Book review, movie criticism

Friday, August 12, 2011

Ναθάνιελ Χόθορν, Το άλικο γράμμα

Ναθάνιελ Χόθορν, Το άλικο γράμμα (μετ. Γωγώ Αρβανίτη), Μεταίχμιο 2005, σελ. 329

Διαβάζοντας το «Άλικο γράμμα» συνειδητοποίησα για άλλη μια φορά τη σημασία της πρόσληψης και τους παράγοντες που την καθορίζουν. Η «λογοτεχνικότητα» του κειμένου είναι μια παράμετρος, σημαντική μεν αλλά όχι μόνη. Έτσι εξηγείται το πώς κάποια έργα υπερεκτιμώνται ή περνούν απαρατήρητα στον καιρό τους, και γιατί κάποια άλλα βρίσκουν εξαιρετική ανταπόκριση στο κοινό. Για παράδειγμα, δεν είμαι σίγουρος ότι η «Λολίτα» είναι το καλύτερο έργο του Ναμπόκοφ, όμως αυτό είναι που είχε την πιο μεγάλη απήχηση από όλα τα έργα του.
Συνεχίζουμε: Διαβάζοντας το «Άλικο γράμμα» συνειδητοποίησα για μια ακόμη φορά το πώς έγινε και ένας πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών έχασε τη θέση του επειδή κάποια του πήρε ένα τσιμπούκι (ένα, τρόπος του λέγειν), σε αντίθεση με μας, όπου ένας πρωθυπουργός παράτησε τη γυναίκα του για την γκόμενα και όχι μόνο δεν έχασε τη θέση του αλλά ανέβηκαν οι μετοχές του. Το είχα ξανακούσει ότι οι αμερικάνοι είναι φοβερά συντηρητικοί, και το βιβλίο αυτό αποτελεί μια ακόμη επιβεβαίωση. Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω παράγραφος:
«Οι αμέσως επόμενοι, η γενιά μετά τους πρώτους μετανάστες, φόρεσε την πιο μαύρη απόχρωση του Πουριτανισμού και σκοτείνιασε τόσο πολύ το πρόσωπο του έθνους, που όλα τα μετέπειτα χρόνια δεν έφτασαν για να το ξανοίξουν. Μένει ακόμη να μάθουμε τη λησμονημένη τέχνη της χαράς» (σελ. 290). Αυτά που γράφει ο Χόθορν ενάμισι αιώνα πριν ισχύουν σε μεγάλο βαθμό μέχρι σήμερα. Παρεμπιπτόντως οι ΗΠΑ σαν κράτος επιβεβαιώνουν με την ιστορία τους την βεμπεριανή αντίληψη ότι ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε από την πουριτανική αντίληψη της απόρριψης των εγκόσμιων απολαύσεων για χάρη των απολαύσεων που μας περιμένουν στον ουρανό, πράγμα που έκανε δυνατή την πρωταρχική συσσώρευση (κεφαλαίου).
Αλλά ας πούμε δυο λόγια για την υπόθεση. Ένας άντρας περασμένης ηλικίας στέλνει την νέα και όμορφη γυναίκα του στο Σάλεμ, για να έλθει και αυτός μετά, αφού πρώτα τακτοποιήσει τις δουλειές του. Η γυναίκα τα φτιάχνει με έναν χαρισματικό πάστορα. Καρπός του έρωτά τους είναι ένα παιδί. Η γέννηση του παιδιού αποκαλύπτει τη μοιχεία, που έχει σαν συνέπεια την τιμωρία. Μόνο όμως της γυναίκας, η οποία αρνείται πεισματικά να ομολογήσει το όνομα του άντρα.
Να πούμε και του στραβού το δίκιο: ποια ήταν η τιμωρία της; Να φοράει στο εξής ένα κόκκινο κεφαλαίο Α στο στήθος της, το αρχικό γράμμα της λέξης adulteress, μοιχαλίδα. Αν ήταν σε καμιά ισλαμική χώρα θα την είχαν λιθοβολήσει.
