Book review, movie criticism

Thursday, August 8, 2013

Πέτρος Τατσόπουλος, Η πρώτη εμφάνιση



Πέτρος Τατσόπουλος, Η πρώτη εμφάνιση, Καστανιώτης 2006, σελ. 505

  Πριν λίγες μέρες γράψαμε για το «Τιμής ένεκεν» του Τατσόπουλου, προαναγγέλλοντας ότι θα γράφαμε και για την «Πρώτη εμφάνιση». Σήμερα ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, να γράψουμε γι’ αυτήν.
  Το έχουμε δηλώσει, θεωρούμε τον Τατσόπουλο ως έναν από τους καλύτερους νεοέλληνες πεζογράφους, και μας αρέσει ιδιαίτερα για το χιούμορ του. Για να μην επαναλάβω πράγματα, θα παραπέμψω στον παραπάνω σύνδεσμο.
  Στην «Πρώτη εμφάνιση» ο Τατσόπουλος σατιρίζει τον κόσμο του θεάματος, όπως λίγα χρόνια αργότερα, με το «Τιμής ένεκεν», θα σατιρίσει τον κόσμο του βιβλίου (Η «Πρώτη εμφάνιση» πρωτοεκδόθηκε το 1994 από την Εστία). Επινοώντας μια εντυπωσιακή πλοκή στην οποία το σασπένς αιωρείται συνεχώς παρουσιάζει τα παρασκήνια του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, τα βραβεία, τις κριτικές των ταινιών και τα συναφή. Η διαγραφή των χαρακτήρων είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την τυπικότητα μέσα από την ατομικότητα.
  Ένα από τα στοιχεία του χιούμορ του Τατσόπουλου είναι οι ευφάνταστες μεταφορές και παρομοιώσεις, που ανάλογές τους συναντήσαμε μόνο στον Γιάννη Ξανθούλη. Να δώσουμε κάποια δείγματα.
  «…τα κάλλη της είχαν αποσυρθεί, όπως τα ύδατα κάποτε από την επιφάνεια του Άρη» (σελ. 174).
  «…στεκόταν στο αντικρινό ύψωμα, πάνω στη μηχανή του, αγέρωχος, σαν Ινδιάνος που αγναντεύει την ταχυδρομική άμαξα να πλησιάζει κι ορέγεται τα χλωμά πρόσωπα γδαρμένα» (σελ. 280).
  Κι ένα τελευταίο:
  «Την παρηγορούσε το γεγονός ότι ο Μπλέτσας έχανε τη δύναμή του όταν βρισκόταν μακριά από τη γενέτειρά του, όπως έχανε και ο Αστερίξ τη δική του δύναμη μόλις παρερχόταν η επίδραση του μαγικού φίλτρου» (σελ. 293).
  Από τις ωραιότερες σελίδες του βιβλίου είναι το μεθυσμένο παραλήρημα του Βρεττού  και η περιγραφή του δυστυχήματος στο οποίο τραυματίζονται θανάσιμα δυο από τα κύρια πρόσωπα της ιστορίας.
  Να σημειώσουμε τέλος κάτι που μας άρεσε, η χρήση της έλξης του αναφορικού που χρησιμοποιούμε στον προφορικό λόγο και που οι περισσότεροι συγγραφείς και μεταφραστές περιφρονούν: «…όλους όσους κάνουν…», «…όλους όσους θα λάβουν…» κ.ά.
  Και τώρα θα σχολιάσουμε κάποια αποσπάσματα, όπως συνηθίζουμε.
  «Όταν του ανέφερα ότι είστε κριτικός ταινιών και ονομάζεστε Ευθυμίου, εντυπωσιάστηκε. Ποιος Ευθυμίου, μου κάνει, ο Ευθυμίου της Ώρας; Είναι τόσο διάσημος λοιπόν;
  -Όποιος γράφει είναι διάσημος. Θέλει να πιστεύει ότι είναι. Και κάτι τύποι σαν τον άνδρα σας του τονώνουν το ηθικό» (σελ. 313).
