Book review, movie criticism

Saturday, August 6, 2011

Νίκου Στρατάκη, Το ειδύλλιο της Ιβάνκας

Νίκου Στρατάκη, Το ειδύλλιο της Ιβάνκας, εκδοτικός οίκος Ν. Αλικιώτης & Υιοί, 1959, σελ. 123

Αφού παράτησα, όπως έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση, το «Τι πιστεύει αυτός που δεν πιστεύει» του Ουμπέρτο Έκο, πήρα να (ξανα)διαβάσω το «Ειδύλλιο της Ιβάνκας» του κοντοχωριανού μου Νίκου Στρατάκη.
Ο Νίκος Στρατάκης γεννήθηκε το 1988 στο Πάνω Χωριό (εγώ γεννήθηκα στο Κάτω Χωριό, που μαζί με το Πάνω Χωριό, την Επισκοπή και τα Παπαδιανά αποτελούσαν την πάλαι ποτέ κοινότητα Κάτω Χωρίου). Δίδαξε για λίγο σαν δάσκαλος στο Κεντρί (το χωριό της μάνας μου, 3 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Ιεράπετρας) και μετά έκανε καριέρα σαν στρατιωτικός. Πολέμησε στους βαλκανικούς πολέμους και στη Μικρά Ασία και τραυματίστηκε δυο φορές. Αποστρατεύτηκε με το βαθμό του συνταγματάρχη. Ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση. Μετέφρασε γάλλους ποιητές, παρνασσιακούς αν θυμάμαι καλά, γιατί διάβασα τη μετάφραση. Κάποια από τα βιβλία του υπήρχαν στη βιβλιοθήκη της κοινότητας του χωριού μου και τα είχα διαβάσει όταν ήμουν μαθητής. Το «Ειδύλλιο της Ιβάνκας» το βρήκα φοιτητής, στους πάγκους των παλαιοβιβλιοπωλών της οδού Μασσαλίας.
Ο Νίκος Στρατάκης διετέλεσε αντιπρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Πέθανε το 1970. Ήμουν τότε φοιτητής στην Αθήνα. Διάβασα θυμάμαι στις εφημερίδες ότι ήταν άρρωστος και νοσηλευόταν, αν δεν κάνω λάθος, στον Ευαγγελισμό. Έκανα τη σκέψη να τον επισκεφτώ, αλλά τελικά δεν τον επισκέφτηκα. Είναι ένα από τα πράγματα για τα οποία έχω μετανιώσει στη ζωή μου.
Όμως ας πάμε στο βιβλίο. Αυτό που το χαρακτηρίζει κυρίως είναι μια λυρική γραφή, και βέβαια ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας. Πολλές από τις ιστορίες που αφηγείται πρέπει να είναι πραγματικές. Σ’ αυτές ο Νίκος Στρατάκης περιγράφει τη φρίκη του πολέμου, όμως εστιάζει κυρίως στα ευγενικά αισθήματα των στρατιωτών. Μαθαίνουν την ιστορία της Ιβάνκας, μιας κοπελίτσας στο σπίτι της οποίας καταλύουν, σε ένα σλαβόφωνο χωριό, και για τον έρωτά της με τον Σισμάν Γιοβάνωφ, που ο πόλεμος τον βρήκε στη Βουλγαρία όπου είχε πάει να εργαστεί. Επιστρατεύεται, και πιάνεται αιχμάλωτος. Όταν ο αξιωματικός μαθαίνει το όνομά του, τον οδηγεί κατευθείαν στην Ιβάνκα. Ο αρραβώνας των δυο νέων είναι το χάπι εντ της ιστορίας. Σε ένα άλλο διήγημα μια τουρκοπούλα γίνεται η μασκότ του συντάγματος. Και σε ένα άλλο ο τραυματισμένος στρατιώτης, που βρίσκεται στο χειρουργείο του εχθρού όταν το καταλαμβάνουν οι δικοί μας (είχαν και οι εχθροί ανθρωπιστικά αισθήματα, δεν σκότωναν τους τραυματίες αιχμαλώτους) δέχεται τις περιποιήσεις στο ελληνικό νοσοκομείο από μια κοπέλα με την οποία είχε αλληλογραφία. Είναι το δεύτερο ειδύλλιο που συναντούμε. Βρίσκεται στο διήγημα «Οι άλικες παπαρούνες». Και θυμήθηκα τη «Μυστική παπαρούνα», ένα κεφάλαιο από τη «Ζωή εν τάφω» του Στρατή Μυριβήλη, που κι αυτός πολέμησε στους Βαλκανικούς πολέμους. Η παπαρούνα φαίνεται ασκούσε μια φετιχιστική επίδραση στους στρατιώτες μας τότε.