Ένα από τα λίγα βιβλία που μου έκαναν πολύ μεγάλη εντύπωση είναι του E. R. Dodds «Οι Έλληνες και το παράλογο». Στο βιβλίο αυτό ο Dodds κάνει διάκριση ανάμεσα σε πολιτισμούς ντροπής και πολιτισμούς ενοχής. Στους πρώτους δεν υπάρχει κρατικός μηχανισμός για να αποδίδει το δίκιο, απλά οι απαγορεύσεις ενδοβάλλονται, και κάθε φορά που τους παραβιάζει κανείς νοιώθει ντροπή, ή αλλιώς τύψεις συνείδησης. Τα αισθήματα αυτά λειτουργούν αποτρεπτικά. Στους πολιτισμούς ενοχής, με τον κρατικό μηχανισμό επιβολής δικαίου ισχυρότατο, κάθε παραβίαση, των νόμων πια και όχι των κανόνων της κοινότητας, δημιουργεί ενοχή με συνέπεια την τιμωρία. Η ντροπή και οι τύψεις από τον ένοχο μπορεί και να απουσιάζουν εντελώς. Βέβαια, η ντροπή και οι τύψεις δεν έχουν εξαφανιστεί στον πολιτισμό μας (που είναι πηγή δυστυχίας μας λέει ο Φρόιντ), το υπερεγώ εξακολουθεί να υφίσταται. Η φυλογένεση δεν εξαλείφει τα προηγούμενα στάδια της εξέλιξης, απλώς πάνω σ’ αυτά επικάθονται τα καινούρια.
Έτσι οι ήρωές μας βασανίζονται όχι μόνο από αισθήματα ενοχής, αλλά και αισθήματα ντροπής. Οι λέξεις αυτές απαντώνται συχνά στο κείμενο. Και αν τα αισθήματα αυτά μπορούμε να τα θεωρήσουμε λίγο πολύ αναπόφευκτα για τον πάστορα, μια και έχει παραβιάσει αρχές του ιερατικού του αξιώματος, για την γυναίκα τα αισθήματα αυτά μας φαίνονται υπερβολικά. Εξάλλου και ο ίδιος ο Χόθορν της βρίσκει ελαφρυντικά, για να μην πούμε ότι τη δικαιολογεί απόλυτα, επιρρίπτοντας την ευθύνη στο σύζυγο: «Ας τρέμουν οι άντρες που κερδίζουν το χέρι μιας γυναίκας χωρίς να έχουν κερδίσει μαζί και το μέγιστο της καρδιάς της! Αλλιώς, μπορεί να έχουν τη δυστυχία, όπως ο Ρότζερ Τσίλινγκγουορθ, όταν ένα άγγιγμα πιο ισχυρό από το δικό τους μπορέσει να ξυπνήσει όλες τις ευαισθησίες της, να κατηγορηθούν ακόμα και για την ήρεμη ευχαρίστηση, για τη μαρμάρινη εικόνα ευτυχίας που θα της έχουν επιβάλλει ως θερμή πραγματικότητα. Όμως η Έστερ θα έπρεπε εδώ και καιρό να έχει ξεμπλέξει μ’ αυτή την αδικία. Τι έδειχνε αυτό; Μήπως ότι εφτά ατέλειωτα χρόνια κάτω από την τυραννία του άλικου γράμματος έφεραν πάρα πολλή δυστυχία αλλά ούτε ίχνος μετάνοιας;» (σελ. 222).
Όμως υπήρχε πολλή μετάνοια, αφού η Έστερ κατακλύζεται συνεχώς από αισθήματα ενοχής και ντροπής. Θα έπρεπε εδώ και καιρό να είχε ξεμπλέξει με αυτή την αδικία, και όμως δεν ξέμπλεξε.
Υπάρχει μια αρχή οικονομίας που λειτουργεί και ψυχολογικά: η αρχή της ανταπόδοσης. Δίνω για να πάρω. Οι θυσίες και οι προσφορές λειτουργούν σε αυτή τη βάση: Προσφέρουμε στο θεό ακόμη και το παιδί μας, για να εισπράξουμε. Ο Αγαμέμνων θυσίασε την Ιφιγένεια για να του δώσει ο Ποσειδώνας ούριο άνεμο. Και ο θεός είναι αδυσώπητος ως μπακάλης. Δεν δέχεται βερεσέ. Αν δεν πληρώσεις πρώτα, δεν παίρνεις.
