Book review, movie criticism

Tuesday, August 20, 2013

Ένα φωτογραφικό συμπλήρωμα στο βιβλίο μου "Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά"

Δεξιά είναι το μαγγανοπήγαδο. Στην κορυφή στον κύλινδρο έμπαινε ο σωλήνας που είναι πεσμένος στο πλάι. Στην άκρη του δεμένο ένα γαϊδουράκι γύρναγε γύρω γύρω. Το νερό ανέβαινε και κυλούσε από το μικρό αυλακάκι, μπροστά στην τσιμεντόπλακα.
Κάποτε εγκαταλείφθηκε το μαγγανοπήγαδο και αντικαταστάθηκε με βενζινοκίνητη μηχανή. Αλλά μετά από κάποια χρόνια εγκαταλείφθηκε και αυτή. Κείτεται σκουριασμένη. Το σκοινάκι που το τυλίγαμε στον κύλινδρο και το τραβούσαμε για να πάρει μπροστά βρίσκεται ακόμη εκεί, με το ξυλάκι στην άκρη του.
Μπροστά φαίνονται πλαστικές σωλήνες νερού. Αυτές αντικατέστησαν τη μηχανή. Το νερό έρχεται από τη Μαλάβρα. Η παροχή είναι εκεί κοντά.
Αυτά βρίσκονται στο περβόλι του Νίκου του Πετράκη, ταμεία του συλλόγου μας στην Αθήνα, κοντά στο σπίτι μας. Στο δρομάκι περπατώ τις μέρες που δεν πάω για μπάνιο.










Στο σπίτι μας η εξέλιξη ήταν παρόμοια, αλλά όχι ακριβώς η ίδια. Εμείς δεν είχαμε μαγγανοπήγαδο αλλά μαγγάνι. Σαν αυτό στη φωτογραφία.

Με τη διαφορά ότι ο κύλινδρος στη μέση ήταν κανονικός κύλινδρος, και όχι σιδερένιος αλλά ξύλινος.







Ρίχναμε τον κουβά μέσα στο πηγάδι, τινάζαμε λίγο το σκοινί για να πάει με το πλάι και να βυθιστεί στο νερό, και μετά τον τραβάγαμε πάνω. Χύναμε το νερό στο στερνάκι, στο κάτω μέρος του οποίου υπήρχε μια τρύπα, μπροστά στο μικρό στερνάκι, την οποία φράσαμε. Όταν γέμιζε το στερνάκι την ανοίγαμε, αλλά συχνά βάζαμε και ένα ξύλο για να μειωθεί η πίεση του νερού και να μη χύνεται έξω. Έχυσα κουβάδες ιδρώτα βγάζοντας ακόμα πιο πολλούς κουβάδες νερό.
Και κάποτε σώθηκα: ο πατέρας μου τοποθέτησε βενζινομηχανή. Βρίσκεται κι αυτή σκουριασμένη πάνω στο πηγάδι, ενώ μπροστά είναι η σωλήνα που ήταν βυθισμένη στο πηγάδι και από την οποία έβγαινε το νερό.
Αργότερα συνδεθήκαμε κι εμείς με μια παροχή νερού. Γρήγορα όμως την εγκατέλειψα, λίγο μετά το θάνατο του πατέρα μου, γιατί βρήκα μια λύση καλύτερη: το βατραχάκι. Το βατραχάκι είναι μια μηχανή άντλησης νερού που δουλεύει με ρεύμα. Με ένα χρονοδιακόπτη κανονίζω ώστε να τροφοδοτείται με ρεύμα κάπου μια ώρα την ημέρα. Έτσι ποτίζονται οι πορτοκαλιές και οι μανταρινιές του περβολιού μας.


Στη διπλανή φωτογραφία διακρίνονται το σκοινάκι με το οποίο έχω δέσει το βατραχάκι που είναι μέσα στο πηγάδι, δεμένο στην παλιά σωλήνα, το καλώδιο που τροφοδοτεί το ρεύμα και πιο πίσω η σωλήνα από την οποία τρέχει το νερό.






Μπροστά είναι μια μανταρινιά και δεξιά, μόλις που φαίνεται ο κορμός της, μια πορτακαλιά, φαλοφόρα. Πήγαινα δευτέρα δημοτικού και στη φυτολογία μάθαμε πώς γίνονται τα δέντρα, με τα κουκούτσια. Έφαγα ένα πορτακάλι από τη μια από τις δυο πορτακαλιές που έχουμε στο περβόλι, που τα πορτακάλια τους έχουν κουκούτσια. Μάζεψα τα κουκούτσια και τα έβαλα σε μια γλάστρα που το λουλούδι της είχε ξεραθεί. Μετά από κάμποσο καιρό φύτρωσαν. Η μητέρα μου πήρε τα φυτά και τα μεταφύτεψε σε μια πρασιά στο περβόλι. Όταν μεγάλωσαν ακόμη περισσότερο, ο πατέρας μου τα πήρε και τα φύτεψε στη θέση που είναι σήμερα. Από τα κουκούτσια βγαίνουν νερατζές, αλλά ο πατέρας μου τις κέντρισε, τις τρεις πορτακαλιές και τις άλλες δυο μανταρινιές. Όμως τη μια πορτακαλιά την ξεπατώσαμε, γιατί ήταν φυτεμένη πολύ κοντά στις άλλες και ήταν ασθενική.
Και κάποιες ακόμη φωτογραφίες.