  Εγώ δεν είμαι διάσημος, και γι’ αυτό θα μου τονώσετε το ηθικό αν βάλετε ένα like στην ανάρτηση αυτής της βιβλιοκριτικής στο facebook, από όπου πιθανότατα θα την διαβάσετε.
 Διαβάζουμε στην αρχή του κεφαλαίου «Το έτερον ήμισυ».
  «Ήταν λίγο πιο κοντός από μένα, λίγο πιο χοντρός από μένα – αλλά σε γενικές γραμμές: σαν εμένα. Στο πρόσωπό του κυριαρχούσαν δυο παιδικά μάτια και δυο φουσκωτά μάγουλα-χαρακτηριστικά που αποδίδουμε συνήθως σε άνθρωπο καλόκαρδο, εξωστρεφή και καλοζωισμένο» (σελ. 354).
  Μα αυτό είναι το πορτραίτο μου!
  Μια από τις τρυφερές προσφωνήσεις της φίλης μου είναι gordito. Επίσης mis ojitos, tan pequenitos (αυτά ριμάρουν). Και όταν της είπα ότι ένα από τα «αλλιώς» μου στο λόχο ΥΕΑ ήταν «Τα πρώτα μάγουλα του λόχου ΥΕΑ», της άρεσε τόσο, ώστε πρόσθεσε και το mis grandes mejillas (Για το λόχο ΥΕΑ έχω γράψει στην πρώτη από τις αυτοβιογραφικές μου σημειώσεις, με τίτλο «Το χαμόγελο»).
  Μόλις έχω απολυθεί από το στρατό, είναι Πάσχα, και παίζω παρτατζίκια (αυτοσχέδια πυροτεχνήματα) στην πλατεία του χωριού μας. Με βλέπει ένα σποράκι, τριών τεσσάρων μόλις χρόνων, νομίζω ο προ-τελευταίος γιος του Στέλιου του καφετζή (έχω γράψει μια κατωχωρίτικη ιστορία γι’ αυτόν), και μου φωνάζει επιτιμητικά: -Ε μπεμπάκι, μπεμπάκι.
  Το μπεμπάκι φώναζε εμένα μπεμπάκι!
  Τώρα δεν έχει νόημα να απολογηθώ μιλώντας για νεοτονία κ.λπ., έχει γράψει σχετικά ο Κόνραντ Λόρεντς στο «Η πίσω όψη του καθρέφτη», το οποίο έχω μεταφράσει. Είχε όμως πλάκα, και γι’ αυτό δεν το ξέχασα. Όταν το είπα στη φίλη μου της άρεσε, και άρχισε και αυτή να μου φωνάζει συχνά: E bebachi, bebachi. Με κρητική προφορά.
  Διαβάζουμε:
  «Ούτε ν’ ακούσουν δεν θέλουν, όχι μονάχα για ελληνική, μα και για οποιαδήποτε ευρωπαϊκή… για καμία ταινία τελικά εκτός απ’ τις αγγλόφωνες» (σελ. 390).
  Βρίσκομαι στους αντίποδες. Το έχω δηλώσει επανειλημμένα ότι δεν αντέχω να βλέπω ταινία στην οποία μιλάνε αγγλικά, με εξαίρεση τον Woody Allen. Αυτό για το οποίο διαβάζουμε παραπάνω είναι μια ακόμη έκφραση του αμερικάνικου πολιτιστικού ιμπεριαλισμού.
  «Νανούρισέ με, Ευθυμίου. Νανούρισέ με. Φέρε μου τον ύπνο. Γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ. Γιατί δεν έρχεται ο ύπνος; Ποιος εμποδίζει τον ύπνο μου;».
  Φαντάζομαι δεν μπήκε τυχαία. Και εγώ θα καμαρώσω για την διακειμενική μου επάρκεια:
  "Μην κοιμάστε πια! Μην κοιμάστε, τι ο Μάκβεθ σκοτώνει τον ύπνο, τον ύπνο τον αθώο, τον ύπνο που της έγνοιας τα μπερδεμένα νήματα ξεμπλέκει. (...) ο Μάκβεθ δεν θα κοιμηθεί ποτέ του πια".
  Είναι εξαιρετικότατο μυθιστόρημα «Η πρώτη εμφάνιση». Ο Μένης Κουμανταρέας γράφει στο «Διαβάζω» (και διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο): «Με έκανε να ζηλέψω την αφηγηματική του φλέβα, την ευφορία και τον οίστρο του».
  Τον καταλαβαίνουμε απόλυτα.
 
Post a Comment