Ήμασταν στην Τήνο, εκδρομή. Μόλις είχα τελειώσει το διδακτορικό. Η γυναίκα μου μού λέει να ανάψω μια λαμπάδα στη χάρη της, για να με βοηθήσει να γίνω πανεπιστημιακός. Εγώ είπα όχι, να γίνω πρώτα πανεπιστημιακός και μετά θα ξανάρθω να ανάψω τη λαμπάδα. Έχω την συνήθεια, που έχει αποδειχθεί αρκετές φορές σωτήρια, να μην προπληρώνω.
Δεν έγινα πανεπιστημιακός. Η Μεγαλόχαρη μου το κράτησε, μεγάλη η χάρη της.
Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, όταν τα πράγματα δεν παίρνουν αναβολή. Ένα καλοκαίρι είχα αρρωστήσει, απλό κρυολόγημα ήταν, αλλά τα καλοκαιρινά κρυολογήματα περνάνε δύσκολα. Ο πατέρας μου τρομοκρατημένος με έταξε στον Προφήτη Ηλία, να κάνει αρτοπλασία κάθε χρόνο στη χάρη του αρκεί να γίνω καλά. Έγινα καλά, και ο πατέρας μου κάθε χρόνο τηρούσε το τάξιμό του.
Υπάρχει όμως και η εξής περίπτωση: πήρα χωρίς να μου επιτρέπεται, τώρα πληρώνω για να πατσίσω. Ο πάστορας συχνά αυτομαστιγωνόταν. Η αυτομαστίγωση ήταν αυτό που πρόσφερε για να απαλύνει τα αισθήματα ενοχής του και να τύχει της θείας συγχώρεσης. Ο Ρότζερ Τσίλινγκγουορθ, πολύ πονηρός, ήξερε ότι τα αισθήματα ενοχής είναι μεγαλύτερο μαρτύριο από την δημόσια τιμωρία, που για τη συνείδηση λειτουργεί εξοφλητικά. Δεν καταδίδει τον πάστορα, αλλά τον πλευρίζει (κανείς δεν ξέρει την πραγματική του ταυτότητα εκτός από την Έστερ), με την ιδιότητα του γιατρού και του ξύνει συνεχώς τις πληγές. Είναι η εκδίκησή του. Ο πάστορας στο τέλος θα αποκαλύψει δημόσια την ενοχή του και θα σωριαστεί κάτω νεκρός (άλλη ιστορία αυτή, η ανάγκη της εξομολόγησης που αμβλύνει τις ενοχές, που δεν την αξιοποιούν μόνο οι ιερείς για να ανακουφίσουν το ποίμνιό τους αλλά και οι ανακριτικές αρχές για να αποσπάσουν την ομολογία του ενόχου).
Και επιστρέφουμε στην πρόσληψη. Στους πουριτανούς αμερικάνους άρεσε πολύ το «Άλικο γράμμα», που σημείωσε καταπληκτική επιτυχία. Σε μένα όχι, παρά τις γλαφυρές περιγραφές του Χόθορν, ιδιαίτερα στην περιγραφή του μικρού κοριτσιού. Περισσότερο μου άρεσε ο απολαυστικός πρόλογος (55 σελίδες), όπου με φοβερό χιούμορ και οξύτατη σάτιρα ο Χόθορν αναφέρεται στην τετραετία που εργάστηκε ως ελεγκτής σε τελωνείο, με τους τεμπέληδες υφιστάμενούς του. Τότε ανακάλυψε πέντε επιστολές που αναφέρονταν σε μια άτυχη γυναίκα που φόρεσε το άλικο γράμμα, και που του ενέπνευσε την ιστορία. Ήταν δημοκρατικός, και οι συντηρητικοί Ουίνγκς, όταν ανέβηκαν στην εξουσία, τον έπαυσαν από τη δουλειά του. Έτσι βρήκε το χρόνο να γράψει το μυθιστόρημα. Ουδέν κακόν αμιγές καλού.
