Book review, movie criticism

Monday, June 7, 2010

Ελένη Καπαρουνάκη: "Πνευστά και κρουστά"

Ελένη Καπαρουνάκη: "Πνευστά και κρουστά"

Κρητικά Επίκαιρα, Ιούλης 1995


Στα «Πνευστά και κρουστά» της Ελένης Καπαρουνάκη (Εκδόσεις Δόμος) η αφηγήτρια είναι ένα μικρό κορίτσι, όπως και η αφηγήτρια της «Αστραδενής» της Ευγενίας Φακίνου. Και τα δυο κοριτσάκια νιώθουν μια μεγάλη νοσταλγία για την παιδική τους ηλικία: Η Αστραδενή για τον αγνό χώρο της επαρχίας των παιδικών της χρόνων, που αναγκάσθηκε να τον εγκαταλείψει. Η μικρή αφηγήτρια της Καπαρουνάκη για τον εσωτερικό χώρο των φαντασιώσεων και των παραμορφώσεων, της μυθοπλασίας και του ονείρου που χαρακτηρίζει τον ψυχισμό των μικρών παιδιών. Και για τις δυο μικρές ηρωίδες η ενηλικίωση, ένα πέρασμα χωρίς την αντίστοιχη τελετή μετάβασης που γίνεται στις πρωτόγονες κοινωνίες, βιώνεται σαν τραυματική εμπειρία. Η ηρωίδα της Καπαρουνάκη βλέπει με αγωνία το αίμα από την περίοδο της πάνω στα σεντόνια του κρεβατιού, ενώ άδικα προσπαθεί να την καθησυχάσει η μητέρα της. Η εμπειρία της Αστραδενής είναι ακόμη πιο επώδυνη: βιάζεται. Οι μεταγενέστερες ηρωίδες της Φακίνου, κουβαλάνε σχεδόν όλες τους το τραύμα αυτού του βιασμού. Η κόρη μάλιστα στο «έβδομο ρούχο» βιάζεται επανειλημμένα.
Τα «Πνευστά και κρουστά» της Καπαρουνάκη είναι μια «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» για μεγάλους. Μόνο που εδώ η χώρα των θαυμάτων δεν βρίσκεται μέσα στο όνειρο, αλλά είναι η ίδια η πραγματικότητα, ανιμιστικά μεταπλασμένη από την παιδική φαντασία. «Οι φτέρες ανατρίχιασαν, σταμάτησαν τα παραμύθια, έλυσαν τα μαλλιά τους, αναμαλλιασμένες κυλίστηκαν κατάχαμα κι άρχισαν πεσμένες στο χώμα να κλαίνε και να θρηνούν. Οι αράχνες κράτησαν τις βελόνες του ραψίματος μετέωρες στον αέρα και τ' αναρριχητικά μεγάλωσαν απότομα. Έβγαλαν μυτερά πράσινα δόντια, τα κάρφωσαν στις ρόγες των δέντρων και βύζαιναν με μανία. Τα δέντρα ούρλιαξαν. Άρχισαν να βογκούν και να τρέμουν σύγκορμα. Το δάσος ανάσαινε άπληστα, σα να του έμπαινε πυρετός ή σα να του έλειπε αέρας».
Τελικά, σκέφτομαι, οι παιδικές παλινδρομήσεις είναι περισσότερες από όσες φανταζόμαστε ( η πιο χαρακτηριστική είναι το κάπνισμα, σαν υποκατάστατο θηλασμού). Οι προσωποποιήσεις που αποτελούν κυρίαρχα σχήματα στη λογοτεχνία δεν είναι παρά παλινδρομήσεις στην ανιμιστική εκείνη περίοδο της ζωής μας, όπου τα πάντα, από τις κούκλες μας μέχρι τα δέντρα του κήπου, είχαν ζωή.
Η προσωποποίηση, η παρομοίωση και η μεταφορά δεν αποτελούν παρά μαγικές τελετουργίες όπου, ανάγοντας μια εικόνα της πραγματικότητας σε μιαν άλλη, συχνά μυθική, έχεις την αίσθηση ότι αμβλύνεις τις επικίνδυνες αιχμές της, ότι τελικά την ελέγχεις.
Ίσως ακόμη περισσότερο: ότι ξεφεύγεις ολότελα απ' αυτή, ότι καταφεύγεις στη μυθική χώρα των εικονικών ισοδύναμων, όπου τα πάντα είναι δυνατά, άρα ελεγχόμενα.
Η αντίστροφα: τα πάντα είναι ελεγχόμενα, άρα δυνατά. Στη μυθική χώρα του παραμυθιού, όπου τα πάντα είναι διαφορετικά από την πραγματικότητα, οι μικροί μπόμπιρες μπορούν να βρουν μια υπεραναπλήρωση για τη βιολογική τους αδυναμία και την καταπίεση που υφίστανται από τους μεγάλους (βλέπε και σελίδες 69 και 70). Η φαντασίωση δεν είναι τελικά παρά ένα παραμύθι, συνθεμένο με τη μέθοδο του ελεύθερου συνειρμού, ελεύθερα δομημένο, ρευστό και άμορφο. Επιτελώντας την καθαρτική λειτουργία του ονείρου, είναι κυρίαρχη στην παιδική ηλικία, και σε όλες τις καταστάσεις ματαίωσης της ώριμης.
Η φαντασίωση αποτελεί την αφηγηματική μονάδα αυτού του βιβλίου. Εισβάλλοντας δειλά στην αρχή, σαν μια ρωγμή μέσα στην περιγραφή του περιβάλλοντος της ηρωίδας, της ζωής και των συνηθειών της, θα ξεσπάσει σε ένα crescendo στο τέλος του βιβλίου, αναντίστοιχα με την ώριμη πια ηλικία της ηρωίδας, που δημιουργεί φαντασιώσεις σε σχέση με το μωρό που κουβαλάει στην κοιλιά της, σε συμφωνία όμως με τις εσώτερες τάσεις της συγγραφέως, που σπάει αχαλίνωτη τα δεσμά κάθε ρεαλιστικής αφηγηματικής σύμβασης, καθώς, με την πρόοδο του βιβλίου, κατακτά όλο και περισσότερο την ιδιόμορφη αφηγηματική της τεχνική. Το βιβλίο αυτό της Καπαρουνάκη ξεχειλίζει από την ονειρική μαγεία του σουρεαλιστικού, που όμως δεν γίνεται φανταστικό, αλλά ένας μαγικός αντικατοπτρισμός της πραγματικότητας.
Post a Comment