Book review, movie criticism

Tuesday, September 29, 2015

Friedriech Nietzsche, Η γενεαλογία της ηθικής



Friedriech Nietzsche, Η γενεαλογία της ηθικής (μετ. Μίνας Ζωγράφου) εκδόσεις Μαρή χχ σελ. 167

  Τη «Γενεαλογία της ηθικής» και τη «Γέννηση της τραγωδίας» δεν είχα σκοπό να τα ξαναδιαβάσω, γιατί ήδη τα είχα ξαναδιαβάσει. Τελικά άλλαξα γνώμη, είπα να τα διαβάσω και αυτά. Έτσι, μετά τον «Ευρωπαϊκό μηδενισμό» θα γράψουμε σήμερα για τη «Γενεαλογία της ηθικής».
Το βιβλίο αυτό του Νίτσε είναι αυτό που μου άρεσε περισσότερο από όλα του τα βιβλία. Μάλιστα όταν ήλθα στην Αθήνα να δώσω πανελλαδικές – ή όπως λεγόταν εκείνη την εποχή, δεν θυμάμαι – το αγόρασα και στα γερμανικά, με τη φιλοδοξία να το διαβάσω στο πρωτότυπο. Εγκατέλειψα το εγχείρημα από την πρώτη σελίδα, το βρήκα αρκετά δύσκολο.
Το έργο αυτό είναι συστηματικό, και τα κείμενα που το απαρτίζουν, ταυτοποιημένα και αυτά αριθμητικά, είναι πιο εκτενή και πιο συνεκτικά μεταξύ τους. Πολλές από τις ιδέες του μου άρεσαν ιδιαίτερα, και μάλιστα, ενώ συνήθως υπάρχει το φαινόμενο της κρυπτομνησίας, σε μένα συνέβη ακριβώς το αντίθετο, κάποιες σκέψεις που είχα κάνει χρόνια αργότερα νόμιζα ότι ήταν ανάμνηση από τη Γενεαλογία, ενώ, ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο, δεν τις βρήκα εκεί, αλλά η πηγή έμπνευσής τους είναι σαφέστατα αυτό το βιβλίο.
Η κεντρική ιδέα του Νίτσε είναι η «μεταμόρφωση των ιδεών» (σελ. 19), μια «διολίσθηση του σημαινομένου» που τις περισσότερες φορές έχει την μορφή της «νέκρωσης» μιας μεταφοράς του σημαίνοντος.
Διαβάζουμε:
  «Ποια είναι ακριβώς από ετυμολογική άποψη η έννοια της λέξης «καλός» στις διάφορες γλώσσες; Τότε ανακάλυψα πως όλες απορρέουν από την ίδια μεταμόρφωση των ιδεών, πώς παντού, η ιδέα του «έξοχου» και του «ευγενούς» με την έννοια της κοινωνικής τάξης, είναι η βασική ιδέα απ’ όπου γεννιέται και αναπτύσσεται αναγκαστικά η ιδέα «καλός» με την έννοια του «ψυχικά έξοχου» και «ευγενής» με την έννοια του «ψυχικά προνομιούχου. Και αυτή η ανάπτυξη είναι πάντα παράλληλη μ’ εκείνη που τελικά μεταμόρφωσε τις έννοιες «λαϊκός», «πληβείος», «ταπεινός» στη συνολική έκφραση «κακός» (σελ. 19).
Αντί να συνεχίσει όμως με το «καλός» συνεχίζει με το κακός, θεωρώντας ότι η γερμανική λέξη schlecht (κακός) προέρχεται από το schlicht (απλός).
Το «ευγενής» πράγματι σήμερα δεν σημαίνει αυτόν που προέρχεται από καλή γενιά, αλλά αυτόν που έχει την συμπεριφορά εκείνη που αποδιδόταν παλιά στους ευγενείς. Ένα ακόμη παράδειγμα, μεταφορικά χρησιμοποιούμε τη λέξη «ιππότης» για να δηλώσουμε τον άνθρωπο που έχει «ιπποτική» συμπεριφορά, κυρίως απέναντι στις γυναίκες.
