Book review, movie criticism

Sunday, August 25, 2013

Ίβο Άντριτς, Ταραγμένοι καιροί



Ίβο Άντριτς, Ταραγμένοι καιροί (μετ. Χρήστος Γκούβης), Καστανιώτης 2002, σελ. 305

  Τον Ίβο Άντριτς τον ήξερα από μαθητής, όταν από τις εκδόσεις Δαρεμά ή κάτι τέτοιο κυκλοφορούσε το μυθιστόρημά του «Το γεφύρι του Δρίνου». Όμως δεν το διάβασα, απλά ήξερα τον συγγραφέα και το βιβλίο. Επέπρωτο να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να διαβάσω κάτι δικό του. Η συλλογή διηγημάτων «Ταραγμένοι καιροί» είναι ένα από τα τέσσερα βιβλία που δανείστηκα, εδώ στην Κρήτη, από τον ξάδελφό μου τον Γιώργη τον Τζανετάκη.
  Διαβάζοντας το βιογραφικό του στη Βικιπαίδεια βλέπω ότι έζησε σε ταραγμένους καιρούς (1892-1975), και μάλιστα ενεπλάκη με την πολιτική του δράση σ’ αυτούς. Όμως οι ταραγμένοι καιροί στους οποίους αναφέρεται στα διηγήματά του είναι οι πριν τη γέννησή του, λίγο πριν και λίγο μετά την προσάρτηση της πατρίδας του της Βοσνίας στην Αυστροουγγαρίας, η οποία πρώτα ήταν κτήση της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
  Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο στον Άντριτς είναι η διεισδυτικότητά του στον ψυχισμό των ηρώων του. Όσο εντυπωσιακά και αν είναι τα γεγονότα που αφηγείται στις ιστορίες του, άλλο τόσο  εντυπωσιακός είναι και ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει τον αντίκτυπο των γεγονότων αυτών στον ψυχισμό των ηρώων του. Στο πρώτο μάλιστα, εκτενέστατο διήγημα, που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή, η πλάστιγγα κλείνει περισσότερο προς τον δεύτερο.
  Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι ο μη τυπικός χαρακτήρας των ηρώων του. Παρά το ότι ο Άντριτς κατέλαβε σημαντικές πολιτικές θέσεις δεν ξέρω κατά πόσο ήταν κομμουνιστής, σίγουρα όμως έχει γυρίσει τις πλάτες του στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό.
  Δεν έχει νόημα να μιλήσω για κάθε διήγημα ξεχωριστά, θα αναφερθώ όμως σε ένα, πολύ εκτενές επίσης, πολύ σπαρταριστό, που έχει τίτλο «Η πρόβα». Κεντρικός ήρωας σ’ αυτήν είναι ένας «μη τυπικός» καλόγερος, ο φρα-Σέραφιν. Από όπου περνά σκορπάει το γέλιο, αλλά και βάζει τους ανωτέρους του σε μπελάδες με τη «μη τυπική» συμπεριφορά του. Ένας τέτοιος «μη τυπικός» καλόγερος είναι και ο καλόγερος στην παρέα του Ρομπέν των Δασών, τουλάχιστον όπως παρουσιάζεται στον «Ιβανόη» του Walter Scott.
  Διαβάζοντας την βιβλιοκριτική που έγραψα για αυτό το βιβλίο για να βάλω τον σύνδεσμο, είδα μια αναφορά που έκανα στον παπά-Γιωργάκη.
  Ο παπά-Γιωργάκης ήταν ένας μη τυπικός παπάς, όπως ο φρα-Σέραφιν ήταν ένας μη τυπικός καλόγερος. Ήταν τόσο γραφικός ο συγχωρεμένος, ώστε ένα ξένο περιοδικό τον έβαλε εξώφυλλο. Άκουσα μάλιστα ότι με τα σπασμένα αγγλικά του έκανε κάποτε ερωτική εξομολόγηση σε μια τουρίστρια.
   Τον παπά-Γιωργάκη τον γνώρισα και από πιο κοντά, και όχι μόνο σε εκείνο το ατυχές επεισόδιο που αναφέρω στην παραπάνω βιβλιοκριτική, αλλά και στο κεφάλαιο Προλήψεις και Δεισιδαιμονίες του βιβλίου μου «Το χωριό μου-από την αυτοκατανάλωση στην αγορά». Ήταν στο σπίτι της συγχωρεμένης της θείας μου της Πολύμνιας, με την οποία ήταν συγγενής. Ανάμεσα στα διάφορα ξεκαρδιστικά που μας είπε ήταν και το παρακάτω ανέκδοτο.
  Η παπαδιά στέλνει τον παπά να πάρει ψάρια. Είναι Σάββατο, έχει λαϊκή. Γυρνώντας από τη λαϊκή ο παπάς συναντά μια γυναίκα, τροφαντή και ζουμερή, που τον ρωτάει: -Παπά, ξέρεις να μου πεις πού βρίσκεται το μ…ί στη γυναίκα, μπροστά ή πίσω; -Με δουλεύεις; της απαντάει ο παπάς, όλος ο κόσμος το ξέρει. –Βάζουμε στοίχημα ότι δεν ξέρεις; -Τι στοίχημα; -Αν το βρεις θα σταθώ να με π…ήξεις, αν δεν το βρεις θα μου δώσεις το ψάρι που κρατάς. Δέχεσαι; -Δέχομαι, λέει ο παπάς (θα μπορούσα εδώ να προσθέσω «αδημονώντας», μια και του καλάρεσε η γυναίκα αυτή, αλλά δεν θέλω να γράψω παραπάνω πράγματα από αυτά που είπε ο παπά-Γιωργάκης για να κάνω την ιστορία πιο γλαφυρή).
