Book review, movie criticism

Tuesday, April 5, 2011

Ναζίμ Χικμέτ, Μια χειμωνιάτικη νύχτα

Ναζίμ Χικμέτ, Μια χειμωνιάτικη νύχτα (μετ. Γ. Εγγλέζος), εκδόσεις Δαμιανού, χχ, σελ. 135

Τον Ναζίμ Χικμέτ, τον στρατευμένο τούρκο αριστερό ποιητή, η γενιά μου τον γνωρίζει πολύ καλά. Οι περισσότεροί μας έχουμε τραγουδήσει τους στίχους του «Αν η μισή μου καρδιά βρίσκεται εδώ πέρα, η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται…/ Κι ύστερα, γιατρέ, την κάθε αυγή/ την κάθε αυγή, γιατρέ, με τα χαράματα/ πάντα η καρδιά μου στην Ελλάδα τουφεκίζεται», σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου, πρωτοτραγουδισμένους από την αλησμόνητη Μαρία Δημητριάδη. Η καρδιά του Ναζίμ Χικμέτ βρισκόταν κοντά στους αγωνιστές για τα ιδανικά για τα οποία και ο ίδιος αγωνίστηκε και φυλακίστηκε.
Τη στρατευμένη λογοτεχνία την βλέπουμε σήμερα με καχυποψία, πράγμα που είναι λάθος. Συχνά δεν είναι υψηλή λογοτεχνία, όμως ξεχειλίζει από ένα γνήσιο αίσθημα που το νοιώθει κανείς αμέσως.
Ο Χικμέτ είναι κατά βάση ποιητής, όμως έγραψε και πεζογραφήματα, και ένα από αυτά είναι το «Μια χειμωνιάτικη νύχτα».
Κακή μετάφραση, κακή επιμέλεια, κακή έκδοση. Κατ’ αρχήν απουσιάζει ο χρόνος της έκδοσης, αν και ο επταψήφιος αριθμός τηλεφώνου του εκδοτικού οίκου θέτει ως terminus post quem την δεκαετία του ’70. Δεν αποκλείεται όμως να πρόκειται για επανέκδοση. Πριν από τον πρόλογο τον οποίο μάλλον έγραψε ο μεταφραστής υπάρχει ένα κείμενο του Ναζίμ Χικμέτ με ημερομηνία 10-8-1951 που απευθύνεται στον Έλληνα αναγνώστη, μέσω του εκδοτικού «Νέα Ελλάδα», ενώ κάπου στον πρόλογο διαβάζουμε: «όπως λέει ο σ(ύντροφος) Στάλιν» (σελ. 10). Μάλλον θα γράφηκε πριν το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ.
Το βιβλίο το αγόρασα πέρυσι από το παζάρι στην πλατεία Κλαυθμώνος. Το πήρα για να το διαβάσω επειδή στο εξώφυλλο, κάτω από τον τίτλο, έγραφε «διηγήματα». Είχα σκοπό να διαβάζω ένα κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ.
Τελικά δεν επρόκειτο για διηγήματα, αλλά για μια νουβέλα. Μια νουβέλα με τα χαρακτηριστικά του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Είναι η ιστορία του μάστρο Νουρή, με φόντο την οθωμανική αυτοκρατορία, από τους βαλκανικούς πολέμους μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Με ένα λιτότατο ύφος ο Χικμέτ αφηγείται την ιστορία των ηρώων του, που οι περισσότεροι είναι τυπικοί εκπρόσωποι συγκεκριμένων τάξεων και στρωμάτων. Ο καλόκαρδος μαστρο-Νουρής, τεχνίτης, παντρεύεται την Γκιουλιζάρ, που την έδιωξαν από το μεγαλόσπιτο όπου ήταν θετή κόρη, αφού έμεινε έγκυος από τον νεαρό ερωτιδέα του σπιτιού και υφίστατο συνεχείς παρενοχλήσεις. «Λοιπόν Σελήμ, αν κάποιο παιδάκι άταχτο πετάξει σ’ ένα ρέμα ένα μικρό γατάκι κι εσύ ξέρεις ότι με το άπλωμα του χεριού σου θα το σώσεις το ζώο, θα το απλώσεις το χέρι σου ή δεν θα το απλώσεις;» (σελ. 52). Ο γκιαούρης Τζεμάλ είναι ο φωτισμένος αστός, ενώ ο Αβδουραχμάν είναι ο μορφωμένος θεολόγος. Ο Σαΐτ όμως, αν και όχι τόσο μορφωμένος όσο οι δυο πρώτοι, αποτελεί την ελπίδα για το μέλλον. Είναι ο συνδικαλιστής που οργανώνει τους εργάτες. Εργάτης δουλεύει πια και ο μάστρο Νουρής, αφού ο πόλεμος κατέστρεψε πολλούς από την τάξη των μικρομεσαίων και ανέδειξε πολλά καινούρια τζάκια που έκαναν χρήματα εκμεταλλευόμενοι τις ελλείψεις που προκάλεσε, σε συνεργασία με τους διεφθαρμένους πολιτικούς. «… το μυαλό του είναι φωτεινό, υπάρχει κάποιος δρόμος στο μυαλό του Σαΐτ, ίσως βρίσκεται στα μισά αυτού του δρόμου, αλλά είναι βέβαιο ότι θα φτάσει μέχρι το τέλος. Ο Σαΐτ παραπονιέται για την αδικία αντί να μιλάει για τον δρόμο προς τη δικαιοσύνη, η δικαιοσύνη του είναι σταθερή. Ο μάστορας Νουρή εκτιμά πολύ τον Σαΐτ αλλά η εκτίμηση αυτή δεν μοιάζει με την εκτίμηση που ένοιωθε παλιά για τον γκιαούρη Τζεμάλ και τον Αβδουρραχμάν. Εκείνοι έδειχναν την ανωτερότητά τους∙ κάτι τέτοιο δεν υπήρχε στον Σαΐτ» (σελ. 133). Πιο πριν λέει ο ήρωάς του: «θα διαβάσω, θα διαβάσω για να καταλάβω τον κόσμο μάνα, αφού τον καταλάβω θα τον ομορφήνω, θα τον αλλάξω μάνα!..» (σελ. 44). Ο Χικμέτ, ζώντας σε μια παρακμασμένη αυτοκρατορία με ένα καταπιεσμένο, αμόρφωτο λαό, βελτιώνει τη γνωστή μαρξιστική ρήση «Σημασία δεν έχει να γνωρίσουμε τον κόσμο, σημασία έχει να τον αλλάξουμε». Προϋπόθεση για να τον αλλάξεις είναι να τον γνωρίσεις.
Δεν μπόρεσα να βρω πότε γράφηκε αυτή η νουβέλα. Μια και η υπόθεση τοποθετείται στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, ίσως αποτελεί πρώιμο έργο του ποιητή, τότε που έψαχνε το δρόμο του. Τον βρήκε τελικά στην ποίηση.
Post a Comment