Με το «καλός» όμως;
Η λέξη στα αρχαία σήμαινε κυρίως τον ωραίο. Με τη σημασία αυτή χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα στην Κρήτη. Αργότερα, θα μπορούσε να πει ο Νίτσε, οι χριστιανοί περιόρισαν τη σημασία της λέξης, και κατέληξε να σημαίνει μόνο τον άνθρωπο που διακρίνεται για μια «εσωτερική, ηθική ομορφιά». Κάτι ανάλογο έγινε και με το λατινικό virtus, που μεταφράζουμε ως αρετή, ενώ τότε σήμαινε κυρίως την ανδρεία. Όσο για τον αγαθό (καλός καγαθός, ο ωραίος και ανδρείος), δεν είναι πια ο ανδρείος αλλά ο ηθικά καλός, για να διολισθήσει τελικά η σημασία του αγαθού στην αρνητική συνδήλωση του αγαθιάρη.
Μου άρεσαν ιδιαίτερα τα αποσπάσματα που σχετίζονται με την αμαρτία. «Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών» σημαίνει συγχώρεσε τις αμαρτίες μας, αλλά κυριολεκτικά σημαίνει «διάγραψε το χρέος μας».
Αυτό δεν γίνεται. Πρέπει να πληρώσεις αυτά που χρωστάς. Σήμερα αν δεν πληρώσεις ενδέχεται να πας φυλακή. Εκείνη την εποχή μπορεί να γινόσουν δούλος.
Και όχι μόνο. Διαβάζουμε:
«…ο δανειστής μπορούσε να εξευτελίσει και να βασανίσει με κάθε τρόπο το σώμα του οφειλέτη, όπως, παραδείγματος χάρη, να κόψει ένα μέλος του, που θα του φαινόταν ανάλογο με το μέγεθος του χρέους. Με βάση αυτή τη νοοτροπία, έγιναν παντού κι’ από νωρίς ακριβείς αξιολογήσεις, πολλές φορές φριχτές για τη λεπτολογία τους, αξιολογήσεις που είχαν τη δύναμη δικαιώματος για τα διάφορα μέλη και μέρη του σώματος. Θεωρώ ήδη πρόοδο κι’ απόδειξη μιας πιο δίκαιης, πιο υψηλής, πιο ρωμαϊκής δικαστικής αντίληψης, εκείνο το διάταγμα του νόμου της Δωδεκαδέλτου, που όριζε πως ήταν αδιάφορο αν, σ’ αυτή την περίπτωση, έπαιρνε ο δανειστής λιγότερο ή περισσότερο κρέας» (σελ. 57-58).
Στη Βενετία όμως, την εποχή που τοποθετεί ο Σαίξπηρ την τραγωδία του, φαίνεται ότι αυτό δεν ίσχυε, έπρεπε να πάρει ο δανειστής την ακριβή ποσότητα κρέατος από τον χρεώστη. Εκτός και αν δεν ήταν καλά πληροφορημένος.
Η αυτομαστίγωση που κάνουν κάποιοι φανατικοί καθολικοί, κυρίως (ή μόνο;) στην Ασία, εντάσσεται σ’ αυτή τη λογική: βασανίζομαι για να μου συγχωρεθούν οι αμαρτίες μου.
«… η σκληρότητα αποτελούσε την αγαπημένη απόλαυση της πρωτόγονης ανθρωπότητας» (σελ. 59).
Ο Νίτσε συνηγορεί με την σκληρότητα. «…την εποχή όπου η ανθρωπότητα δεν ντρεπότανε καθόλου για τη σκληρότητά της, η ζωή κυλούσε με περισσότερη γαλήνη παρά στην εποχή μας όπου βασιλεύει ο πεσιμισμός» (σελ. 60).
 Ο χριστιανισμός, μας λέει, έκανε τον άνθρωπο μαλθακό. Ξεχνάει όμως ο Νίτσε ότι τις αρένες με τις μονομαχίες και τις ζωομαχίες δεν τις επινόησαν οι αγαπημένοι του Έλληνες, αλλά οι μεταγενέστεροι Ρωμαίοι. Ακόμη ότι στις τραγωδίες ποτέ δεν παρουσιαζόταν φόνος στη σκηνή, αλλά πάντα off-stage.