Το πρώτο σιδερένιο αλέτρι στο χωριό μας, που αντικατέστησε το ξύλινο. Το αγόρασε ο πατέρας μου πριν πολλές δεκαετίες. Τώρα κοίτεται στην άκρη του περβολιού, περιμένοντας τη θέση του στο μουσείο του χωριού μας, αν ποτέ αξιωθεί ο σύλλογος να φτειάξει ένα, ή κάποιον κλέφτη να το βουτήξει.





Η σκάφη που έπλενε τα ρούχα μας η μητέρα μου, με νερό από το πηγάδι. Ήμασταν τυχεροί που είχαμε το πηγάδι, γιατί οι περισσότερες χωριανές μας πήγαιναν στο πλυσταριό, κοντά στην πλατεία, στη μεγάλη βρύση.








Ο φούρνος όπου η μητέρα μου έψηνε το ψωμί, το ψητό και τις καλλιτσούνες το Πάσχα.










Και δυο πιθάρια, ένα μεγάλο

και ένα μικρό, όπου βάζαμε λάδι. Η διακόσμηση είναι μεταγενέστερη. Αλήθεια σας λέω, δεν είναι αρχαία.










Την αποθήκη στο βάθος, με ελενίτ, την έκανα αφού πέθανε ο πατέρας μου. Εκεί βάλαμε όλα τα συμπράγκαλά του, ψεκαστήρα, σκάλες, σκαλίδες κ.λπ. όπως και της μητέρας μου, τον αργαλειό, το μύλο, το χαβάνι, το σίδερο με κάρβουνα, κ.ά. Έκανα αναβάθμιση της παλιάς αποθήκης σε τραπεζαρία.







Είχα την ατυχή έμπνευση να συνδέσω την αποθήκη αυτή με μια μπαλαντέζα, από την οποία τροφοδοτούσα με ρεύμα και τα φωτιστικά που είχα βάλει πάνω στον τοίχο του περβολιού. Λέω ατυχή, γιατί, συνδεμένη με τον σκελετό που στήριζε παλιά μια κλιματαριά και την οποία ξεπάτωσα αφού υπήρχε η άλλη στην αποθήκη, να μη μου βρωμίζει την αυλή με σάπιες ρόγιες, αποτέλεσε μια αερογέφυρα. Μια αερογέφυρα που συνέδεε μια μητρόπολη αρουραίων μέσα στο πηγάδι με την αποικία που έφτιαξαν στην αποθήκη. Έτσι μπορούσαν να πηγαινοέρχονται με απόλυτη ασφάλεια, χωρίς να φοβούνται τις γάτες.


























Μείνετε συνδεδεμένοι, θα προσθέσω και άλλες φωτογραφίες.









Από την αποθήκη μου. Την οποία όπως είπα την έφτιαξα για να αδειάσω την άλλη αποθήκη που την έκανα τραπεζαρία. Θα την είχα αδειάσει, αλλά δεν θέλω να πετάξω αντικείμενα που με δένουν συναισθηματικά με τα παιδικά μου χρόνια, αλλά και με τους γονείς μου.

Αριστερά το χαβάνι και στο κέντρο το σίδερο με κάρβουνα, τοποθετημένα πάνω στον αργαλιό της μητέρας μου.









Μετά τη σκάφη, ένα πλυντηριάκι, το πράσινο, που δεν ζέσταινε το νερό, απλά γύρναγε τα ρούχα. Αριστερά δίπλα του η άλλη σκάφη, εκεί που η μητέρα μου ζύμωνε το αλεύρι. Δεξιά ένα πανέρι πάνω σε ένα κόσκινο.








Δεν φαίνεται καθαρά, είναι σε πρώτο πλάνο, μπροστά από τις κατσαρόλες, το πάνω μέρος ενός άλλου σίδερου με κάρβουνα. Όταν μας χάλασε πήραμε αυτό που ανάρτησα πιο πάνω.










Το σκέπασμα του φούρνου. Μπροστά η ψεκαστήρα του πατέρα μου και πίσω διακρίνεται το κοντάρι και ο μοχλός από το "διαβολάκι", ένα ραβδιστικό μηχάνημα, το πρώτο της γενιάς του, που σκόρπιζε τις ελιές μακριά από τα δίκτυα. Δούλεψε ένα χρόνο, το χειμώνα του 1987-1988, για την ακρίβεια τις διακοπές των Χριστουγέννων.




