Book review, movie criticism

Sunday, June 5, 2011

Ανιέζα Ντιέλλη, Το δέντρο στο κρεβάτι μου

Ανιέζα Ντιέλλη, Το δέντρο στο κρεβάτι μου, ΑΛΔΕ 2011 (σειρά: metroαναγνώσματα), σελ.77

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε και στο Λέξημα

Μια ιστορία αγάπης πολύ συναρπαστική μας αφηγείται η Ντιέλλη στο πρώτο της πεζογράφημα

Έχουμε αναφερθεί σε συγγραφείς που έχουν γράψει σε γλώσσα που δεν είναι η μητρική τους όπως ο Ναμπόκοφ και ο Κόνραντ . Και στην Ελλάδα υπάρχουν τέτοιοι συγγραφείς. Έχουμε παρουσιάσει από το Λέξημα την Σύλβια Οκαλιόβα, από την Σλοβακία, και τον Τζεμίλ Τουράν, Κούρδο από την Τουρκία. Σήμερα θα παρουσιάσουμε την Ανιέζα Ντιέλλη, από την Αλβανία.
Η Ανιέζα Ντιέλλη, όπως διαβάζουμε στο βιογραφικό της, γεννήθηκε στην Κοριτσά το 1983 και από το 1998 ζει στην Ελλάδα. Είναι απόφοιτη του τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας στη Θεσσαλονίκη. Από τις εκδόσεις ΑΛΔΕ εκδόθηκε το 2007 η ποιητική της συλλογή «Οδοιπόροι μιας ξεχασμένης ώρας». Πριν εκδώσει και δεύτερη ποιητική συλλογή περνάει στην πεζογραφία, όπως έχουν κάνει τόσοι και τόσοι ποιητές, με τη νουβέλα «Το δέντρο στο κρεβάτι μου».
Το θέμα της νουβέλας, όπως και σε τόσα άλλα πεζογραφήματα, είναι ο έρωτας. Όμως, ενώ τα περισσότερα τελειώνουν με την κορύφωση μιας ευτυχούς ένωσης ή με την υπερνίκηση κάποιων δυσκολιών που είχαν χωρίσει το ζευγάρι, η Ανιέζα ακολουθεί τους ήρωές της μέχρι το θάνατό τους. Πολύ έξυπνο από μέρους της, μια και, όπως δείχνει η εμπειρία, οι έρωτες κρατάνε λίγο, «ένα χρόνο το περισσότερο» λέει ο Καρβέλας, τρία χρόνια υποστηρίζουν κάποιοι άλλοι. Η Ανιέζα μας λέει ότι το ζευγάρι αυτό έμεινε αγαπημένο μέχρι τέλους της ζωής τους. Όταν πέθανε η Μιρτίνα ο Άλφρεντ έμεινε με την ακριβή της ανάμνηση, μέχρι που πέθανε κι αυτός.
Όμως η Ανιέζα δεν μας παρουσιάζει μόνο τη διάρκεια, αλλά και την ένταση. Και η ένταση οικοδομείται πάνω στη μεγάλη διάρκεια της προσμονής.
Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, και την κάνουν εναλλάξ οι τρεις αφηγητές∙ γιατί εκτός από το ζευγάρι υπάρχει και τρίτος αφηγητής, ένας φίλος, που όμως στο μεγαλύτερο μέρος είναι αυτοδιηγητικός, καθώς διηγείται τη δική του ιστορία: τα παιδικά του χρόνια, το πώς έγινε ταχυδρόμος, το γάμο του, το θάνατο της γυναίκας του και τη μοναξιά του μέχρι που ήλθε το καινούριο ζευγάρι και εγκαταστάθηκε στη γειτονική φάρμα. Από το σημείο εκείνο και μετά γίνεται ετεροδιηγητικός, αφηγητής-μάρτυρας: «Είδα από κοντά την έρωτά τους, την τρυφερότητα, τη βαθιά κατανόηση και αναρωτιόμουνα αν θα είχα ποτέ και εγώ την δυνατότητα να το ζήσω» (σελ. 64-65). Θα ερωτευθεί τη Μιρτίνα αλλά ο έρωτάς του δεν θα