Book review, movie criticism

Thursday, June 17, 2010

Nτέηβιντ Λοτζ, Μικρός που είναι ο κόσμος

Nτέηβιντ Λοτζ, Μικρός που είναι ο κόσμος, μετ. Βασίλης Τομανάς, Πόλις 1996, σελ. 456.

Δημοσιεύτηκε στο «Διαβάζω», τ. 367

Ο μετωνυμικός χαρακτήρας της σύγχρονης αφήγησης οδηγεί σε μια μυθοπλασία ασύνδετων, κατακερματισμένων γεγονότων, ενώ στην περίπτωση που υπάρχει ένας αφηγηματικό "στημόνι", είναι συνήθως υποτυπώδες και προσχηματικό. Οι κλασικοί έδιναν συναρπαστικές ιστορίες, μέσω των οποίων, "παρεμπιπτόντως", εξεικονιζόταν το ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο της εποχής. Οι περισσότεροι σύγχρονοι μυθιστοριογράφοι, οι Έλληνες τουλάχιστον, συχνότατα θυσιάζουν τη μυθοπλασία μπροστά στον στόχο της ανασύστασης της κοινωνικής πραγματικότητας.
Φαίνεται να βρίσκονται μπροστά σε δυο αντιτιθέμενες και αλληλοαποκλειόμενες πιέσεις επιλογής. Όμως το ερώτημα τίθεται: μπορεί να υπάρξουν προσαρμοστικοί μηχανισμοί ώστε να διατηρηθεί "και η πίττα σωστή και ο σκύλος χορτάτος", είναι δυνατόν να έχουμε την εξεικόνιση της πραγματικότητας ως κύριο στόχο και ταυτόχρονα μια συναρπαστική μυθοπλασία ;
Ο David Lodge φαίνεται ότι βρήκε τη λύση, μέσω της παρωδίας.
Τα θέματά του στο έργο αυτό, όπως γράφει ο ίδιος, είναι "η ματαιότητα των ανθρώπινων επιθυμιών όπως εκδηλώνονται στις αεροπορικές περιπλανήσεις των ακαδημαϊκών στην παγκόσμια πανεπιστημιούπολη... οι ανταγωνιστικές θεωρίες της λογοτεχνικής κριτικής... οι πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα στους πανεπιστημιακούς, τους συγγραφείς, τους εκδότες και τα media..." (σελ. 452).
Τα θέματα αυτά τα στήνει πάνω στον αφηγηματικό καμβά της παρωδίας του ρομάντζου ως (παρα)λογοτεχνικού είδους.
Το κύριο χαρακτηριστικό της παρωδίας είναι η υπερβολή. Και η ιστορία αυτή που επινοεί ο David Lodge είναι γεμάτη υπερβολές και απιθανότητες: Οι αγωνιώδεις αναζητήσεις της Αντζέλικα από τον Περς σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, από συνέδριο σε συνέδριο, οι υπερβολικές και απίστευτες συμπτώσεις, οι απίθανες περιπέτειες (ακόμη και μια απαγωγή έχουμε), οι αναγνωρίσεις, τα απροσδόκητα, κ.λπ.
Την παρωδία τη συναντήσαμε και στο υφολογικό επίπεδο του κειμένου. Σε μια παράγραφο χωρίς άρθρα ο Lodge παρωδεί τη γιαπωνέζικη γλώσσα, στην οποία το άρθρο δεν υπάρχει ως μέρος του λόγου.
Και ενώ το παρωδιακό αυτό ρομάντζο συντηρεί το σασπένς του αφηγηματικού ενδιαφέροντος, οι ωραιότερες σελίδες του έργου βρίσκονται στις διακειμενικές αναφορές (όχι πάντα διάφανες για τον Έλληνα αναγνώστη που δεν είναι γνώστης της αγγλόφωνης λογοτεχνίας, και γι αυτό οι υποσημειώσεις της Σώτης Τριανταφύλλου που είχε την επιμέλεια είναι ιδιαίτερα χρήσιμες), και στα χιουμοριστικά σατιρικά μικροεπεισόδια και "ατάκες".
Η σάτιρα του Lodge δεν είναι πάντα διάφανη στον κάθε αναγνώστη. Για παράδειγμα, η γνώση των αφηγηματικών θεωριών είναι συχνά απαραίτητη για να εκτιμηθούν οι χιουμοριστικές-σατιρικές αναφορές του. Ιδιαίτερα η "ηπειρωτική" αποδόμηση και ο στρουκτουραλισμός δέχονται τα καταιγιστικά αγγλοσαξονικά πυρά του.
Για την εξαίρετη μετάφραση του Βασίλη Τομανά το μόνο που έχουμε να παρατηρήσουμε είναι ότι οι δυο "γλωσσικές παρεξηγήσεις" που υπάρχουν στο έργο θα μπορούσαν να μπουν και αυτές σε υποσημείωση στο αγγλικό τους για να γίνουν κατανοητές. Στη δεύτερη υπήρξε μια προσπάθεια προσαρμογής στην ελληνική γλώσσα (είδη-φίδι), όμως για την πρώτη δεν υπήρξε τέτοια προσπάθεια (ο πυροσβέστης wrapped και όχι raped, τύλιξε και όχι βίασε). Επίσης νομίζουμε ότι ο ψυχαναλυτικός όρος "μετάθεση" είναι πιο δόκιμος από τον όρο "μετατόπιση".
Post a Comment