Το μόνο «τελετουργικό» υπόλειμμα αυτής της αρχαίας βαρβαρότητας είναι οι ταυρομαχίες. Α, ναι, και οι δημόσιες εκτελέσεις στο Ιράν. Καιρός να καταργηθούν.
«…τη μνησικακία: αυτό το λουλούδι που ανθίζει σήμερα μ’ όλη του την ομορφιά στους αναρχικούς και στους αντισημίτες, μ’ όλο που είναι διαφορετική η μυρωδιά του» (σελ. 68).
Είναι να σηκώνεται η τρίχα αμφοτέρων όταν διαβάζουν αυτές τις γραμμές, βλέποντας ότι ο Νίτσε τους βάζει στο ίδιο τσουβάλι.  
Οι δυο πρώτες πραγματείες ήταν για μένα εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Βέβαια τις ιδέες που εκτίθενται εκεί τις βρήκα και στα άλλα του βιβλία. Το θέμα της τρίτης και τελευταίας πραγματείας «Ποιο είναι το νόημα κάθε ασκητικού ιδανικού» με ξένισε λίγο. Υπάρχουν σήμερα ασκητικά ιδανικά; Υπάρχει κανείς σήμερα που να εμπνέεται από «τα τρία εμβλήματά του: φτώχεια, ταπεινοσύνη, αγιότητα»; (σελ. 108). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν σταχυολόγησα αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα.
«Το φιλόσοφο τον αναγνωρίζουμε από το ότι αποφεύγει τρία λαμπερά και θορυβώδη πράγματα: τη δόξα, τους ηγεμόνες και τις γυναίκες» (σελ. 110).
Είναι ολοφάνερο («ηγεμόνες») ότι μιλάει για άλλες εποχές.
«Όποιος κατέχει, κατέχεται» (σελ. 111).
Κι εγώ που θεωρούσα εντελώς πρωτότυπο αυτό που είπε ο Σαρτρ: Τα πράγματα μας κατέχουν.
«Οι Μπόγκος λένε: η γυναίκα είναι ύαινα» (σελ. 125).
Ύαινα ξέρω τι είναι, οι Μπόγκος ποιοι είναι δεν ξέρω.
«Παντού βλέπεις τον αγώνα των άρρωστων ενάντια στους υγιείς» (σελ. 126).
Από τις βασικές αντιλήψεις του Νίτσε. Άρρωστοι είναι οι σκλάβοι και οι χριστιανοί. Υγιείς είναι οι δυνατοί, οι αριστοκράτες, οι ευγενείς.
  «…εκείνο το βερολινέζο, τον απόστολο της εκδίκησης, τον Ευγένιο Ντύρινγκ…» (σελ. 126). Δεν είναι μόνο ο Ένγκελς, του τη βγαίνει και ο Νίτσε, από τα δεξιά όμως.
  «Ο Γκαίτε ισχυριζόταν πως υπήρχαν μόνο τριάντα έξι δραματικές καταστάσεις» (σελ. 145).
Ο Etienne Souriau αντίθετα ισχυρίζεται πως υπάρχουν 200.000.
  Σαν πάρα πολλές μου φαίνονται όμως.
  Στο τέλος της πραγματείας αυτής ο Νίτσε καταφέρεται κατά της επιστήμης. Διαβάζοντας τις σχετικές σελίδες έκανα τη σκέψη πως η φιλοσοφία είναι μια θρησκεία που ντύνεται τα ρούχα της επιστήμης. Όταν όμως η επιστήμη κάνει την εμφάνισή της τρέπεται σε φυγή. Τι τη σώζει; Η ποίηση. Και ο Ζαρατούστρα, το κορυφαίο (κατά γενική αντίληψη) έργο του Νίτσε, είναι ποιητικό.
  Το έχω ξαναγράψει, κάποια στιγμή άρχισα να χάνω το ενδιαφέρον μου για τη φιλοσοφία και να με ενδιαφέρει περισσότερο η επιστήμη. Θεωρώ πιο έγκυρα αυτά που γράφει ο Ντώκινς στο «Εγωιστικό γονίδιο» για την αγάπη για τον πλησίον παρά αυτά που γράφει ο Νίτσε στη Γενεαλογία. Αλλά ας μη συνεχίσω το θέμα.        
Post a Comment