Book review, movie criticism

Monday, June 21, 2010

Σάββας Πατσαλίδης, «(Εν)τάσεις και (Δια)στάσεις. Η ελληνική τραγωδία και η θεωρία του εικοστού αιώνα»

Σάββας Πατσαλίδης, «(Εν)τάσεις και (Δια)στάσεις. Η ελληνική τραγωδία και η θεωρία του εικοστού αιώνα», Αθήνα 1997, Τυπωθήτω, σειρά «Θεατρική Παιδεία».

Διαβάζω, τ. 374

Ο Σάββας Πατσαλίδης, καθηγητής θεατρολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ένθερμος υποστηρικτής των μεταμοντέρνων τάσεων στο θέατρο, με το τελευταίο του έργο δίνει έναν άτλαντα αντιλήψεων και θεωριών που έχουν αναπτυχθεί σε σχέση με το θέατρο. Από τον άτλαντα αυτό απουσιάζει η άμεση αναφορά στην αριστοτελική θεωρία, μια και έχει κατά κόρον σχολιασθεί από τους κλασικούς φιλολόγους, όχι όμως και η έμμεση, μια και οι περισσότεροι θεωρητικοί του θεάτρου, και πιο χαρακτηριστικά απ’ όλους ο Μπρεχτ, βρίσκονται σε άμεσο διάλογο μαζί της.
Δώσαμε προκαταρκτικά το περιεχόμενο του έργου, μια και ο Πατσαλίδης, παρασυρμένος από μια δική του «ποιητική της τιτλοφορίας», δίνει ένα πολυσημικά αμφίσημο τίτλο όπως «(Εν)τάσεις και (δια)στάσεις», χωρίς να τον διασαφεί επακριβώς με τον υπότιτλο «η ελληνική τραγωδία και η θεωρία του εικοστού αιώνα». Η ελληνική τραγωδία εμφανίζεται μόνο στο βαθμό που τη χρησιμοποιούν οι θεωρητικοί για να υποστηρίξουν τις απόψεις τους, από τον Lessing και τον Hegel μέχρι τον Μπρεχτ, και η θεωρία δεν είναι μόνο του 20ου αιώνα, αλλά και των δυο προηγούμενων αιώνων, και εκτίθεται στο πρώτο κεφάλαιο του έργου με τίτλο «Ρομαντισμός και ρεαλισμός: Η είσοδος του εθνοκεντρισμού.» Εμείς, ακολουθώντας την ποιητική της τιτλοφορίας του, θα ήμασταν ίσως περισσότερο στον πυρήνα του προβληματισμού του αν μιλάγαμε για την «τραγωδία της θεωρίας του εικοστού αιώνα: (εν)τάσεις και (δια)στάσεις». Μια γεύση από τέτοιου είδους εντάσεις και διαστάσεις, χωρίς την παρένθεση, πήραμε και από κάποια δημοσιεύματα του τύπου, που δεν μπορούμε να πούμε ότι ήσαν πάντοτε κόσμια εκφρασμένα.
Πολλές εντάσεις πράγματι αναπτύσσονται γύρω από μια κυρίαρχη θεωρητική «διάσταση» ή αντίθεση: Την αντίθεση ανάμεσα στην «κλασική διανοητική η ψευδοδιανοητική στάση η οποία προκρίνει το κείμενο και δεν βλέπει στην παράσταση παρά την έκφραση και τη μετάφραση του λογοτεχνικού κειμένου», όπως την ορίζει η σημειολόγος του θεάτρου Anne Ubersfeld (Lire le théâtre, Paris 1966, Belin, σελ. 13) και την «κειμενοκλαστική» στάση του μεταμοντερνισμού, ο οποίος δίνει την ελευθερία στον σκηνοθέτη να χειρισθεί όπως θέλει το κείμενο, ανάλογα με την (παρ)ανάγνωση ή την (παρ)ερμηνεία που θα του κάνει. Και