Book review, movie criticism

Tuesday, September 15, 2015

Friedrich Nietzsche, Πέραν του καλού και του κακού



Friedrich Nietzsche, Πέραν του καλού και του κακού (μετ. Μίνας Ζωγράφου Κ. Μεραναίου), εκδόσεις Μαρή χχ σελ. 183

   Μια ώρα πριν αναχωρήσω από το χωριό μου για το Ηράκλειο επιστρέφοντας από τις καλοκαιρινές μου διακοπές, και αφού είχα τακτοποιήσει τα πάντα και φορτώσει το αυτοκίνητο, είπα να ρίξω μια ματιά στα βιβλία που έχω σε τρία μεγάλα αποθηκευτικά πλαστικά κουτιά, μήπως υπήρχαν εκεί μέσα κάποια που θα ήθελα να διαβάσω άμεσα. Και ανακάλυψα ένα χαμένο θησαυρό, δυο βιβλία του Νίτσε που αγόρασα στα μαθητικά μου χρόνια και που θεωρούσα χαμένα, το «Πέραν του καλού και του κακού» και το «Η θέληση της δυνάμεως». Ξεκίνησα με το πρώτο.
  «Ξαναδιαβάζοντας τον Νίτσε» διάβασα όλα τα βιβλία που είχα αγοράσει μαθητής. Σε κάθε τελευταία ανάρτηση παρέπεμπα στο σύνδεσμο της προηγούμενης, έτσι ώστε αν κάποιος έχει την περιέργεια, μπορεί να δει τι έγραψα γι’ αυτόν.
  Θα ξαναγράψω σε συντομία πράγματα που έχω ήδη γράψει, αυτά που έχω στο μυαλό μου για τον Νίτσε, πριν αρχίσω να ξεφυλλίζω για να παραθέσω και να σχολιάσω αποσπάσματα.
  Ο Νίτσε γράφει σαν ποιητής. Το ύφος του είναι ποιητικό, και τα κείμενά του είναι σύντομα σαν ποιήματα, γραμμένα (σαν) σε στιγμές έμπνευσης. Συχνά καθένα φέρει έναν αριθμητικό δείκτη. Η θεματική κατάταξη πιθανότατα έγινε εκ των υστέρων.
  Και τώρα για τις βασικές ιδέες του.
  Ο Νίτσε περιφρονεί τον λαό και τη χριστιανική ηθική, την οποία θεωρεί ως ηθική δούλων. Ιδιαίτερα καταφέρεται εναντίον του οίκτου. Η αριστοκρατία είναι αυτή που δημιουργεί πολιτισμό. Υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες φυλές. Η γερμανική φυλή υποτίθεται ότι είναι η ανώτερη φυλή, όμως δεν της χαρίζεται. Και στις ανώτερες φυλές υπάρχει ο όχλος. Η θέληση για δύναμη χαρακτηρίζει τον άνθρωπο. Αν υπάρχει κάποιο νόημα στη ζωή, αυτό είναι η έλευση του υπεράνθρωπου. Μόνο οι παρακμιακοί, οι κουρασμένοι από τη ζωή, είναι απαισιόδοξοι. Η μοναξιά είναι η φυσική συνθήκη ζωής του φιλοσόφου:
  «…εφόσον είμαστε φίλοι της μοναξιάς, φίλοι από γεννησιμιού, ορκισμένοι, ζηλότυποι, της ίδιας μας της βαθειάς μεσημεριάτικης και μεσονυχτιάτικης, μοναξιάς. Να τι είδους άνθρωποι είμαστε εμείς, εμείς τα ελεύθερα πνεύματα! Και ίσως να είσαστε και σεις, εσείς οι ερχόμενοι, εσείς οι καινούριοι φιλόσοφοι» (σελ. 47).
  Και τώρα κάποια ακόμη αποσπάσματα.
  «…οι πανούργοι συνήγοροι των προκαταλήψεών τους, που τις βαφτίζουν αλήθειες…» (σελ. 12).
  Να ένας ακόμη ενδιαφέρον ορισμός για την αλήθεια.  
  «Κάτω από το κεφάλι της επιθανάτιας κλίνης του δεν βρήκανε καμιά «βίβλο», τίποτα το αιγυπτιακό, το πυθαγόρειο ή το πλατωνικό –αλλά έναν Αριστοφάνη: Πώς ο Πλάτων θα μπορούσε να υποφέρει τη ζωή – μια ζωή ελληνική που της είχε πει όχι – δίχως έναν Αριστοφάνη!» (σελ. 34).
  Θα γενικεύσω: πώς θα μπορούσαμε να υποφέρουμε τη ζωή χωρίς το γέλιο;
  «Ο Σταντάλ προσθέτει ένα τελευταίο χαρακτηριστικό στην εικόνα του ελευθεροστοχαστή φιλοσόφου, ένα χαρακτηριστικό που δεν θα ήθελα να το παραλείψω για το γερμανικό γούστο: -Για νάναι κανένας καλός φιλόσοφος, λέει αυτός ο τελευταίος μεγάλος ψυχολόγος [Μα τι, δεν είχε διαβάσει Ντοστογιέφσκι;] πρέπει νάναι ξηρός, σαφής, δίχως αυταπάτες. Ο τραπεζίτης, που έκανε περιουσία, διαθέτει ένα μέρος από τον χαρακτήρα που απαιτείται για να κάνει ανακαλύψεις στη φιλοσοφία, δηλαδή για να βλέπει καθαρά το υπάρχον» (σελ. 42).
   Ήλθε ενάμισι αιώνα αργότερα ο Σόρος, προς επιβεβαίωση, αν και έκανε αντίστροφη πορεία: ξεκίνησε ως φιλόσοφος αλλά εγκατέλειψε τη φιλοσοφία για να γίνει χρηματιστής.
   «…της τελευταίας μεγάλης ανταρσίας των σκλάβων που άρχισε με τη Γαλλική Επανάσταση» (σελ. 50).
  Και συνεχίστηκε με την Οκτωβριανή, συμπληρώνω εγώ.
  «Παντού όπου εκδηλώθηκε ως τώρα στη γη η θρησκευτική νεύρωση, τη βρίσκουμε να συνδέεται με τρεις επικίνδυνες εντολές: την μοναξιά, την νηστεία, και την αγνεία» (σελ. 50).
  Δεν το πιστεύω, αλλά το παραθέτω για τη φράση: θρησκευτική νεύρωση.
  Και μια και ο λόγος περί θρησκείας, παραθέτω ολόκληρο το 49.
  «Εκείνο που παραξενεύει στην θρησκευτικότητα των αρχαίων ελλήνων είναι η ξέφρενη αφθονία ευχαριστήσεως που αναδίνει. Τι ευγενές είδους ανθρώπων, που έχουν τέτοια στάση μπροστά στη ζωή! Αργότερα, όταν υπερίσχυσε ο όχλος στην Ελλάδα, ο φόβος κατακλύζει επίσης και τη θρησκεία, τότε προετοιμάζεται ο Χριστιανισμός» (σελ. 52).
  Το τέταρτο κεφάλαιο επιγράφεται «Γνωμικά και ιντερμέτζα». Να παραθέσουμε κάποια.
  112. Εκείνος που νοιώθει τον εαυτό του προορισμένο για τη θεώρηση (Zum Schauen) και όχι για την πίστη, βρίσκει όλους τους πιστούς θορυβώδεις και ενοχλητικούς, τους αποφεύγει (σελ. 67).
  142. Η πιο ντροπαλή φράση που άκουσα ποτέ: Στον αληθινό έρωτα η ψυχή είναι εκείνη που περιβάλλει το σώμα (σελ. 69).
  156. Η παραφροσύνη στο άτομο είναι κάτι σπάνιο, - στις ομάδες, στα κόμματα, στους λαούς, στις εποχές, είναι ο κανόνας (σελ. 70).
  183. Συνταράχτηκα, όχι για το ότι μου είπες ψέματα, αλλά γιατί ποτέ πια δεν μπορώ να σε πιστέψω (σελ. 72).
  Ξέχασα να αναφερθώ στον μισογυνισμό του Νίτσε. Παραθέτω δυο αποσπάσματα.
  144. Όταν μια γυναίκα έχει κλίση για τις επιστήμες, γενικά κάτι δεν πάει καλά στη σεξουαλικότητά της… (σελ. 69).
  Άντε τώρα να χρησιμοποιήσουν ένα τέτοιο επιχείρημα οι ταλιμπάν, που ανατινάζουν μεν ακόμη και τα δημοτικά σχολεία όπου φοιτούν κορίτσια, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούν να «θάψουν» τη σεξουαλικότητα της γυναίκας, και όχι μόνο με τη μπούργκα.   
  147. Απόσπασμα από μια φλωρεντινή νουβέλα –από τη ζωή, άλλωστε: buona femina e mala femina vuol bastone (κι η καλή κι η κακή γυναίκα θέλει ραβδί) – Sacchetti Nov. 86. (σελ. 70).
  Και θυμήθηκα μια κατωχωρίτικη ιστορία, ανέκδοτη προς το παρόν, την έχω αναρτήσει μόνο στο blog. Ο Τζανής, ένας γραφικός τύπος του χωριού όταν εγώ ήμουν κοπέλι, λέει στη γυναίκα του:
  -Γαρεφαλιώ, βάνεις στοίχημα πως θα τις φας;
  Το Γαρεφαλιώ δεν μιλάει.
  -Γαρεφαλιώ, βάλεις δε βάλεις θα τις φας.
  «Το σεξουαλικό ένστικτο εξιδανικεύθηκε ως την αγάπη» (σελ. 78). Ο Φρόιντ μιλάει για «εξύψωση» του σεξουαλικού (και του επιθετικού) ενστίκτου σε αποδεκτές, πολιτισμικές μορφές, όμως δεν τόλμησε να θεωρήσει και την αγάπη ως τέτοια.
  «Άλλοτε, ακολουθώντας το παράδειγμα των αρχαίων Γερμανών, οι πατέρες δεν φοβόνταν να διαθέτουν, ανάλογα με το κέφι τους, τη ζωή και το θάνατο των νεογέννητων» (σελ. 82).
  Τότε που εμείς κτίζαμε Παρθενώνες.
  «Εμείς που θεωρούμε τη δημοκρατική κίνηση σαν μια μορφή παρακμής της πολιτικής διοργάνωσης, αλλά και σαν μορφή παρακμής, δηλαδή καταπτώσεως του ανθρώπου, σαν ισοπέδωση του ανθρώπου και πτώση της αξίας του…» (σελ. 90).
  Όσο κι αν θαυμάζουμε το φιλόσοφο, κάποια πράγματα δεν πρέπει να τα κουκουλώνουμε.
  Και πάλι για τη γυναίκα:
  «Η μεγάλη της τέχνη είναι το ψέμα, η πιο υψηλή της απασχόληση είναι η εμφάνιση και η ωραιότης» (σελ. 127).
  Και θυμήθηκα την έκπληξη που ένοιωσα μπροστά στην ανενδοίαστη ομολογία μιας φίλης μου: -Το ψέμα το έχω πάνω στα χείλη μου.
  Δηλαδή εντελώς πρόχειρο.
  «Αν η γυναίκα ήταν σκεπτόμενο ον…» (σελ. 127).
  Όχι μόνο είναι ψεύτρα, αλλά δεν έχει και μυαλό.
  «Το να ξεγελαστούμε αναφορικά με το θεμελιώδες πρόβλημα του «άντρα και της γυναίκας», ν’ αρνηθούμε τον βαθύ ανταγωνισμό που υπάρχει ανάμεσα στους δυο και την αναγκαιότητα μιας αιώνια εχθρικής εντάσεως, να ονειρευόμαστε ίσα δικαιώματα, την ίδια διαπαιδαγώγηση και τις ίδιες απαιτήσεις και τα ίδια καθήκοντα, όλα αυτά αποτελούν τυπικές ενδείξεις πνευματικής πλαδαρότητας» (σελ. 129).
  Ώστε οι ταλιμπάν δεν είναι καθόλου πλαδαροί.
  Σε τρεις ολόκληρες σελίδες, στα υπαριθ. 250 και 251, ο Νίτσε μιλάει για τους εβραίους, συχνά με θαυμασμό. Αλλά οι ναζί από τον Νίτσε πήραν μόνο ότι τους συνέφερε. 
  «267. Στους Κινέζους υπάρχει ένα γνωμικό που οι μητέρες το μαθαίνουν στα παιδιά τους: 小心…» (σελ. 166).
  Είπα να κάνω λίγο πλάκα, αλλά βλέποντας το κινέζικο σκέφτηκα ότι το «σιάο σιν» μπορεί να μην είναι γνωμικό, μπορεί να μη σημαίνει «κάνε μικρή την καρδιά σου», δηλαδή να μην έχεις έπαρση, αλλά να σημαίνει ακριβώς αυτό που εννοούν με τη λέξη οι κινέζοι και που λέει κάθε μητέρα στο παιδί της: να είσαι προσεκτικός. Αλλά, ξανασκέφτομαι τώρα που ξαναδιαβάζω τις παραπάνω γραμμές, ίσως η σημασία αυτή να είναι μια νεκρή μεταφορά μιας πρωταρχικής σημασίας «κράτα μικρή την καρδιά σου, μην ξύνεις τη μύτη σου για καυγά».
  Αλλά για τον Νίτσε θα μιλήσουμε άλλες τρεις φορές προς το παρόν – θεού θέλοντος.
Post a Comment