Και το φουρνόξυλο. Πάνω εκεί τοποθετούσε η μητέρα μου το ψωμί και το έσπρωχνε μέσα στο φούρνο, και τα ταψιά με το ψητό και τις καλλιτσούνες.









Και οι σκάλες, που ανεβαίνουμε για να ραβδίσουμε τα ψηλά κλαδιά στις ελιές.











Και ένα ανέκδοτο, που μου το είπε ο φίλος μου ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης. Δείχνει ότι οι πνευματικοί άνθρωποι είναι τόσο πολύ αφοσιωμένοι στις αναζητήσεις τους και δείχνουν τόσο λίγο ενδιαφέρον για τα εγκόσμια, που συχνά δεν έχουν καθόλου πρακτικό νου. Ο καθηγητής μένει μόνος και έχει δυο γάτες, μια μεγάλη και μια μικρή. Τον ενοχλούν από τα διαβάσματα και τα γραψίματά του γρατζουνώντας την πόρτα για να μπουν μέσα, αναγκάζοντάς τον έτσι να διακόψει, να σηκωθεί και να τους ανοίξει. Φωνάζει λοιπόν ένα μαραγκό και του λέει να ανοίξει δυο τρύπες στην πόρτα, μια μεγάλη και μια μικρή, τη μεγάλη για να μπαίνει από αυτή η μεγάλη γάτα και τη μικρή για να μπαίνει από αυτή η μικρή γάτα. Φαντάζομαι σαν αυτή που είναι στη φωτογραφία.

Την τρύπα αυτή δεν την άνοιξε κανένας μαραγκός, την άνοιξαν τα ποντίκια. Τα οποία, πιο πρακτικά, άνοιξαν μόνο μια τρύπα, για να χωρούν τα μεγάλα, και από την ίδια τρύπα να μπαίνουν και τα μικρά.








Και τρεις ακόμη φωτογραφίες

 Τώρα είναι τζάκι διακοσμητικό, δεν λειτουργεί, αλλά παλιά ήταν η παραστιά (πυροστιά, πυρός εστία), όπου με ξύλα η μητέρα μου μαγείρευε το φαγητό.

Μετά ήλθαν τα πετρογκάζ. Το άφησα εκεί μήπως λέει το χρειαστώ, αν έχουμε καμιά διακοπή ρεύματος. Δεν χρειάστηκε να το χρησιμοποιήσουμε ποτέ.








Το πετρογκάζ το αντικατέστησε ένα ηλεκτρικό φουρνάκι με τρία μάτια πάνω.












Για χρόνια δεν είχαμε ραδιόφωνο. Κάποια στιγμή αποκτήσαμε ένα τρανζίστορ. Μετά μια τηλεόραση. Εδώ είναι η κεραία. Ο πατέρας μου έβλεπε μόνο τις ειδήσεις. Εδώ είναι η κεραία. Με θάμπωνε ο ήλιος, πήρα στα τυφλά, φαίνεται το κοντάρι με τον μετασχηματιστή.






Ήταν νομίζω το 1999. Ο γιος μου μας έκανε εκβιασμό: ή βάζετε δορυφορική ή δεν έρχομαι στην Κρήτη. Τι να κάνουμε, ένα τον έχουμε, του κάναμε το χατήρι. Μιλάμε βέβαια για τα ελεύθερα κανάλια, νόβες και τέτοια για δυο μήνες ήταν πεταμένα λεφτά. Εξάλλου και ο γιος μου τα ελεύθερα ήθελε.

Για τη ζέστη βάλαμε πρώτα ανεμιστήρες. Μετά μια χωριανή μού είπε για το στόκο, αυτόν που χρησιμοποιούν στα θερμοκήπια, πόσο μειώνει τη θερμοκρασία με το άσπρο του χρώμα. Γι' αυτό η ταράτσα είναι άσπρη. Μετά ήλθαν τα κλιματιστικά. Εδώ είναι η εξωτερική μονάδα του ενός από τα δυο που έχουμε. Στο βάθος ο ανηφοράς (άνω φέρω τον καπνό), καλυμμένος, για να μην μπαίνουν τα ποντίκια.



Και μια τελευταία φωτογραφία: ο προφήτης Ηλίας, από την ταράτσα του σπιτιού μου. Δεν θα ξαναδούμε ποτέ πια αυτό το ανθρώπινο φίδι, ελικοειδές, να ανεβαίνει το μονοπάτι που πηγαίνει στην κορυφή. Όλοι τώρα πηγαίνουν με τα αυτοκίνητα στον εσπερινό και ανήμερα της γιορτής του.





Και μια φωτογραφία ακόμη: Το αλώνι που έφτιαξε ο πατέρας μου στο χωράφι μας στον Καλαμάτη, περιοχή Επισκοπή. Πουλήθηκε πρόπερσι. Το έφτιαξε κάπου το 1970, και αλώνεψε μόλις δυο ή τρεις φορές. Ήταν στην περίοδο της μετάβασης από την αυτοκατανάλωση στην αγορά, όσον αφορά το ψωμί.
Post a Comment