όχι μόνο αυτό, αλλά του δίνει την δυνατότητα να επέμβει και στο ίδιο το κείμενο, συχνά μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που από το αρχικό κείμενο να μην έχει μείνει παρά ένα διακειμενικό υπόλειμμα. Το φεμινιστικό θέατρο, το αφρικανοκεντρικό και αντιαποικιακό θέατρο έχουν αναπτύξει σε ευρεία κλίμακα μια τέτοιου είδους πρακτική, την οποία συζητάει αναλυτικά ο Σάββας Πατσαλίδης (σελ. 305-359).
Όπως οι σκηνοθέτες δεν σέβονται το κείμενο, το ίδιο και οι συγγραφείς δεν σέβονται τους μύθους, τους οποίους συλούν κατά κόρο. Ο Οιδίπους στο «Σαν έλληνας» του Steven Berkoff για παράδειγμα δεν νιώθει φρίκη για την αιμομιξία, αλλά την απολαμβάνει ως σεξουαλική απελευθέρωση. Το τελευταίο, έκτο κεφάλαιο, του έργου, είναι αφιερωμένο στις «συγγραφικές και σκηνοθετικές αναγνώσεις».
Άραγε, παρά την προσωρινή υπεροχή των κειμενοκλαστών, θα νικήσουν τελικά οι κειμενολάτρες, όπως οι εικονολάτρες στο Βυζάντιο;
Είναι αμφίβολο. Εδώ μπορούμε να επισημάνουμε κάποιους από τους όρους, που ίσως αποβούν αποφασιστικοί για την έκβαση της διαμάχης. Στις προηγούμενες εποχές αυτό που έμενε τελικά δεν ήταν παρά μόνο το κείμενο, πράγμα που ευνοούσε τον φετιχισμό του. Στη σημερινή εποχή όμως της πληροφορικής και των πολυμέσων, μια παράσταση μπορεί να μείνει στους αιώνες, ακριβώς όπως και το κείμενο. Και μάλιστα τα τελευταία χρόνια όχι με τη μορφή του φιλμ ή της βιντεοταινίας που υπόκεινται σε φθορά και χρειάζονται διαρκή αναπαραγωγή/επανεγγραφή, αλλά σε cd-rom. Με τις προόδους που επικρατούν στον τομέα της πληροφορικής είναι πολύ πιθανή στο άμεσο μέλλον η αναπαραγωγή για παράδειγμα ενός έργου του Peter Brook τρισδιάστατα σε μια σκηνή φυσικού μεγέθους, που να πλησιάζει αρκετά την παράσταση εγγραφής. Έτσι οι θεατρολόγοι του μέλλοντος θα έχουν πολύ περισσότερα στοιχεία στη διάθεσή τους απ’ ότι οι σημερινοί, οι οποίοι αδυνατούν να κρίνουν και να αξιολογήσουν μια παράσταση του παρελθόντος. Μια Mnouchkine μπορεί να κρίνεται εσαεί και όχι μόνο από τους συγκαιρινούς της, προνόμιο που μέχρι τώρα το έχει μόνο ο δραματουργός. Έτσι, την πρωτοκαθεδρία θα την έχει ο σκηνοθέτης, όπως γίνεται στον κινηματογράφο, ενώ ο δραματουργός θα καταλάβει τη δεύτερη θέση του σεναριογράφου, χωρίς να αγνοούμε ότι σε πολλές κορυφαίες περιπτώσεις οι δυο ρόλοι θα βρίσκονται στο ίδιο πρόσωπο. Έτσι, επαναλαμβάνουμε, οι μελλοντικοί Σαίξπηρ και Μολιέροι δεν θα κρίνονται μόνο από το δραματικό τους έργο, αλλά, κυρίως, από το σκηνοθετικό. Πιστεύουμε τελικά ότι η συνηγορία του μεταμοντερνισμού του Σάββα Πατσαλίδη θα δικαιωθεί.
Post a Comment