια γυναίκα πέθανε γιατί ο σύζυγος δεν άφηνε το γιατρό να την εξετάσει. Να της κάνει ένεση στους γλουτούς; «Ποτέ». Όταν αυτή πέθανε, απελπισμένος, κατάλαβε το λάθος του.
Μου θύμισε μια ανάλογη ιστορία από την «Οικογένεια» του Ba Jin, κορυφαίου κινέζου πεζογράφου. Η γυναίκα πέθανε γιατί δεν εμπιστεύτηκαν τη δυτική ιατρική και εφάρμοσαν μόνο την κινέζικη, εντελώς αναποτελεσματική στην περίπτωσή της.
Διαβάζουμε: «Της υπέδειξε έναν φκιχ, που είχε τη φήμη ότι ήξερε πώς να σταματά τους συζύγους να εξακολουθούν να παίρνουν τις γυναίκες τους μόνο από πίσω» (σελ. 95).
Κυκλοφορεί ως ανέκδοτο στο Μαρόκο. Εκεί οι άντρες λένε από καιρό σε καιρό στη γυναίκα τους «γύρισε». Για να το κάνουν από πίσω, για αλλαγή. Μόνο στο Μαρακές το «γύρισε» σημαίνει να το κάνουν από μπροστά, όταν θέλουν να κάνουν παιδί.
Το διάβασα νομίζω στο «Η ζωή μου με τον Μπιν Λάντεν» της Κάρμεν Μπιν Λάντεν, που παρουσίασα στο blog μου πριν κάμποσους μήνες. Η αυστηρότητα στα σεξουαλικά ήθη στον μουσουλμανικό κόσμο οδηγεί αναπόφευκτα τους νέους στην ομοφυλοφιλία. Όταν παντρευτούν, η συνήθεια μένει.
Και άλλο ανθρωπολογικό:
«Τα καφενεία; Είναι για τους άνδρες, κι αν δεις καμιά γυναίκα, θα είναι ξένη ή πόρνη. Ακόμα και τα τζαμιά είναι για τους άντρες. Οι γυναίκες μπορούν να πάνε, αλλά δεν έχουν το δικαίωμα να προσευχηθούν (να προσκυνήσουν) μπροστά στους άντρες. Φαντάζεστε τι σκάνδαλο θα προκαλούσε μια τέτοια στάση; Μια γυναίκα στα γόνατα θα προκαλούσε τον πόθο των αντρών που προσεύχονται!» (σελ. 110). Κι αυτό το αφήνουμε ασχολίαστο.
Το επόμενο όμως θα το σχολιάσουμε.
Βρίσκεται στην πρώτη σελίδα.
«Άλλοι λένε ότι ανήκει σε ένα Έλληνα εφοπλιστή, που, μη αντέχοντας πια τη Μεσόγειο, διάλεξε αυτό το μέρος για να περάσει τις τελευταίες μέρες του και, κυρίως, για να ξεφύγει από τη δικαιοσύνη της χώρας του».
Για φαντάσου! Ήδη από το 1995 μας είχανε πάρει χαμπάρι.
Επικεντρωθήκαμε στα ανθρωπολογικά, όμως, κλείνοντας, θα πρέπει να τονίσουμε το πόσο ενδιαφέρουσες είναι οι ιστορίες που μας λέει ο Ταχάλ Μπεν Τζελούν, και πόσο ταλαντούχος είναι στην αφήγησή τους.
Post a Comment