Οι ιστορίες μετακινούνται από τους βαλκανικούς πολέμους στην μικρασιατική εκστρατεία. Η τελευταία από τις έξι ιστορίες του Α΄ μέρους αναφέρεται σε μια νίκη του ελληνικού στρατού στον Σαγγάριο, πριν την πτώση του μετώπου. Ο τραυματισμένος αξιωματικός θα μπορούσε να είναι ο ίδιος ο Στρατάκης.
Τα διηγήματα του Β΄ μέρους δεν αναφέρονται σε πολέμους. Τα τρία από αυτά τοποθετούνται στο Επάνω Χωριό, ενώ το τελευταίο σε ένα ψαράδικο χωριό της Εύβοιας. Μόνο στο πρώτο έχουμε την αφήγηση μιας ιστορίας, πώς σώθηκε ένας πανωχωρίτης που είχε τραυματιστεί σε καυγά από έναν ικανό γιατρό.
Ζοφερά τα χρόνια εκείνα. Οι γιατροί σπάνιζαν, και από αυτούς ελάχιστοι ήσαν καλοί. Και η Ιεράπετρα δεν είχε νοσοκομείο, ούτε ο Άγιος Νικόλαος. Το πιο κοντινό νοσοκομείο βρισκόταν στο Ηράκλειο, και ο δρόμος δεν ήταν όπως είναι σήμερα. Δεν ήταν ασφαλτοστρωμένος, ήταν γεμάτος στροφές, και μια διαδρομή που τώρα γίνεται σε λιγότερο από μιάμιση ώρα τότε χρειάζονταν κοντά πέντε ώρες. Η απόσταση αυτή και μια κακή διάγνωση είχαν σαν αποτέλεσμα να πεθάνει η γιαγιά μου στο δρόμο προς το Ηράκλειο, το 1933, στα 56 της χρόνια, από περιτονίτιδα. Την επόμενη χρονιά, μετά από ένα εγκεφαλικό και από το μαράζι για το θάνατο της γιαγιάς μου πέθανε και ο παππούς μου. Μόλις είχε πατήσει τα 70.
Στα άλλα τρία διηγήματα έχουμε πολυμοναδικές αφηγήσεις, αφηγήσεις δηλαδή που ενώ παρουσιάζονται σαν να αναφέρονται σε μοναδικά γεγονότα, στην πραγματικότητα τα γεγονότα ήταν επαναλαμβανόμενα, με τις απαραίτητες βέβαια μικροδιαφορές. Στον «Νερόμυλο του Μπαρδαξή», διήγημα βραβευμένο με χρηματικό έπαθλο στο λογοτεχνικό διαγωνισμό του περιοδικού «Κρητική Εστία», ο Στρατάκης περιγράφει τη διαδικασία αλέσματος σταριού. Τη θυμάμαι κι εγώ αυτή τη διαδικασία, αλλά στον ελαιουργικό συνεταιρισμό της κοινότητας, με μηχανήματα που λειτουργούσαν με ηλεκτρισμό. Όμως σιγά σιγά οι χωριανοί μου έπαψαν να σπέρνουν – ο πατέρας μου ήταν ένας από αυτούς – και έτσι το εργοστάσιο του συνεταιρισμού περιορίστηκε στο να λειτουργεί μόνο σαν ελαιουργείο.
Το διήγημα ξεκινάει με την περιγραφή του χωριού: «Ένα μακρυνάρι είναι το χωριό, σκορπισμένο και βαλμένο από την μιαν άκρη ως την άλλη πάνω στο μάγουλο μιας ρεματιάς.
Ως θα βγει ο ήλιος πάνω από το Σκαλάκι, από το βουνό που στέκεται ψηλά και μακρυά, χρόνια τώρα ασάλευτος βαρδιάνος του, του δίνει το ζεστό και λαμπερό του χαιρετισμό.
Το χειμώνα είναι ζεστό και προσήλιο, το καλοκαίρι πάλι δροσερό και ησκιωμένο.
Η ρεματιά που το προσποδιάζει κατά του μάκρου είναι δασωμένη από πλατάνια μικρά και μεγάλα. Κάπου κάπου λυγαριές και βούρλα και πρικροδάφνες και μυρτιές, χλοήζουνε αυτή την έκταση του τοπίου σαν πινελιές από βαθύ πράσινο χρώμα ριγμένες με διάθεση ευφρόσυνης ώρας» (σελ. 97).
Γι’ αυτή τη ρεματιά έχω να προσθέσω κι εγώ κάτι. Σαν μαθητής στο δημοτικό είχα πάει εκεί κάμποσες φορές για να μαζέψω «πλίθο», τη σταχτιά λάσπη που υπήρχε στις όχθες της και που ήταν εύπλαστη σαν γύψος. Με αυτή κατασκευάζαμε διάφορα αντικείμενα, είτε για το μάθημα της χειροτεχνίας είτε για μας.