Είδα και το έργο του Roland Joffé (1995) με την Demi Moore και τον Gary Oldman. Το έργο, μια ελεύθερη προσαρμογή, κέρδισε το βραβείο "Worst Remake or Sequel". Οι κριτικοί το έθαψαν, όμως είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Οι κριτικοί απαιτούν πιστότητα σε ένα λογοτεχνικό αριστούργημα. Όμως ο Joffé, ορθά ποιήσας, δεν έμεινε πιστός στο έργο. Και πρώτα πρώτα στο έργο τα επεισόδια είναι ελάχιστα. Ο Χόθορν λιγότερο αφηγείται και περισσότερο περιγράφει, αναλύει και σχολιάζει. Όμως ο κινηματογράφος πρωταρχικά είναι εικόνα, όχι λόγος (είπαμε βέβαια, όμως να μην το παρακάνουμε, όπως ο Αγγελόπουλος, που κάποια από τα πρώτα έργα του αν δεν ήταν έγχρωμα θα νόμιζες ότι ήταν βουβός κινηματογράφος). Έπειτα το κοινό του κινηματογράφου είναι πιο λαϊκό από ό, τι είναι οι αναγνώστες, προτιμάει το ρομάντζο και το χάπι εντ από την τραγωδία. Έτσι ο Τζοφέ επινοεί τα ρομαντικά επεισόδια που οδηγούν στη σχέση του Άρθουρ με την Έστερ, φτάνοντας σχεδόν μέχρι τη μέση της ταινίας. Επινοεί και πολλά άλλα επεισόδια που δεν υπάρχουν στο βιβλίο, όσο για το τέλος, είναι γεμάτο σασπένς. Στον Χόθορν ο πάστορας πέφτει νεκρός στην εξέδρα της διαπόμπευσης μετά την ομολογία του. Στο έργο, του περνούν το σκοινί στο λαιμό για να τον κρεμάσουν. Θα τη γλιτώσει; Περιμένουμε με αγωνία. Όμως τελικά σώζεται. Ξαφνικά καταφθάνουν, όχι το ιππικό αλλά οι ινδιάνοι, που αρχίζουν να σφάζουν αδιάκριτα τους λευκούς (αφού προηγουμένως οι λευκοί τους είχαν πετσοκόψει σε έναν καταυλισμό τους). Έτσι σώζεται ο Άρθουρ, και στο εξής έζησαν αυτοί καλά (αν και λίγο, μας λέει η κόρη τους που είναι ο αφηγητής της ιστορίας), και εμείς, θα μπορούσε να ήταν και χειρότερα.
Η βουβή ταινία του Victor Sjöström (1926) με την Lilian Gish και τον Lars Hanson είναι πιο πιστή στο κείμενο. Εδώ δεν έχουμε happy end, αλλά και σ’ αυτήν υπάρχουν επινοημένα επεισόδια, κυρίως ως προς το πώς αναπτύχθηκε η σχέση ανάμεσα στην Χέστερ και στον Άρθουρ, αλλά όχι σε τόση έκταση. Πολύ καλή και αυτή.
Γράφω μετά από μήνες (16-9-2014), ανακαλύπτοντας ότι μια νεανική κωμωδία είναι λέει επηρεασμένη από το «Άλικο γράμμα». Ήταν στον φάκελο «ταινίες που έχω δει», και δεν την θυμόμουν καθόλου. Ψάχνοντας στη google ανακάλυψα μια ανάρτηση στη Βικιπαίδεια που το λέει. Η ταινία λέγεται Easy A
  Μετά από 6 χρόνια (29-7-2017) είδαμε και την ταινία του Wim Wenders (1972). Πριν γράψω για την ταινία θα ήθελα να κάνω κάποιο σχόλιο.
  Γίνεται πολύς λόγος με τα spoiler. Δεν πρέπει να γράφεις πολλά πράγματα για την υπόθεση, ειδικά το τέλος, γιατί μετά ο αναγνώστης χάνει το ενδιαφέρον του για την ταινία. Και εγώ αναρωτιέμαι: γιατί να πάει να δει κανείς μια ταινία για τη ζωή του Χριστού αφού ήδη την ξέρει; Ή μήπως αγνοεί ότι σταυρώθηκε ο Χριστός;
  Γιατί να πάει να δει κάποιος μια ταινία με τίτλο «Το άλικο γράμμα», βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ναθάνιελ Χόθορν, αφού έχει ήδη διαβάσει το μυθιστόρημα και ξέρει το τέλος;
  Εδώ υπάρχουν κάποιες απαντήσεις.
  Ναι, έχεις διαβάσει το μυθιστόρημα και σε ενθουσίασε, και γι’ αυτό θέλεις να δεις πώς μεταφέρθηκε στην οθόνη.