-Για πες μου λοιπόν πού βρίσκεται; -Μπροστά, κάνει ο παπάς. –Αμ δε, του λέει αυτή, και γυρνώντας του τον πισινό της κατεβάζει το βρακί και του το δείχνει.
  Πηγαίνει ο παπάς στο σπίτι, παπά πού είναι τα ψάρια, άστα παπαδιά, σκόνταψα και χύθηκαν στο δρόμο, και πριν προλάβω να τα μαζέψω όρμησαν κάτι γάτες και τα άρπαξαν.
  Το άλλο Σάββατο ο παπάς γυρνάει πάλι από τη λαϊκή κρατώντας μια σακούλα ψάρι. –Παπά, βάζουμε στοίχημα ότι δεν ξέρεις πού βρίσκεται το μ…ί; του λέει η ίδια γυναίκα.-Βάζουμε, λέει ο παπάς. Φυσικά έβαλαν το στοίχημα που είχαν βάλει και την προηγούμενη φορά. –Πού είναι; -Πίσω. –Αμ δε, του λέει αυτή, και γέρνοντας ελαφρά προς τα πίσω το κορμί της κατεβάζει τη βράκα της και του το δείχνει.
  -Παπά, πού είναι το ψάρι; του λέει αγανακτισμένη η παπαδιά που τον βλέπει να γυρνάει πάλι με άδεια χέρια. Και ο παπάς: -Παπαδιά, αν δεν σταθεροποιηθεί το μ…ί της γυναίκας δεν πρόκειται να φας ψάρι.
  Και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές μου ήλθε στο νου ένας άλλος παπάς, επίσης μη τυπικός, έχω ξεχάσει το όνομά του, ξέρω όμως από ποιο χωριό είναι αλλά προτιμώ να μην το αναφέρω. Μάλιστα αυτός δεν την γλίτωσε όπως ο φρα-Σέραφιν, για κάποιο διάστημα ο Δεσπότης τον έκανε αργό, αν θυμάμαι καλά. Κάποτε βρεθήκαμε σε μια παρέα, σε ένα καφενείο στη Θριπτή. Ξεραθήκαμε στα γέλια με αυτά που μας έλεγε.
  Κυκλοφορούσαν και γι’ αυτόν πολλές ιστορίες, αλλά αυτή που θυμάμαι είναι η παρακάτω.
  Ο παπάς έχει τρακάρει με το αγροτικό του, που το αγόρασε πριν λίγο καιρό. Τον βλέπει λίγο αργότερα ένας χωριανός και τον ρωτάει –Παπά, πώς έγινε έτσι το αμάξι σου; -Άστα, μου βγήκε κουτουλιάρικο, απαντάει αυτός.
  Κρητικό αστείο, που μόνο οι παλιοί μπορούν να το καταλάβουν, τότε που κάθε οικογένεια είχε την κατσίκα της για το γάλα της, τα κατσικάκια της αλλά και για το δικό της κρέας όταν γερνούσε-αν δεν ψοφούσε στο μεταξύ, εννοείται. Ένα ελάττωμα που μπορούσε να έχει μια κατσίκα είναι, όταν την άρμεγαν, ή να χύνει το γάλα δίνοντας μια κλωτσιά στην κατσαρόλα ή να τα κάνει μέσα σ’ αυτήν γεμίζοντας το γάλα προβατσουλιές. Ένα άλλο ήταν να κουτουλάει. Αυτές ήταν οι κουτουλιάρικες κατσίκες. Έφαγα κι εγώ μια κουτουλιά από μια τέτοια κατσίκα. Από τότε έμαθα να τις πλησιάζω με προσοχή.
  Όμως ας ξαναγυρίσουμε στον Άντριτς.
  Ο Άντριτς ήταν Κροάτης αλλά γεννήθηκε στη Βοσνία. Σε ένα από τα διηγήματά του γράφει ότι «Η Βοσνία είναι η χώρα του μίσους» (σελ. 299), και πιο κάτω «Γιατί ο τόπος αυτός, ο φτωχός και καθυστερημένος, όπου ζουν κοντά κοντά, μαζί, τέσσερις διαφορετικές πίστεις, θα χρειαζόταν τέσσερις φορές περισσότερη αγάπη, κατανόηση και ανοχή απ’ όση στις άλλες χώρες. Κι αντίς γι’ αυτό, στη Βοσνία η αδυναμία συνεννόησης που με τον καιρό μετατρέπεται σε ανοιχτό μίσος, είναι η συνηθισμένη σχεδόν κατάσταση ανάμεσα στους ανθρώπους» (σελ. 301). Λίγο πιο πριν είχε γράψει, προφητικά: «…στα σκοτεινά κι απρόσιτα έγκατα της ψυχής των ανθρώπων κρύβονται θύελλες μίσους, λαίλαπες συμπυκνωμένου και στοιβαγμένου μίσους που ωριμάζουν λίγο λίγο και παραμονεύουν την ώρα τους» (σελ. 299).
  Η ώρα αυτή ήλθε το 1992, αλλά ευτυχώς ο Άντριτς δεν έζησε για να τη δει. Πέθανε το 1975.
  Μεγάλος συγγραφέας ο Άντριτς, θα ξαναδιαβάσω βιβλίο του αν πέσει στα χέρια μου.
Post a Comment