Στα «Χριστούγεννα με τον Παπαντρέα», ένα διήγημα παπαδιαμαντικό στη σύλληψη, περιγράφεται μια ακολουθία των Χριστουγέννων. Το διήγημα ξεκινάει: «Θυμάμαι πριν από πενήντα εξήντα χρόνια, πώς γιόρταζαν τα Χριστούγεννα οι χριστιανοί στο χωριό» (σελ. 108). Ο γενέθλιος τόπος αποτελεί και γι’ αυτόν μια εμμονή.
Το τελευταίο διήγημα αναφέρεται στην καθημερινότητα μιας οικογένειας σε ένα ψαράδικο χωριό της Εύβοιας. Να είχε άραγε ο Στρατάκης εκεί το εξοχικό του, όπως ο χωριανός μου ο Γιάννης ο Παραουλάκης, αλλά και πάρα πολλοί αθηναίοι;
Με συγκίνηση βρήκα σ’ αυτό το βιβλίο λέξεις που έχω χρόνια να τις ακούσω. Σταχυολογώ: αποταυρίστηκε (η ετυμολογία της λέξης θα είχε ενδιαφέρον. Ίσως να έχει σχέση με τα ταυροκαθάψια. Είναι το άπλωμα των χεριών πάνω και πίσω από τους ώμους για ξεμούδιασμα), φλαχτάρι (φυλαχτό), καβρός (κάβουρας), τράφος (τοιχίο από πέτρες για να συγκρατεί το χώμα στους αναβαθμούς, ή απλά για σύνορο των περιβολιών και των χωραφιών), καταπότης (μικρό χαντάκι από όπου περνά το νερό της βρύσης για την άρδευση των περιβολιών).
Εδώ όμως θα κάνω μια κριτική παρατήρηση, καθώς μου ήλθε στο νου μια ανάμνηση από τα μαθητικά μου χρόνια.
Ήμασταν η γενιά που μεγάλωσε με την καθαρεύουσα, και ήταν φυσικό να μην μπορούμε να τη χρησιμοποιούμε καλά. Θαυμάζαμε το συμμαθητή μας το Γιώργη το Λιόκαλο που τη χειριζόταν αριστοτεχνικά. Και θυμάμαι τα γέλια που έβαλε κάποτε όλη η τάξη όταν ο φιλόλογός μας διάβασε μια φράση από την έκθεση ενός συμμαθητή μας. «Εις παπάς». Ο συμμαθητής αυτός ήξερε ότι το «ένας» στην καθαρεύουσα λεγόταν «εις», αλλά δεν ήξερε – ή δεν του ήλθε στο νου εκείνη τη στιγμή – ότι ο «παππάς» στην καθαρεύουσα λέγεται «ιερεύς». Γράφει λοιπόν και ο Στρατάκης: «Ένας καβρός με τις χαρχάλες του απλωμένες τραβιέται μέσα στην τρύπα του, ένας βάτραχος πηδάει άλμα εις ύψος και χάνεται μέσα στο νερό» (σελ. 98). Μια και έβαλε τη λέξη «καβρός» αντί για κάβουρας έπρεπε να βάλει και τη λέξη «αφορδακός» αντί για βάτραχος, για να υπάρχει ομοιομορφία.
Θυμάμαι με τύψεις που βάζαμε στο στόμα ενός «αφορδακού» ένα αποτσίγαρο. Φούσκωνε, φούσκωνε, μέχρι που έσκαγε ο φουκαράς. Σαν παιδιά είχαμε πραγματικά βάρβαρα ένστικτα. Θυμάμαι και τον θεολόγο μας, που μας έκανε φιλολογικά στην πρώτη γυμνασίου, να μου λέει: Πάλι αδιάβαστος ήλθες Δερμιτζάκη; Είντα κανες, εμάζωνες καβρούς στην Πατσουνάκα;
Η Πατσουνάκα είναι μια μικρή περιοχή ακριβώς δίπλα στο χωριό, κάτω από τη στέρνα και το πλυσταριό, όπου παλιά έπλυναν οι γυναίκες του χωριού τα ρούχα. Σε ένα χαντάκι εκεί κοντά υπήρχε πολύ υγρασία, και ήταν γεμάτο βούρλα και τρύπες όπου είχαν τη φωλιά τους καβροί. Κόβαμε ένα βούρλο, το βάζαμε στην τρύπα, και το άρπαζε ο καβρός με τις δαγκάνες του. Τραβάγαμε το βούρλο, και να ’σου τον να κρέμεται στην άκρη. Έτσι τους «ξετρυπώναμε».
Αναμνήσεις ο Στρατάκης, αναμνήσεις κι εγώ. Δεν θα ήταν άσχημο η Μορφωτική Στέγη του δήμου Ιεράπετρας να επανεκδώσει κάποια από τα βιβλία του. Το «Ειδύλλιο της Ιβάνκας» θα ήταν μια καλή αρχή.
Post a Comment