  Ναι, έχεις διαβάσει το μυθιστόρημα, αλλά η εμπειρία σου λέει ότι ένας σκηνοθέτης, ακολουθώντας τον σεναριογράφο, συνήθως δεν μένει πιστός στο μυθιστόρημα, βάζει και δικά του πράγματα ενώ παραλλάσσει άλλα. Φυσικά είναι δεδομένο ότι θα παραλείψει αρκετά, εκτός και αν πρόκειται για σήριαλ οπότε έχει την άνεση να βάλει ακόμη και όλα τα επεισόδια που υπάρχουν στο βιβλίο.
  Στο μυθιστόρημα του Χόθορν υπάρχει το σασπένς για το τι θα γίνει στο τέλος. Όταν βλέπεις την ταινία του Victor Sjöström θαυμάζεις την ωραία μεταφορά του στην οθόνη. Όταν βλέπεις την ταινία του Roland Joffé, εκεί υπάρχει ένα εξωκειμενικό εφέ του απροσδόκητου, και μόνο βέβαια αν έχεις διαβάσει το μυθιστόρημα. Βλέπεις με έκπληξη ότι ετοιμάζονται να κρεμάσουν τον παπά, πράγμα που δεν συμβαίνει στο μυθιστόρημα. Και πάνω σ’ αυτή την αλλαγή οικοδομείται το σασπένς: θα τον κρεμάσουν τελικά;
  Είπαμε, κατέφτασαν οι ινδιάνοι και τη γλίτωσε.
  Και περνάμε στην ταινία του Βέντερς.
  Νομίζω ότι ο Βέντερς, αλλάζοντας τον μύθο, έμεινε πιο πιστός στο μήνυμα που ήθελε να μεταδώσει ο Χόθορν.
  Η Έστερ δεν νοιώθει ντροπή για την πράξη της. Αγάπησε. Φέρει σαν τιμωρία και όχι σαν τύψη συνείδησης το Α στο στήθος της. Απεναντίας ο παπάς νοιώθει βαθιές τύψεις. Χαράζει ένα Α στο στήθος του το οποίο κρύβουν τα εσώρουχά του. Όταν εμφανίζεται ο άνδρας της Έστερ, αυτή τον προτρέπει να φύγουν με ένα καράβι που ετοιμάζεται να αποπλεύσει. Την τελευταία στιγμή διστάζει. Όχι, πρέπει να εξομολογηθεί το αμάρτημά του στο ποίμνιό του. Είπαμε, η εξομολόγηση απαλύνει τις τύψεις. Επιστρέφει. Και ομολογεί την πράξη του. Από τη συγκίνηση πέφτει αναίσθητος, όπως και στο μυθιστόρημα. Η Έστερ αρπάζει την επτάχρονη κορούλα της, που μετά από δυο χρόνια θα γίνει η Αλίκη στην επόμενη ταινία του Βέντερς, και τρέχει προς την παραλία. Ο άντρας της δεν θα την προλάβει. Όσο για τον πάστορα, θα τον μεταφέρουν μέσα. Δεν θα προλάβει να συνέλθει. Δυο χέρια γαντοφορεμένα τον αρπάζουν από το λαιμό και τον πνίγουν.
  Να ένοιωσε άραγε ποτέ τύψεις αυτός που τον έπνιξε;
  Ο Βέντερς, αντανακλώντας τους προσληπτικούς μηχανισμούς των θεατών του 20ου αιώνα, θεωρεί αυτή την υπαναχώρηση του πάστορα μια καθαρή ανοησία και την υπογραμμίζει με τον τρόπο που πέθανε. Ο Ναθάνιελ Χόθορν, αντανακλώντας κι αυτός τους προσληπτικούς μηχανισμούς των αναγνωστών του στους οποίους το πουριτανικό αίσθημα ήταν πολύ έντονο, «καθαίρει», κατά τη συνταγή της τραγωδίας, τον πάστορα, με το να τον βάζει να σωριάζεται νεκρός από τη συγκίνηση μετά που ομολόγησε το αμάρτημά του. Όσο για τον Τζοφέ, αυτός δίνει το κλασικό χολιγουντιανό happy end, με ένα τρόπο όμως που δείχνει την στενοκεφαλιά ενός θρησκόληπτου εκκλησιάσματος.
      



Post a Comment