εκδηλωθεί ποτέ καθώς εκείνη έχει δώσει την αγάπη της στο σύζυγό της. Θα παρακολουθήσει τη ζωή τους, θα γίνει νονός της κόρης τους, η οποία θα σκοτωθεί στα δεκαεννιά της χρόνια σε τροχαίο με το μηχανάκι της. Νιώθοντάς τη σαν κόρη του, θα μαραζώσει και θα πεθάνει. Η μητέρα της θα καταβάλει μεγάλη προσπάθεια να υπερνικήσει τον πόνο της, θα προσπαθήσει να κρατηθεί στη ζωή για να τραφεί στο εξής με την ανάμνησή της. Μέχρι που κάποια στιγμή θα έλθει και ο δικός της θάνατος.
Το μότο του βιβλίου προέρχεται από την Έμιλι Ντίκινσον: «Η ψυχή πρέπει να μένει πάντα μισάνοιχτη, έτοιμη να καλωσορίσει την εκστατική εμπειρία».
Η ηρωίδα της νουβέλας, η Μιρτίνα, είναι σαν την Έμιλι Ντίκινσον. Ζει μοναξιασμένη μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της. Οι γείτονες την θεωρούν περίεργη, σχεδόν τρελή. Προβάλει μόνο πότε πότε στο παράθυρο. Εκεί θα την εντοπίσει ο Άλφρεντ και θα την αγαπήσει. Θα περνάει στο εξής κάθε μέρα κάτω από το παράθυρό της. Αυτή θα αναρωτηθεί γιατί δεν της μιλάει. Όμως αυτός δεν μπορεί να της μιλήσει γιατί έχει χάσει τη φωνή του μετά από το τραυματικό σοκ που του προκάλεσε ένας άγριος καυγάς των γονιών του.
Αφού περάσουν μήνες θα βρει το κουράγιο να της γράψει ένα γράμμα το οποίο ρίχνει κάτω από την πόρτα της. Θα επικοινωνούν στο εξής με γράμματα, μέχρι που κάποια στιγμή, σαν από θαύμα, θα ξαναβρεί την ομιλία του.
Στα τρία πρώτα μέρη της νουβέλας μιλάνε η Μιρτίνα, ο Άλφρεντ και ο φίλος τους ο ταχυδρόμος. Στο τέταρτο μέρος μιλάει ο Άλφρεντ, ο μόνος που έχει μείνει ζωντανός. Κάθε ένας αφηγείται την προσωπική του ιστορία και την κοινή τους ιστορία. Ο διάλογος απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά. Ο γυναικείος λόγος της Μιρτίνα αποδίδεται από την Ντιέλλη με έναν έξοχο λυρισμό. Διαβάζουμε για παράδειγμα: «Όλα έτοιμα για νυχτερινό ταξίδι, για αποδράσεις μυστικές σε μέρη μακρινά, εκεί που η ανυπαρξία έχει το σχήμα των βράχων και ο ορίζοντας είναι ένα φύλλο πράσινο που δονείται στα νερά μιας λίμνης» (σελ. 9) και «Θα άκουγα συνέχεια την ανάσα του δέντρου, θα γνώριζα από κοντά πώς ζει ένα αληθινό δέντρο και θα μέτραγα συνέχεια τους σφυγμούς του και το τρεχούμενο πράσινο αίμα στα φύλλα του» (σελ. 10). Η αφήγηση του Άλφρεντ και του ταχυδρόμου έχει την λιτότητα που διακρίνει τον αντρικό λόγο.
Έχουμε την εντύπωση ότι η Ντιέλλη δεν τόλμησε να επεκτείνει την ιστορία της σε μυθιστόρημα. Θα μπορούσε, μια και ο χρόνος της ιστορίας καλύπτει τόσο μεγάλη έκταση. Ίσως είναι φυσικό, μια και πρόκειται για την πρώτη πεζογραφική της απόπειρα. Υποπτευόμαστε όμως ότι το επόμενο έργο της θα είναι μυθιστόρημα.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment